Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2023 09:32

Τελευταία πνοή στο Νιου Χάμσαϊρ, του Άρη Αλεξανδρή

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

aris alexandris 14Το να παραδεχτεί ότι δεν ήξερε τι της έφταιγε ήταν αρκετά δύσκολο. Το να κατηγορεί τα μηνύματα της μητέρας της, από την άλλη, της προσέφερε μία εύκολη ανακούφιση. Το καλοκαίρι του 2013, η Σοφία ήταν 23, είχε πάρει το πτυχίο της και δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Η απόφαση να μην ακολουθήσει τις φίλες της στις διακοπές τους στην Αμοργό προέκυψε ξαφνικά, αλλά στην πραγματικότητα όχι και τόσο: εδώ και καιρό αισθανόταν ότι με τα 3Κ (Κατερίνα, Καρολίνα, Κωνσταντίνα) είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν χωριστά. Ετσι, η Σοφία είχε ξεμείνει στην Αθήνα· το μόνο που έκανε ήταν να απαντάει ανόρεχτα κι αρνητικά στα ενθουσιώδη μηνύματα της μητέρας της: «Ελα να μας βρεις στο Ξυλόκαστρο, περνάμε φανταστικά!», «Ελα, ο θείος Νικήτας έφερε φρέσκο ψαράκι!», «Ελα, αγοράσαμε ωραίο καρπουζάκι!». 

 Καθισμένη στο αγαπημένο της καφέ επί της Πατησίων, παρατηρούσε την κίνηση στον δρόμο, φιλτραρισμένη από την τρεμοπαίζουσα αχλή του αθηναϊκού καύσωνα. Η ανομοιογενής μάζα των περαστικών είχε κάτι παρηγορητικό. Ως άγνωστη μεταξύ αγνώστων, η Σοφία μπορούσε να ξεχάσει το παραλυτικό της άγχος για το τίποτα και να επικεντρωθεί στο ασφαλές κάτι: στον σκύλο που έσερνε τον ξεθεωμένο άνθρωπό του προς ένα τροφαντό περιστέρι· στις δεκατετράχρονες που περπατούσαν χέρι-χέρι και αντάλλαζαν τα καλοκαιρινά τους νέα ουρλιάζοντας· σε έναν μεθυσμένο που κατάφερνε να πίνει, να καπνίζει και να μονολογεί σχεδόν ταυτόχρονα.

Εχοντας μόλις τελειώσει τη λεμονάδα της, η Σοφία πρόσεξε ότι στο δίπλα καφέ ήταν καθισμένη μία ερεθιστικά γνώριμη φιγούρα: φαινόταν ψιλόλιγνη, φορούσε ένα εκρού λινό κοστούμι και άνετα καφέ παπούτσια, ήταν γερμένη στο τραπέζι της και κάτι διάβαζε. Η Σοφία μπορούσε να δει μόνο την πίσω πλευρά και λίγο από το προφίλ του ηλικιωμένου άντρα με τα άσπρα, μπαμπακένια μαλλιά, αλλά κατάλαβε ποιος ήταν με έναν αστραπιαία ενστικτώδη τρόπο. Απίστευτο! Μήπως έβλεπε όνειρο; Προσπαθώντας να κατασιγάσει τον ενθουσιασμό της, έβαλε το μυαλό της να σκεφτεί. Ναι, σαν κάτι να θυμόταν ότι είχε διαβάσει πρόσφατα περί ενός «λογοτεχνικού συνεδρίου για τις ελίτ» που διοργάνωνε ένας περίβλεπτος πολιτιστικός φορέας σε συνεργασία με έναν άλλο επιφανή πολιτιστικό φορέα, υπό την αιγίδα ενός παράλλου κοινωφελούς ιδρύματος. Δεν ήταν εντελώς απίθανο, τελικά. Για την ακρίβεια, ήταν σχετικά πιθανό να είναι πράγματι Αυτός. Παρανοϊκά ευτυχισμένη, η Σοφία συνέχισε να τον περιεργάζεται σαν να βλέπει τη νεράιδα του δοντιού πάνω από το μαξιλάρι της, μέχρι που αυτός σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε με αργά βήματα να απομακρύνεται. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί καθόλου· σηκώθηκε κι αυτή και ακολούθησε τον Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ στην Πατησίων.

Ο απρόσιτος ερημίτης προσπερνούσε ατάραχος λιγδιασμένα σουβλατζίδικα, μαγαζιά με θήκες κινητών και θλιβερές βιτρίνες με μαδημένα παπαγαλάκια, ενώ η Σοφία προσπαθούσε μάταια να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Πού να πήγαινε άραγε; Μακάρι να μπορούσε να του πει κάτι, έστω και τετριμμένο. Αντ’ αυτού, συγκεντρώθηκε στα βήματά του· ήταν απαλά μα στιβαρά - ο Σάλιντζερ είχε «λεβέντικη περπατησιά» όπως θα έλεγε και η μητέρα της.

Μόλις έφτασαν στο πάρκο Κλωναρίδη-Φιξ, ο Σάλιντζερ κινήθηκε προς ένα αρχαίο παγκάκι και κάθισε. Από το πάρκο διέρχονταν αρκετοί περίοικοι, ενώ στην απέναντι πλευρά της Πατησίων κόσμος μπαινόβγαινε αδιάκοπα σε ένα επώνυμο σουπερμάρκετ. Απ’ όλους αυτούς, κανείς δεν φάνηκε να αναγνωρίζει τον μεγάλο συγγραφέα. «Αυτή είναι η Ελλάδα, αυτοί είναι οι Ελληνες» σκέφτηκε η Σοφία με πικρόχολη νηφαλιότητα. Πριν προλάβει να σκεφτεί κάτι παραπάνω, όμως, ο Σάλιντζερ έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα σημειωματάριο κι ένα μολύβι και ξεκίνησε να γράφει. Η νηφαλιότητα της Σοφίας εξατμίστηκε αμέσως. Δεν θα ενοχλούσε το είδωλό της τη σεπτή ώρα της λογοτεχνικής του επιφοίτησης, αλλά δεν θα συγχωρούσε τον εαυτό της αν δεν κρυφοκοίταζε το γραπτό του για μισό δευτερόλεπτο.

Πλησίασε τον συγγραφέα δειλά από πίσω. Το άρωμά του εξέλυε λουλουδένια αρρενωπότητα και τα μαλλιά του ήταν πολύ πυκνά για την ηλικία του. Η Σοφία έγειρε πάνω από τον ώμο του και εστίασε με απληστία στο σημειωματάριό του.

-Χλωρίνη

-Δέκα φέτες ζαμπόν (όχι μορταδέλα)

-Δέκα φέτες τυρί γκούντα ημίσκληρο

-Λαχανικά κατεψυγμένα

Η λίστα συνεχιζόταν.

Με δυο απότομες κινήσεις φρικώδους σοκ, η Σοφία βρέθηκε μπροστά στον Σάλιντζερ και τον κοίταξε επιτέλους κατά πρόσωπο. Αλλά δεν ήταν ο Σάλιντζερ. Δεν ήταν καν άντρας. Η σωματώδης κυρία στο παγκάκι της χαμογέλασε με ελαφρά απορία. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, στο σπίτι της, η Σοφία διάβαζε στο ίντερνετ μία είδηση που της διέφυγε πριν τρία χρόνια: «Την τελευταία του πνοή άφησε στο σπίτι του στο Νιου Χάμσαϊρ ο εμβληματικός συγγραφέας του Φύλακα στη Σίκαλη, Τζερόμ Ντ. Σάλιντζερ». Στο διπλανό παράθυρο, φιγουράριζαν τα δρομολόγια των ΚΤΕΛ. Το λεωφορείο για το Ξυλόκαστρο έφευγε στις 6. Η μαμά της είχε βρει «εξαιρετικές φραουλίτσες» και την περίμενε.

Ο Α. Αλεξανδρής εμφανίστηκε με το μυθιστόρημα «Πώς ο Ιγνάτιο Καραθοδωρής έχασε τα πάντα» (Μεταίχμιο, 2022)

Σ.Δ Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ: Ο μυστηριώδης «Φύλακας στη σίκαλη» της Ελένης Γκίκα στο liberal

Υπό σκιάν

Δέκα πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι γράφουν μια καλοκαιρινή ιστορία. Δέκα συγγραφείς, που τύπωσαν βιβλίο την τελευταία τριετία και απασχόλησαν κριτικούς και αναγνωστικό κοινό, ανταποκρίθηκαν στην πρόταση του Ανοιχτού Βιβλίου να θέσουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία τους. Δέκα ανέκδοτα διηγήματα θα μας συντροφεύσουν ώς τις αρχές Σεπτεμβρίου κουρδισμένα σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, παιγνιώδη, αμφίθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική. Γι’ άλλη μία φορά οι βιβλιοφιλικές σελίδες της «Εφ.Συν.» κι αυτό το καλοκαίρι (κλείνοντας έντεκα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας), εκτός από αναγνωστική πυξίδα, σας προσφέρουν και αναγνωστική απόλαυση.

Μισέλ Φάις.

Πηγή: efsyn.gr/nisides/anoihto-biblio

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2023 09:50

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση