Σάββατο, 03 Απριλίου 2021 15:35

Ζέτα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

         zeta1Το καλοκαίρι εξάπτει τα πάθη. Η πανσέληνος το ίδιο.  Ο συνδυασμός αυτών των δυο "σκοτώνει" . Ένα μικρό ερέθισμα φτάνει. Σκέψου να δεις και την πηγή του πόθου σου, εδώ μπρος στα μάτια σου. Ολοζώντανη. Σε μια εφηβεία που τα είδωλα πάνε κι έρχονται. Είδωλα που πηγάζουν και εκπορεύονται από ένα λίκνισμα, ένα χαμόγελο, ένα απόμακρο χάδι, ας μη πάμε σε πιο χοτ καταστάσεις. Σε μια εφηβεία που, οτιδήποτε εξιτάρει τις αισθήσεις σου μένει για πάντα στη μνήμη σου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και να ξέρεις, τα είδωλα δε γερνάνε ποτέ. Εσύ μεγαλώνεις τα είδωλα όχι.

Όλα αυτά πέρασαν κινηματογραφικά από το μυαλό μου, όταν έφθασα στη "Ζέτα". Διήγημα από το βιβλίο που μου χάρισε ο Λάκης με τίτλο "Με μια χιλιάρα Καβασάκι". Του Βαγγέλη Σιαφάκα (Γιάννενα, 1952). Με ιδιόχειρη αφιέρωση παρακαλώ, του Λάκη εννοείται. Άλλωστε από μόνη της η γραφή του Σιαφάκα είναι κινηματογραφική. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ένα σωρό εικόνες και καταστάσεις περιδιάβηκαν το κεφάλι μου. Κάνανε παρέλαση μπρος στα μάτια μου: Ο κινηματογράφος Αλκαζάρ στη Κοκκινιά. Το σινέ Βαλκάνια στη Δραπετσώνα, που οι εκσυγχρονιστές, πάντα υπήρχε αυτό το αγκάθι στη ζωή μας, το "χάλασαν", κάνοντάς το Μπιμπελό. Η Μαλένα, η Μαλίτσια, που τις ενσάρκωναν η Μόνικα Μπελούτσι και η Λάουρα Αντονέλι, αντίστοιχα.  Η Μπριζίτ Μπαρντό που μου έκλεισε το μάτι και κανόνισε ραντεβουδάκι στο Σινέ Σελίνια στη Σαλαμίνα. Την Τετάρτη έλεγαν οι σκηνές του έργου: Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα. Άσχετο αν η Στάσα δεν με άφησε να πάω, με συνέπεια να την στήσω. Ποιός, εγώ να στήσω τη Μπε Μπε! Η Εμμανουέλα, ή καλύτερα οι Εμμανουέλες, το Βασικό 'Ενστικτο. "Το κορίτσι και το άλογο" με την Άννα Φόνσου, που το προτίμησα, φαντάρος στην Αλεξανδρούπολη, από το "Καμπαρέ" με την Λίζα Μινέλι. Όνειδος! Αλλά πώς να σας το εξηγήσω; 

Όπως δεν μπορώ να σας εξηγήσω τον ενθουσιασμό του φίλου μου του Κυριάκου, δέκα χρόνια δικασμένος να περιφέρεται στον Παράδεισο, όταν συνάντησε στον "Βρούτο", στέκι υπό την ιδιοκτησία του Νίκου Κούνδουρου, την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Στο λόφο του Στρέφη.

- Μαλάκα, χθες βράδυ, στο "Βρούτο", συνάντησα  τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου! Καθήσαμε στο μπαρ και τα είπαμε. Ήπιαμε, γελάσαμε, αγκαλιαστήκαμε, το καταφχαριστηθήκαμε!

Τον ζήλεψα! Τι κι αν είχαν περάσει πενήντα χρόνια από τότε που η νεαρή Μαργαρίτα Παπαγεωργίου τραγουδούσε στον "Δράκο" του Κούνδουρου τον "Ιλισό" με 'κείνο το ανεπανάληπτο, ξεσηκωτικό, ηδυπαθές και ημιτσεβδές "σίγμα". Τότε που όλος ο ανδρικός πληθυσμός ανατρίχιαζε και μόνο στο άκουσμα του " Ιλισού" από τη Μαργαρίτα. Ακούγοντάς την και βλέποντάς την. Σχεδόν όλοι, αν όχι όλοι, οι συντελεστές του "Δράκου" έχουν αναληφθεί . Ακόμα κι η Μαργαρίτα έφυγε τον Γενάρη του 2021. Ικανός καιρός για να έχει συναντηθεί με τον Κυριάκο για να συνεχίσουνε την κολεγιά που αφήσανε στην μέση. Από τον "Βρούτο" στον λόφο του Στρέφη, τώρα σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη.

Πάντως μ' αυτά και με τ' άλλα,  με μια χιλιάρα Καβασάκι πας όπου θες. Αγοράζοντας το βιβλίο θα ανακαλύψετε όλη την ενδιαφέρουσα διαδρομή.

Καλή ανάγνωση.

                            Ζέτα

Στον θερινό κινηματογράφο "Παρί" στην Πλάκα, ο Κώστας σηκώθηκε βαριεστημένα από τη θέση του. Του την έσπαγε που η Βίβιαν έστελνε πάντα αυτόν, πριν αρχίσει η ταινία, να πάρει ποπ-κορν και μπίρες. Άσε που ήδη είχε υποστεί τη συνήθη αναποφασιστικότητα της για τη θέση που θα διάλεγαν να καθίσουν. Άλλαξαν τουλάχιστον τρεις φορές μέχρι να βρει εκείνη που θεωρούσε ότι την βόλευε. Σπάνια τον ρώταγε. Μόλις καθόταν, έλεγχε αν είχε πλήρη κατόπτευση της οθόνης. Οτιδήποτε παρεμβαλλόταν κατέστρεφε την οπτική της απόλαυση, την ηρεμία της. Οι πάνινες πολυθρόνες έπρεπε να είναι σωστές. Ούτε να βουλιάζουν ούτε να είναι σκληρές. Δοκίμαζε την εφαρμογή της στην πολυθρόνα και, αν δεν της πήγαινε καλά, του έλεγε "Αλλάζουμε θέση;"

Της παραχωρούσε αδιαμαρτύρητα τη δική του και πήγαινε στην υποτιθέμενη κακοφορμαρισμένη πολυθρόνα. Για κάποιον άγνωστο λόγο, πάντα η πολυθρόνα του ήταν καλύτερη από τη δική της. Άσε που στις χειμερινές αίθουσες η Βίβιαν έβλεπε καλύτερα μόνο από τη δική του θέση. Στην αρχή του έρωτά τους έβρισκε αυτή την ιδιαιτερότητά της γοητευτική. Χρονομετρούσε -μέτραγε μέσα του- πόσο θα χρειαζόταν για ν' αλλάξουν θέση. Συνήθως έφτανε μέχρι το 14, όταν γύριζε και του έλεγε: "Αγάπη μου σε πειράζει ν' αλλάξουμε θέση;"

Άφησε στη θέση του το κινητό και τα κλειδιά του αυτοκινήτου και σηκώθηκε να πάει στο μπαρ του σινεμά. Ήταν από τις πρώτες καλοκαιρινές νύχτες κι εκείνη η γλυκιά ψύχρα σ' έκανε να αισθάνεσαι ζωντανός, κάτω απ' το φεγγάρι της Αθήνας, που είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται και να σημαδεύει όπως πάντα την Ακρόπολη. Είχε πάρει, αμέσως μόλις έκοψαν τα εισιτήρια, δυο φλισένιες κουβερτούλες που έδινε το "Παρί" για να τυλίξουν τα πόδια τους. Κυρίως τα γυμνά πόδια της Βίβιαν. Τι να καλύψει και τι να ζεστάνει το στενό τζινένιο σορτς της;

Τότε την είδε. Στην τελευταία σειρά ήταν καθισμένη. Μόνη της. Τα πλατινένια μαλλιά της ήταν ίδια, όπως τότε. Το πρόσωπο της γερασμένο κάτω από ένα έντονο μακιγιάζ. Το σώμα της μικροσκοπικό, όπως πάντα, του φάνηκε καλοδιατηρημένο. Όπως τότε. Όπως όταν λικνιζόταν ηδονικά στα πρώτα στριπτίζ που κατέγραφε ο κινηματογραφικός φακός στα μέσα της δεκαετίας του '60.  "Ρε συ, η Ζέτα!" είπε από μέσα του και αισθάνθηκε όλη την απαγορευμένη ηδονή που αυτό το κορμί είχε χαρίσει στην εφηβεία του. Ναι, ήταν η Ζέτα Αποστόλου.

Την είχε πρωτοδεί στο "Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη". Στον εξώστη του "Ορφέα", που ήταν πήχτρα στους φαντάρους και τους μαθητές με κρυμμένα τα πηλίκια τους. Μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό κι έμπαινε σε κείνη τη μαγική περίοδο με τις άγριες σηκωμάρες της εφηβείας. Χρειαζόταν ελάχιστα δευτερόλεπτα για να αισθανθεί τη στύση του να πιέζει το παντελόνι του. Κι ελάχιστα πράγματα αρκούσαν για να τον ερεθίσουν. Μια φίλη της μάνας του που καθάριζε τα τζάμια και φαίνονταν τα μπούτια της, ένα φύσημα του αέρα που σήκωνε μια μαθητική ποδιά στα Λιθαρίτσια.

Η Ζέτα ήταν η πιο ισχυρή πηγή ερεθισμού του. Είχε φυλαγμένες κάτω από το στρώμα του επιμελώς κομμένες φωτογραφίες της μαζί με άλλες, που δεν ήταν καν φωτογραφίες. Κάτι ζωγραφισμένες εικόνες ήταν, με σέξι πόζες που ανακάλυπτε στο περιοδικό Πρώτο και στο Χτυποκάρδι, το best seller πορνοπεριοδικό της εφηβείας του. Η πρώτη όμως ζωντανή επαφή με τη Ζέτα είχε γίνει σε κείνον τον εξώστη. Ο Άλκης Γιαννακάς ήταν το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, που προσπαθούσε να τα φάει από την Αλεξάνδρα Λαδικού, μια καθώς πρέπει κοπέλα που έπεσε στα δίχτυα του. Η Ζέτα ήταν πρώην γκόμενα του κι ειδοποίησε την αθώα και αφελή Λαδικού τι κουμάσι ήταν ο Άλκης, όχι για να την προστατεύσει, αλλά για να τον εκδικηθεί.

Ακόμη απορεί πώς θυμόταν την υπόθεση, γιατί εκείνο που κατέγραψε το πεινασμένο μυαλό του εφήβου ήταν το στριπτίζ της Ζέτας. Τη θυμάται ακόμα να φοράει μια άσπρη φούστα, ανοιχτή από τη μια μεριά μέχρι τη μέση της. Κι από πάνω ένα πουκάμισο ανοιχτό, δεμένο με κόμπο κάτω από το στήθος της, που ξεπρόβαλλε προκλητικά ολόκληρο. Στα χείλη της ένα τσιγάρο, "Τσιγάρο ανάβω, τσιγάρο πετώ...", λικνίζοντας το κορμί της με μια ηδυπάθεια που συγκλόνισε τον εξώστη του "Όρφέα". Στην αρχή υπήρχαν μερικά επιφωνήματα, χαχανητά και ψιλογιουχαΐσματα. Ίσα ίσα να καλύψουν την ένοχη τεστοστερόνη που πλημμύρισε τον εξώστη και μ' ένα δίφραγκο σου άνοιγε τις πύλες του παραδείσου. Η πλατεία κόστιζε ένα ολόκληρο τάλιρο. Μόλις όμως η Ζέτα έβγαλε τη φούστα της κι έμεινε μ' ένα άσπρο κιλοτάκι, άρχισε να πέφτει μια απόλυτη σιωπή, ένδειξη το απέραντου θαυμασμού του φιλοθεάμονος κοινού που, όταν η Ζέτα πέταξε και το πουκάμισο για να φανούν τα στήθη της -τα δικά της, γιατί τότε δεν υπήρχαν σιλικόνες και πλαστικές-, την αποθέωσε με χειροκροτήματα.

Το καλό με το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη ήταν πως το στριπτίζ της Ζέτας ήταν μαζί με τους τίτλους αρχής της ταινίας. Καλό, γιατί δεν χρειαζόταν να μείνουν πολλή ώρα μέχρι να το ξαναδούν. Κανείς, μόλις τελείωνε η ταινία, δεν σηκωνόταν να φύγει, αν δεν ξανάβλεπε τη σκηνή του γδυσίματος, με αποτέλεσμα να δημιουργείται φρακάρισμα στον εξώστη. Ο ταξιθέτης, ο Θεός να τον κάνει, είχε συμβιβαστεί με την κατάσταση. Ήξερε πότε θα άδειαζε ο εξώστης από τους πρωινούς. Αυτό τον τίτλο έφεραν οι θεατές της προηγούμενης παράστασης, που ωστόσο αναγνώριζαν τα δικαιώματα των βραδινών της νέας προβολής. Τους παραχωρούσαν τις θέσεις τους και παρέμεναν όρθιοι, στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες, δεχόμενοι επιπρόσθετα το ράντισμα μ' ένα απροσδιόριστο άρωμα από την τρόμπα του φλιτ, με το οποίο τους ψέκαζε ο ταξιθέτης, μπας και καλυφθεί η μπόχα του εξώστη. Ξαναείδε ταινία με τη Ζέτα έπειτα από δυο χρόνια. Είχε κρατήσει ζωντανή την ανάμνησή της. Άλλωστε ήταν κι κείνες οι φωτογραφίες της κάτω απ' το στρώμα, που της ανέσυρε όταν καταλάβαινε πως οι γονείς του είχαν κοιμηθεί και τον βοηθούσαν να κάνει εξαντλητικές επαναλήψεις κάτω από τα σεντόνια του στο κεφάλαιο Ζέτα. Ήταν το 1967 και, εν μέσω ελληνοχριστιανικού παραληρήματος, ο εξώστης του "Ορφέα" φιλοξενούσε και πάλι φαντάρους, με πιο κόσμια συμπεριφορά λόγω Παττακού, αλλά και μαθητές κάπως μεγαλύτερους, γιατί τα πράγματα είχαν αγριέψει. Ακόμη κι ο ιδιοκτήτης του "Ορφέα" είχε συνετιστεί. Εν μέρει δηλαδή, απλώς δεν επέτρεπε να μπαίνουν δωδεκάχρονα στα ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ. Έκοβε με το μάτι αν ο ανήλικος είχε αγριομουτσούνα που να τον κάνει να δείχνει μεγαλύτερος.

Ο Κώστας πέρασε με ταχύτητα απ' το δρόμο της πλατείας στο στενό του σινεμά. Δεν τον είχε δει κανείς από τους γνωστούς του πατέρα του, ούτε υπήρχε στη βόλτα της πλατείας κάποιος καθηγητής. Κατάφερε να περάσει από το face control του ταμία και του ταξιθέτη και στριμώχτηκε στις λίγες θέσεις που είχαν μείνει κενές στον εξώστη. Τα φώτα έσβησαν και οι Πόθοι στον καταραμένο βάλτο ξεκίνησαν. Εδώ τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Η Ζέτα, κυνηγημένη μέσα σ' ένα βάλτο, με κλοπιμαία μιας ληστείας, δεν έκανε στριπτίζ. Δεν χρειαζόταν. Το καλλίγραμμο σώμα της ούτε που καλυπτόταν από τη βρεγμένη φούστα που κόλλαγε πάνω στο κορμί της. Το κακό για το φιλοθεάμον κοινό και για τον ταξιθέτη ήταν πως ο Ανέστης Βλάχος αποφάσισε να την πηδήξει λίγο πριν το διάλλειμα με αποτέλεσμα στην επόμενη προβολή να υπάρχει το απόλυτο χάος, αφού οι πρωινοί έπρεπε να παραμείνουν μια ολόκληρη ώρα για να ξαναδούν την περίπτυξη στον καταραμένο βάλτο.

zeta3Οι αναμνήσεις του "Ορφέα" τον πλημμύριζαν, καθώς προχωρούσε κι άλλο προς τη μεριά της. Προσπάθησε να κυριαρχήσει όχι μόνο σ' αυτές, αλλά και στην αναστάτωση που προκάλεσαν στο κορμί του. Πενηντάριζε πια, δεν ήταν και τόσο εύκολο. Άλλωστε, είχε μπροστά του μια γηραιά κυρία που, όσο κι αν διατηρούσε την ομορφιά της, είχε πατήσει, όπως υπολόγιζε, τα εβδομήντα. Την κοίταξε στα μάτια και της χαμογέλασε. Του φάνηκε πως δεν της προκάλεσε κανένα ενδιαφέρον. Είχε την παράλογη απαίτηση να τον αναγνωρίσει. Όφειλε να ξέρει τον έφηβο που είχε τόσες φορές αναστενάξει βαριά από ηδονή, κάτω από τα σεντόνια, για εκείνη που τώρα τον αγνοούσε. Κοντοστάθηκε απέναντι της και την είδε να επιμένει να κοιτάει βαριεστημένα το πρόγραμμα της ταινίας που σε λίγο θ' ανέβαινε στην οθόνη του "Παρί". Ήθελε να της πει για τις νύχτες που πέρασαν μαζί, για τα απογεύματα στον εξώστη, για τη συστηματική, πιστή υποστήριξη του, επί δεκαετίες, στις ανδροπαρέες.

- Ποιά Άννα Φόνσου και Ανουσάκη, ρε; Σαν τη Ζέτα δεν υπήρχε καμία, έλεγε στις σχετικές συζητήσεις.

- Ρε παιδί μου, η Έλενα Ναθαναήλ στη σκηνή με τον Βόγλη που έκανε το γλύπτη, ήταν όλα τα λεφτά, επέμενε κάποιος.

- Σαν τη Ζέτα καμία, το ξέκοβε ο Κώστας.

Ντράπηκε, όταν έπιασε τον εαυτό του, εκείνο το βράδυ στο "Παρί", ν' αναρωτιέται: "Καλά, θέλω να πάω μαζί της ακόμα και τώρα;" Και να παίρνει την απάντηση: "Σιγά μην πάει η Ζέτα με σένα. Επειδή γέρασε, νομίζεις ότι θα κάθεται σε όποιον να 'ναι; 

 Προσπέρασε και πήγε στο μπαρ.

- Δυο ποπ-κορν και δυο μπύρες πράσινες, είπε. Γύρισε προς την Βίβιαν. Δεν την είδε. Είχε αλλάξει πάλι θέση.

- Πού είσαι, χάθηκες. Δυο μπίρες πήγες να πάρεις...

Δεν είπe τίποτα και κάθισε στη νέα θέση που του βρήκε. Δεν παρακολουθούσε την ταινία. Στην οθόνη έβλεπε τον Άλκη Γιαννακά να χαϊδεύει το κορμί της Ζέτας, τον Ανέστη Βλάχο να ξεσκίζει τη βρεγμένη φούστα της στους βάλτους.

Η Βίβιαν κατάλαβε πως ταξίδευε αλλού. Κι όταν το βράδυ, στο κρεβάτι τους, τον αισθάνθηκε να την αγκαλιάζει με μια σχεδόν εφηβική τρέλα, υποπτεύθηκε πως κρατούσε κάποια άλλη στην αγκαλιά του. Δεν το έκανε θέμα, αν και πρώτη φορά της συνέβαινε. Δεν ήταν και σίγουρη. Πάντα τον έλεγχε διακριτικά, όταν απομακρυνόταν από κοντά της, έστω και για λίγο. Το είχε κάνει κι όταν πήγε να πάρει μπίρες και ποπ-κορν. Δεν τον είδε να χαζεύει κάποια άλλη. Απλώς της έκανε εντύπωση που περιεργαζόταν μια γριούλα που καθόταν στην τελευταία σειρά των καθισμάτων.  Είχε ξεχάσει να τον ρωτήσει αν ήταν κάποια φίλη της μάνας του.

  Εδώ ο "Ιλισός" των Γιώργου Εμιρζά - Μάνου Χατζιδάκη με την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, από τον "Δράκο" (1956) του Νίκου Κούνδουρου.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 04 Απριλίου 2021 04:50
Οδυσσέας

Οδυσσέας

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση