Διηγήματα

Διηγήματα (179)

fordΟ συγγραφέας Ρίτσαρντ Φόρντ ( Τζάκσον, Μισισίπι, 1944) θα δώσει μία διάλεξη που την οργανώνουν το Αμερικάνικο Κολέγιο, η Αττική Παράδοση και οι εκδόσεις Πατάκη, στις 13 Ιουνίου στο Μέγαρο Μουσικής. Τα τρία βιβλία του που έχω διαβάσει, "Η χώρα όπως είναι" (2010), "Καναδάς", (2015) και "Ημέρα Ανεξαρτησίας", (1996) είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, με κορυφαίο για τα γούστα μου το "Η χώρα όπως είναι".

Κάθε σπίτι είναι γνωστό τοις πάσι ότι εκτός από το φίδι του έχει και μια σχισμή του χωρόχρονου που ενεργοποιείται όταν ο κάτοικος είναι ανοιχτός σε παραψυχολογικά φαινόμενα. Εκεί μέσα τις συνηθισμένες μέρες πέφτουν διάφορα αντικείμενα που όταν τα θέλεις δεν τα βρίσκεις ούτε και με τη βοήθεια του αγίου Φανουρίου. Σπανίως είναι η αλήθεια, αυτή η σχισμή απορροφά και κάποια ακατάτακτα συμβάντα κι επεισόδια που εφεξής ούτε από τα όνειρά σου δεν περνούν. Μα συχνά φτάνει κάποτε η στιγμή που ω του θαύματος, τσουπ ξαφνικά φανερώνονται μπροστά στα μάτια σου που δεν ξέρεις αν πρέπει να τα πιστεύσεις. Τις προάλλες έψαχνα την "Αγνή" του Τζόνοθαν Φράνζεν και έπεσα πάνω στο " Μαθήματα από την Αθηναϊκή Δημοκρατία", Εικοστός Πρώτος, 2014, ένα βιβλίο του πανεπιστημιακού Δημήτρη Κυρτάτα, που πριν ένα χρόνο είχα φάει τον κόσμο και δεν το έβρισκα με τίποτα.

Στον Ικαριώτη  φίλο και συνιδρυτή της σταγόνας Στέφανο τον Δραπετσωνίτη αρέσει ο Σκαρίμπας. Κι αυτός είναι ο πρώτος λόγος που αναδημοσιεύουμε αυτό το άρθρο του Δημήτρη Παπαχρήστου. Εξ ίσου πρώτος όμως είναι και το άρθρο που το βρήκαμε στα ΝΕΑ.gr και που μας άρεσε. Και πάνω σ'αυτά μας ήρθε σαν κερασάκι και το ποίημα του Σκαρίμπα "Ουλαλούμ" που το έκανε τραγούδι ο Άσιμος και αρέσει στον Οδυσσέα. Πριν χρόνια μας το σύστησε και έκτοτε αρέσει και σ'εμάς (υπάρχει στο τέλος). O Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας, 1983  - Χαλκίδα, 1984) ήταν ένας συγγραφέας, που έγραψε κριτικές, θεατρικά, ποιήματα και πεζά. Το "Σπασμένο καράβι" είναι ποίημα του Σκαρίμπα που τραγουδισμένο από τον Κώστα Καράλη έγινε ένα πολύ δημοφιλές τραγούδι από τον Γιάννη Σπανό. 

 

Ας πάμε στο τέλος της δεκαετίας του 50. Κατοικία, οδός Ανδρούτσου και Διστόμου (σήμερα Ευαγγελιστρίας) πάνω από τον, τότε, φούρνο της κυρά-Κούλας. Πραγματική γειτονιά μας η Ανδρούτσου, μεταξύ Διστόμου και Ελευθερίου Βενιζέλου ( πολλοί την έλεγαν ακόμα Ηφαίστου). Σ' αυτά τα εκατό μέτρα αρκετοί πιτσιρικάδες: Με σειρά ηλικίας ο Ηλίας, ο Στράτος, ο Μάκης, ο "Σαντορινάκιας" συχνός επισκέπτης στην γιαγιά του, ο Αποστόλης, ο Ηλίας, ο Βαγγέλης, ο Τάκης, ο Δημήτρης, ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Φώτης, ο Σπύρος και δύο εφτάχρονα, ο Γιώργος και ο Αντώνης. Υπήρχαν και μερικά κορίτσια μη εμφανιζόμενα. 

Στην άλλη άκρη της πόλης, μετά τη δουλειά και καθώς νυχτώνει, μια γλυκυτάτη νέα κοπέλα προχωρεί κατά μήκος τού δρόμου με τα μαγαζιά. Οι κράχτες τα ρομπότ, στέκονται μπροστά στις πόρτες τών καταστημάτων και παντού αναβοσβήνουν πολύχρωμα φώτα και λέηζερ που χορεύουν. Η νέα κοπέλα είναι ξανθιά, με τα μαλλιά της μαζεμένα γύρω στο λαιμό και μετά να χύνουνται στους ώμους. Ξανθιά, ροδοκόκκινη, γεμάτη φρεσκάδα, σταματάει σε εξώπορτα και βγάζει τα κλειδιά της. 

Ήταν τον καιρό που έβγαζα το ψωμί μου εξαπατώντας γριές. Την έστηνα έξω από έναν φούρνο με μια τράπουλα και έκανα πως προπονούμουν στον παπά. Αλλά το έκανα τόσο αδέξια που οι γριές σταματούσαν να με δουν, σχολιάζοντας περιπαικτικά. Ύστερα τις προκαλούσα να βρούνε τον παπά, τις άφηνα να κερδίσουν μερικές φορές κι ύστερα το ξανακάναμε, με στοίχημα το ψωμί που μόλις είχαν αγοράσει.

Ίσως να έχετε γνωρίσει κάποιους συνανθρώπους μας που το όλον τους έχει διαμορφώσει μία προϋπόθεση για την τέχνη, έτσι ώστε με την επαφή μαζί της να μην τους κατακλύζει μια μιζέρια και να διασώζεται μέσα τους ένα ελάχιστο νόημα. Κι αυτή είναι η τέχνη που δεν παίζει στο ταμπλό του ασπρόμαυρου, απ'εδώ οι κακοί, απ'εκεί οι καλοί, άντε και καμιά φορά στο βάθος οι άσχημοι. Μιλάμε για μία τέχνη που αφ'ενός δεν στρογγυλεύει τα πράματα και αφ'ετέρου δεν αποκλείει. Για την τέχνη που είναι ανοιχτή στα θεατά και στ'αθέατα του κόσμου κι απλώνει στις αισθήσεις μας ποικίλες αποχρώσεις. Πολλές φορές μέσα και από τα ασήμαντα καταφέρνει να δημιουργεί μία πνευματικότητα που έχει και δεν έχει να κάνει με τον ρεαλισμό, μία πνευματικότητα που έχει και δεν έχει να κάνει με τις ιδέες.

Έξω απ το σπίτι που έμενα παιδί, μια μέρα είχε ένα βουνό από ασβέστη. Απέναντι, ο Φώτης με τον Φώτη, χέρια στις μέσες, μόρτικο ύφος, προκλητικό. Εγώ, από την εδώ πλευρά. Καβάλα στο ποδήλατο, βλέμμα στραβό, φράντζα στο μέτωπο, με παίζουν δεν με παίζουν. Μπροστά, πάντα ο ασβέστης. 

Στο Pontos News δημοσιεύτηκε (18/12/16) ένα άρθρο της Έρσης Βατού για το βιβλίο"ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΕΔΩ ... ΣΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ" (έκδοση της Ένωσης Ποντίων, συγγραφείς Γιώργος Χατζόπουλος και Γιώργος Τσιρίδης).

Προς το μέσον της δεκαετίας του εξήντα, συχνάζαμε, μερικοί συμμαθητές, στο περίφημο καφενείο «των κυνηγών», 
δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο, στην οδό Καραϊσκου στον Πειραιά, με ωραία καλλιγραφική ταμπέλα. 
Μια αίθουσα με πατάρι για το μπιλιάρδο και, όταν ο καιρός το επέτρεπε, τραπεζάκια έξω στο απέναντι πεζοδρόμιο. 
Ιδιοκτήτες οι αδελφοί Κατσούλη, ο ένας πατέρας του αγαπητού φίλου και συμμαθητή Θόδωρου και ο άλλος πατέρας της εξίσου αγαπητής φίλης και συναδέλφου Ελένης.