Κινηματογράφος

Κινηματογράφος (112)

fobizu1Η κιν/γραφική ομάδα του 1ου  ΓΕΛ Κερατσινίου έχει με το σπαθί της φτιάξει μια ενδιαφέρουσα παράδοση στις μικρού μήκους ταινίες. Οι μαθητές που την στελεχώνουν ανανεώνονται χρόνο με το χρόνο αλλά υπάρχουν και κάποιοι καθηγητές με προεξάρχοντα διαχρονικά τον Γιάννη Παππά που την στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Κατάφερε λοιπόν αυτή η ομάδα να γυρίσει 7 ταινίες που βραβεύτηκαν στο φεστιβάλ Ολυμπίας Camera Zizanio που γίνεται κάθε χρόνο στον Πύργο Ηλείας. 

Για μια ακόμα χρονιά η ομάδα έκανε τα λόγια κινούμενες εικόνες γυρίζοντας την 8η ταινία της, την "Φο Μπιζού". Είμαι ένας από αυτούς που έχει δει όλες τις προηγούμενες ταινίες και αυτό που μου βγήκε αβίαστα είναι πως στη φετινή προέκυψε μια κατάκτηση σε επίπεδο κιν/γραφικής γραφής. Και εννοώ, κίνηση μηχανής, σύνθεση πλάνων και σκηνών, ρυθμού, παιξίματος ηθοποιών και μοντάζ, κ.ά. Με άλλα λόγια κατ'εμέ ανέβηκε κατηγορία. Έτσι αυθόρμητα ένα "μπράβο ρε παιδιά, άντε και εις ανώτερα" μου βγήκε να πω σ'αυτούς τους μαθητές που είναι φανερό ότι δούλεψαν με πάθος και σ'αυτούς τους καθηγητές που τους βοήθησαν να γυρίσουν αυτή την δεκάλεπτη ταινία. 

telosxromuΓιώργος Ψωμιάδης. Η ταινία του Λουκά Παλαιοκρασά τοποθετεί το εκπαιδευτικό σύστημα στο επίκεντρο, εξερευνώντας το μέσα από τη ζωή και τα μάτια των μαθητών, και είναι μια κινηματογραφική καταγραφή που σε ξεβολεύει.

Δύο χρόνια. Μία κάμερα. Ένα δημόσιο ελληνικό σχολείο στην Αθήνα. Τα πρωινά στην τάξη της Γ' Λυκείου οι μαθητές βαριούνται αφόρητα, αγχώνονται, νευριάζουν. Οι περισσότεροι καθηγητές μοιάζουν βγαλμένοι από άλλο σύμπαν, έτη φωτός μακριά από αυτό των παιδιών, όπου ο λόγος είναι ξύλινος, η διδακτέα ύλη δεν χωράει σε σαράντα πέντε λεπτά και η παράδοση γίνεται υπό μορφή απαγγελίας σε ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες.

Λίγοι φαίνεται να προσπαθούν να έρθουν κοντά στα παιδιά και να καταλάβουν τον κόσμο τους. Κάποιες φορές το πεδίο μοιάζει με σκηνικό από εμπόλεμη ζώνη. Καταλήψεις και αποβολές, καρέκλες στα παράθυρα και σφραγισμένες πόρτες. Η καθημερινότητα στη σχολική χρονιά; Χασμουρητά, τσιγάρα στα κλεφτά και, μέσα σε όλα αυτά, ως ξαφνικό «δώρο», η μοναξιά μιας καραντίνας που εμφανίστηκε από το πουθενά.

avliΜαρία Κατσουνάκη. Δεν μας αποκαλύπτει πράγματα για τα οποία ήμασταν ανυποψίαστοι. Το εκτεταμένο μπούλινγκ στα σχολεία, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί σχεδόν κανόνα, κάποιες φορές, μάλιστα, με μοιραίο τέλος για το θύμα. Eφηβοι που αυτοκτονούν. Oμως, αυτό που κατορθώνει η Βελγίδα Λορά Βαντέλ, στη μόλις 72 λεπτών ταινία της, «Στην αυλή του σχολείου» (προβάλλεται στις αίθουσες), είναι να μεταφέρει χωρίς πλεονασμούς τη σκληρότητα του περιβάλλοντος και τις ποικίλες παρενέργειες. Πρωταγωνίστρια η 7χρονη Νορά (έχει εγκωμιαστεί, διεθνώς, η ερμηνεία της μικρής Μάγια Βάντερμπεκ), την οποία η κάμερα παρακολουθεί –διαρκώς από το ύψος της– να δυσκολεύεται να αφήσει το χέρι του πατέρα της για να περάσει στη σχολική επικράτεια.

godard4Δεν είναι το ίδιο οι ταινίες που μου άρεσαν πολύ, όπως η Ευδοκία, Ο πολίτης Κέην, Μπλέιντ Ράνερ, Τα φτερά του έρωτα, Τσαϊνατάουν, Ένας χωρισμός, Ο δραπέτης, του Αβραάμ Πολόνσκι, Μάτια ερμητικά κλειστά, Μανχάταν, Οι δυο ληστές, Άγρια συμμορία, Οι ζωές των άλλων, Ο Νονός ΙΙ και η Αποκάλυψη τώρα και άλλες πολλές και οι σκηνοθέτες που μου άρεσαν πολύ για το ξεχωριστό στίγμα τους παρόλο που είχαν γυρίσει και μέτριες ταινίες, όπως π.χ ο Μπονιουέλ, ο Χίτσκοκ, ο Κασσαβέτης, ο Ριβέτ και ο Τρυφώ, ο Τζιμ Τζάρμους, οι όψιμοι  Αντονιόνι και Φελίνι, ο Γούντι Άλεν, ο Ταρκόφσκι και ο Ιοησιλιάνι και προπάντων ο Γκοντάρ. Ο Γκοντάρ μου άρεσε τόσο ώστε κάποιος που θα είχε σχηματίσει μια ιδέα για μένα θα μπορούσε να πει ότι "καλέ αυτός είναι ένας τύπος που, άκουσον άκουσον, τον έφτιαχνε ο Γκοντάρ" κι αυτό από μόνο του αποτελεί κάτι ανάμεσα σε εύσημο και σε κράξιμο, μιας και σε πολύ λίγους άρεσε. 

Το παράδοξο με τις ταινίες του Γκοντάρ είναι πως όλες οι ταινίες του στην καλύτερη περίπτωση αφήναν κάτι χαραμάδες ίσα ίσα για να βρέχω τα πόδια μου στις ακτές τους αλλά μετά τις ένιωθα ξαφνικά να δουλεύουν σαν τρελές μέσα μου προκαλώντας κάθε είδους συνειρμούς ακόμα και συναισθηματικούς και που ένας μάγος τους διεύθυνε ερήμην μου προκαλώντας ποικίλες συνθέσεις. Μία απ'αυτές ήταν να αρχίσω να γυρίζω κι εγώ ταινίες,

suntanΑπό το «τράβα μαλλί» πάνω από τις αμμουδιές της Λήμνου και τα Μάταλα της Βλαχοπούλου, ως τη Σίφνο της Νήσου και την Αντίπαρο του Suntan, το ελληνικό καλοκαίρι βρήκε στις ταινίες αυτό ακριβώς που του άξιζε. Γράφει ο Δημήτρης Πάντσος.

Φως, κολύμπι, θάλασσα, γλέντι, ο έρωτας που ξέρει πώς να καψαλίζεται στην άμμο αλλά και μοναξιά, νύχτα, άδεια πόλη κι ο έρωτας που ξέρει πως να ξενυχτάει και μετά να φεύγει σκυθρωπός.

 

Το ελληνικό καλοκαίρι, πολύτιμο, ελεύθερο, επικοινωνιακό, καυτό, ζουμερό, αγαπησιάρικο, τζαναμπέτικο, γκρινιάρικο, σοβαρό και ελαφρά λικνιζόμενο έχει τρυπώσει στις ταινίες του εγχώριου σινεμά, από τις μέρες της Φίνος Φιλμ ως τα απόμερα του Greek weird wave, με όλους τους τρόπους, ακόμη κι αυτούς που δεν φαντάζεσαι. Διαλέξαμε τους τριάντα πιο χαρακτηριστικούς.

aspromavri2Διευκρίνηση. Το ότι εμένα με χρωμάτισαν αυτές οι τρεις ταινίες δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα χρωματίσουν κι όλους εκείνους που θα τις δουν. Ακόμα κι αν το θέμα αυτό καθ'εαυτό ενδιαφέρει τον θεατή όπως και ο τρόπος που το παρουσιάζουν σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι κοντά στα αισθητικά πρότυπά του,  ακόμα και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα τον αγγίξει το έργο. Κι αυτό γιατί τα ασύνειδα γούστα του καθενός, γούστα της παιδείας του και της παραπαιδείας της εποχής του, αυτά που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πιστεύω ότι είναι ίσως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας. Γούστα που μέρος τους μόνο είναι και οι κατακτήσεις που έχει κάνει ο καθένας μας. Προσωπικά, έχω κατασταλάξει μέσα απ' αυτά που ζω κι αυτά που θα'θελα και μετά από χρόνων αμφιταλαντεύσεις, ότι κάθε φορά που νιώθω ότι η φόρμα και η λειτουργικότητα ενός έργου δένουν αρμονικά και ότι ο τρόπος παρουσίασης του θέματος γίνεται μέσα μου ένα με το θέμα, τότε το έργο αυτό λιώνει πάγους της ψυχής μου και το φχαριστιέμαι. Σπανίως μου συμβαίνει, πάντα όμως είναι υπέροχη η αίσθηση αυτή, όπως περίπου ένα νηφάλιο μεθύσι με φίλους.

trentinian1Σε όλες τις ταινίες που τον έχω δει πάντα ήταν ένα συν ακόμα κι αν αυτές ήταν μέτριες. Με ένα αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο και με μια δουλεμένη εσωστρέφεια κατάφερνε να μεταδίδει σκέψεις και συναισθήματα αναδεικνύοντας με σαφήνεια τον ψυχισμό των όχι και τόσο συνηθισμένων χαρακτήρων που ερμήνευσε δίχως να καταφεύγει σε κοινότοπες υπερβολές.

Στην Ελλάδα έγινε ιδαίτερα γνωστός όταν έπαιξε στην ταινία του Κώστα Γαβρά "Ζ" (1969). Ο κεντρικός χαρακτήρας σ'αυτή την ταινία, ο δικαστής (Xρήστος Σαρτζετάκης) που τον ενσάρκωσε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, προσπαθεί να αποκαλύψει την αλήθεια σχετικά με την δολοφονία ενός εξέχοντος πολιτικού της αριστεράς, που τον ενσάρκωσε ο Ιβ Μοντάν, ενώ οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και ο στρατός προσπαθούν να καλύψουν την συμμετοχή τους. Η ταινία αποτελεί μια προσαρμογή των γεγονότων τα οποία ακολούθησαν την δολοφονία του πολιτικού Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Η ταινία είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό επειδή, την εποχή της κυκλοφορίας της, η Ελλάδα βρισκόταν επί δυο χρόνια υπό στρατιωτική δικτατορία. Το «Z» κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, ενώ ο Τρεντινιάν τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας το 1968 στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία «Z».

magnitika2Η 13η απονομή των βραβείων Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου μόλις ολοκληρώθηκε. Τα βραβεία μαγνήτισε η ταινία του Γιώργου Γούση, συγκεντρώνοντας 5 Ιρις, ανάμεσα στα οποία και αυτό της Καλύτερης Ταινίας.

Με οικοδεσπότες την Ηρώ Μπέζου και τον Γιάννη Παπαδόπουλο και μουσική υπόκρουση από τα 60s, η 13η απονομή των Βραβείων Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου ανέδειξε μεγάλο νικητή τους πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες, με τα «Μαγνητικά Πεδία» του Γιώργου Γούση να φεύγουν με 5 συνολικά βραβεία, ανάμεσα στα οποία και αυτό της Καλύτερης Ταινίας Μεγάλου Μήκους Μυθοπλασίας.

Τα υπόλοιπα βραβεία μοιράστηκαν σε διαφορετικές ταινίες - από τη «Σμύρνη μου Αγαπημένη» που σάρωσε στις τεχνικές κατηγορίες, την «Αγία Εμυ» που χάρισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στην Αρασέλη Λαιμού, τη «Σελήνη, 66 Ερωτήσεις» της Ζακλίν Λέντζου να κερδίζει το Βραβείο Μοντάζ και αυτό του Α' Ανδρικού Ρόλου για το Λάζαρο Γεωργακόπουλο.

godard3Τα χρόνια που ας πούμε άνθιζα, μία τέχνη που με σκάλιζε, με κλάδευε με πότιζε και μου άρεσε ήταν ο κινηματογράφος. Ήταν τα χρόνια όπου μερικές φορές ανέβαινα στην Αθήνα μονάχος για να δω κάποιες λοξές ταινίες που με εξίταραν. Θυμάμαι επίσης ότι από μικρός αντέγραφα πολλούς ήρωες ταινιών και αργότερα συναντήθηκα με ταινίες που συνδυαστικά ανέβαζαν με ένα μυστήριο τρόπο τη διάθεση μου και έφτιαχναν καρέ καρέ το είναι μου. Εκείνα τα ωραία χρόνια υπήρξαν στην αρχή πέντε σκηνοθέτες - Λουίς Μπονιουέλ, Όρσον Γουέλς, Άλφρεντ Χίτσκοκ, Γούντι Άλλεν και Ζακ Λυκ Γκοντάρ - που ήταν οι αγαπημένοι μου, δηλαδή τους θαύμαζα για τις φωτιές που άναβαν μέσα κι έξω από τις ταινίες τους. Από αυτούς ζουν ακόμα οι δυο τελευταίοι.

Το 1960 ο τριαντάρης Ζαν Λυκ Γκοντάρ, κριτικός μέχρι τότε στο περιοδικό Καγιέ ντε Σινεμά, γύρισε την πρώτη του ταινία με τίτλο "Με κομμένη την ανάσα". Μια ταινία που υπήρξε το εναρκτήριο λάκτισμα της νουβέλ βαγκ, που από τους περισσότερους ειδικούς θεωρείται το πιο σημαντικό κινηματογραφικό κίνημα στην ιστορία του σινεμά. Αυτής της ομάδας πολλοί έχουν πει, μιλώντας βεβαίως κάπως σχηματικά, ότι ο Γκοντάρ υπήρξε το μυαλό της ενώ ο Φρανσουά Τρυφώ (Παρίσι, 1932-1984) η καρδιά της. Ο Γκοντάρ στα 88 του γύρισε την τελευταία του ταινία "Το βιβλίο των εικόνων" που κέρδισε τον πρώτο ειδικό Χρυσό Φοίνικα και που όπως είπαν πολλοί πρόκειται για ένα υβριδικό φιλμ κατάλληλο για μουσεία, γκαλερί και σχολές κιν/γράφου. Πρόσφατα έκανε κάποιες δηλώσεις με αφορμή το 75ο Φεστιβάλ των Κανών που τελειώνει σε δυο μέρες.

trialΜ.Παρασκευή στις 11 το βράδυ ευτυχώς δεν βάραιναν τα βλέφαρά μου  και ξαναείδα στην ΕΡΤ 3 τη "Δίκη" (1962) του Όρσον Ουέλς, βασισμένη στο μυθιστόρημα του εβραϊκής καταγωγής Φράντς Κάφκα (Πράγα, 1883- 1924). Το μυθιστόρημα αυτό το είχα διαβάσει στα νεανικά μου χρόνια, αποφάσισα όμως τώρα να το ξαναδιαβάσω. Ο Κάφκα με τον στεγνό ποιητικό τρόπο της καλπάζουσας φαντασίας του άπλωσε στη "Δίκη" του αυτό που θεώρησε σημαντικό στον κόσμο που ζούσε, ότι δηλαδή ο κάθε άνθρωπος είναι υποψήφιος για να ενοχοποιηθεί κάτι που προκύπτει από τη σχέση του με τα γραφειοκρατικά καθεστώτα της εποχής του που θέριευαν διαρκώς, κάτι που το ευνοούσε το πολιτισμικό του υπόβαθρο.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τα μυθιστορήματα του Κάφκα είναι πως στη διαθήκη του ανέθεσε στον επιστήθιο φίλο του Μαξ Μπροντ να κάψει όλα τα έργα του. Αυτός όμως αγνόησε την επιθυμία του φίλου του και ξεκίνησε να εκδίδει έργα του, όπως Η δίκη, Ο πύργος, Η Αμερική, τα αριστουργήματά του δηλαδή, όλα έργα ημιτελή.

Σελίδα 1 από 8