Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020 19:20

Ευτυχιοκρατία: Η κολλώδης βιομηχανία των «θετικών συναισθημάτων»

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo13Πώς η βιομηχανία της θετικότητας μετακυλίει στους ανθρώπους την ευθύνη για την πλειονότητα των κακοτυχιών και της αντικειμενικής αδυναμίας τους, ανεξαρτήτως του πόσο μυωπική, αστήρικτη ή άδικη είναι μια τέτοια κρίση. 

Κυνεγόνδη [Cunegonde], η αριστοκρατική ηρωίδα του μυθιστορήματος Καντίνι του Βολταίρου, η Πολλυάννα Γουίττιερ [Pollyanna Whittier], το νεαρό ορφανό κορίτσι της κλασικής σειράς παιδικής λογοτεχνίας με τίτλο Πολλυάννα της Έλεανορ Πόρτερ [Eleanor Porter], και ο Γκούιντο Ορεφίτσε [Guido Orefice], ο κεντρικός ήρωας της ταινίας "Η ζωή είναι ωραία" του Ρομπέρτο Μπενίνι [Roberto Benigni], όλοι τους έχουν κάτι κοινό. Παρότι υπομένουν φριχτές κακουχίες και τραγικά γεγονότα, παραμένουν πεπεισμένοι ότι όλα για καλό γίνονται σε τούτη την κοιλάδα των δακρύων.

Παρότι η ζωή τούς καταφέρει σκληρά χτυπήματα, είναι όμορφη τελικά. Ακόμη κι αν ο κόσμος τούς στερεί την τιμή, την οικογένεια ή την ελευθερία τους, δεν θα μπορούσε ποτέ να τους εμποδίσει να καταφύγουν στο «παιχνίδι της χαράς», μια δραστηριότητα που συνίσταται στην αναζήτηση της θετικής πλευράς οποιασδήποτε κατάστασης, όσο θλιβερή κι αν είναι. Η σκοτεινή, άλλη όψη στις ιστορίες αυτών των παραδειγματικών, αξιαγάπητων χαρακτήρων είναι ότι η ευτυχία, όπως και η δυστυχία, παρουσιάζεται ως ζήτημα προσωπικής επιλογής και, συνεπώς, όσοι επιλέγουν να μην παίξουν το παιχνίδι της χαράς προκαλούν την υπόνοια ότι επιθυμούν την κακοτυχία και άρα, ευθύνονται γι' αυτήν.  

 Διατυπωμένο δίχως τον μανδύα της μυθοπλασίας, το συγκεκριμένο μήνυμα αποτελεί τον πυρήνα του επιστημονικού λόγου περί ευτυχίας εν γένει, και εννοιών όπως η ψυχική ανθεκτικότητα ειδικότερα. Τα μυθιστορήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι πολυάριθμες βιογραφίες με αίσιο τέλος που κυκλοφορούν στην αγορά της λογοτεχνίας αυτοβοήθειας, καθώς και η επιστημονική έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας μεταδίδουν δύο βασικά ηθικά διδάγματα: ότι η δυστυχία είναι ανώφελη αν δεν μπορεί να αντλήσει κανείς από αυτήν κάποιο θετικό μάθημα και ότι η παρατεταμένη δυστυχία συνιστά επιλογή, εφόσον, ανεξάρτητα από την πιθανότητα αποφυγής κάποιων τραγικών καταστάσεων, τα άτομα έχουν τη δύναμη να δραπετεύουν από αυτές. Πράγματι, οι επιστήμονες της ευτυχίας μεταδίδουν και επαναλαμβάνουν συχνά το μήνυμα ότι όλοι μπορούν να υιοθετήσουν μια θετική οπτική, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων συνθηκών ζωής τους. Αν όσοι είναι αγχωμένοι, περιθωριοποιημένοι, θύματα εκμετάλλευσης, φτωχοί, χρεοκοπημένοι, εθισμένοι, άρρωστοι, μοναχικοί, άνεργοι, αποτυχημένοι, όσοι βυθίζονται στο πένθος, τη νοσταλγία ή την κατάθλιψη κ.ο.κ. δεν ζουν πιο ευτυχισμένες και ικανοποιητικές ζωές, αυτό συμβαίνει διότι δεν έχουν καταβάλει αρκετά σκληρή προσπάθεια διότι δεν συντόνισαν τη διάθεση και τη στάση τους σε θετική συχνότητα ή διότι, όταν έπεσαν στα βαθιά, δεν χάρηκαν το κολύμπι. 

Αναλογιστείτε το παρακάτω παράδειγμα. Ερωτώμενη αν το να εστιάζει κανείς σε θετικά συναισθήματα συνιστά, στην πραγματικότητα, πολυτέλεια, στην οποία ελάχιστοι μπορούν να έχουν πρόσβαση, δεδομένων των απαίσιων και απαιτητικών συνθηκών που ενδέχεται να επικρατούν στις ζωές τους, η Μπάρμπαρα Φρέντρικσον απάντησε:  Θεωρώ ότι όλοι έχουν πρόσβαση στα θετικά συναισθήματα. Έχουν διεξαχθεί έρευνες σε ανθρώπους που ζουν σε παραγκουπόλεις ανά τον κόσμο, αλλά και σε πόρνες, με αντικείμενο την αίσθηση του ευ ζην και της ικανοποίησης από τηζωή. Τα δεδομένα δείχνουν ότι τα θετικά συναισθήματα σχετίζονται λιγότερο με υλικούς πόρους απ' ό, τι θα πίστευε κανείς· το βασικό είναι η στάση και ο τρόπος με τα οποία προσεγγίζει κανείς τις συνθήκες ζωής του. Μια σκληρή ζωή φαντάζει στον εξωτερικό παρατηρητή χειρότερη από ό,τι είναι. Όταν αντικρίζουμε κάποιον άστεγο, νομίζουμε ότι η ζωή αυτού του ανθρώπου πρέπει να είναι φριχτή σε κάθε λεπτό της. Νομίζουμε ότι το να πάσχει κανείς από ορισμένες ασθένειες ή να έχει σωματικούς περιορισμούς πρέπει να είναι συνεχώς φριχτό. Ωστόσο, αν πραγματοποιήσεις έρευνες με ανθρώπους που πάσχουν από αυτές τις ασθένειες ή ζουν στον δρόμο, ανακαλύπτεις ότι αισθάνονται όμορφα όταν συνευρίσκονται με τους φίλους ή τις οικογένειές τους και ότι ενθουσιάζονται όταν συναντούν κάτι καινούργιο και ούτω καθεξής.  

Αναμφίβολα, η αναπλαισίωση του αρνητικού με όρους θετικότητας ή η επίδειξη μιας θετικής αυτοεικόνας, που βοηθά στην υπέρβαση των αναπόφευκτων δυσκολιών της ζωής, ενδέχεται να είναι επωφελείς και ενδεδειγμένες σε ορισμένες περιστάσεις, όσο παραμένουν συνετές (βλ. τη συζήτηση περί θετικών ψυχολογικών συμβουλών και επιστημονικοφανούς παρουσίασης της κοινής λογικής στο τέταρτο κεφάλαιο). Κάτι τέτοιο δεν είναι προβληματικό. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η θετικότητα μετατρέπεται σε τυραννική στάση που μετακυλίει στους ανθρώπους την ευθύνη για την πλειονότητα των κακοτυχιών και της αντικειμενικής αδυναμίας τους, ανεξαρτήτως του πόσο μυωπική, αστήρικτη ή άδικη είναι μια τέτοια κρίση. 

Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται όταν μία επιστήμη της ευτυχίας υποστηρίζει ότι αυτή η τυραννική θετική στάση βασίζεται σε εμπειρικά, αντικειμενικά δεδομένα. Σε έναν κόσμο όπου όλοι θεωρούνται υπόλογοι για τις δυστυχίες τους, δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για οίκτο ή συμπόνοια. Σε έναν κόσμο όπου όλοι θεωρούνται εγγενώς εφοδιασμένοι με τους απαραίτητους μηχανισμούς για τη μετατροπή της αντιξοότητας σε πλεονέκτημα, το περιθώριο διαμαρτυρίας είναι εξίσου περιορισμένο.

Η αμφισβήτηση της ισχύουσας τάξης πραγμάτων, η αποοικειοποίηση του οικείου και η διερεύνηση των διαδικασιών, των νοημάτων και των πρακτικών που διαμορφώνουν τις ταυτότητες και την καθημερινή μας συμπεριφορά συνιστούν ουσιώδη εγχειρήματα του κοινωνικού κριτικού στοχασμού. Η σύλληψη εναλλακτικών και πιο απελευθερωτικών τρόπων ζωής, οργάνωσης της επιθυμίας, προσανατολισμού της επιθυμίας, καθώς και απονομής της δικαιοσύνης και παροχής ικανοποίησης αποτελεί εξίσου κομμάτι του, εφόσον ένας ορισμένος βαθμός ουτοπικής σκέψης δεν είναι απλώς αναπόφευκτος αλλά μάλλον απαραίτητος, στο πλαίσιο τόσο των κριτικών όσο και των εποικοδομητικών κοινωνικών αναλύσεων. Δεν προξενεί, ωστόσο, έκπληξη το γεγονός ότι η ιδεολογία της ευτυχίας καθιστά ανενεργά τα παραπάνω. Η συγκεκριμένη ιδεολογία παρουσιάζεται με λάβαρό της την πραγματικότητα, όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση λιγότερο ουτοπική σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια τελειοποίησης της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας, παρά τα όσα υποστηρίζουν οι θιασώτες, οι επιστήμονες και οι επαγγελματίες της ευτυχίας. Οι κατέχοντες την εξουσία θα υποστηρίζουν πάντοτε ότι η πραγματικότητα είναι με το μέρος τους, όχι εξαιτίας της ακρίβειας των ισχυρισμών τους, αλλά κυρίως διότι έχουν τη δύναμη να καθιστούν αυτούς τους ισχυρισμούς αληθοφανείς. Οι θετικοί ψυχολόγοι, όπως η Φρέντρικσον, έχουν την άνεση να δηλώνουν ανοιχτά ότι τα θετικά συναισθήματα και η καλή ζωή είναι διαθέσιμα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων συνθηκών ζωής τους, σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των άστεγων ανθρώπων και των εκδιδόμενων γυναικών, όχι μόνο διότι αυτοί οι επιστήμονες έχουν τη δύναμη να διατυπώνουν τέτοιους αστήρικτους και συντηρητικούς ισχυρισμούς, αλλά διότι έχουν τη δύναμη και να τους επιβάλλουν. 

Tο ότι οι επιστήμονες της ευτυχίας διάκεινται εχθρικά απέναντι στον κριτικό κοινωνικό στοχασμό δεν συνιστά μυστικό, καθώς του αποδίδουν χαρακτηρισμούς όπως «αρνητικός», «παραπλανητικός» αλλά και «ανέντιμος». Αυτοί οι επιστήμονες θεωρούν ότι πρέπει να ξεφορτωθούμε αυτού του είδους την αρνητικότητα, διότι δεν παράγει παρά μόνον άσκοπες και ανώφελες αξιώσεις κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής. Λόγου χάρη, ο Ρούουτ Βέενχοφεν έχει δηλώσει ότι η αρνητικότητα παράγει αποκλειστικά άσκοπες, ανώφελες και υπερβολικές αξιώσεις κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, διότι υποτίθεται ότι διαθέτουμε ήδη αρκετά επιστημονικά δεδομένα που αποδεικνύουν ότι το επίπεδο ζωής σε γενικές γραμμές βελτιώνεται παγκοσμίως. Οι αρνητικές αξιώσεις αυτού του είδους, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν αποτελούν παρά μέρος μιας «μακράς παράδοσης κοινωνικής κριτικής και εσχατολογικών προφητειών», η οποία τροφοδοτείται από κοινωνικούς επιστήμονες και δημοσιογράφους που, «αντλώντας από τα έργα του Μαρξ [Marx], του Φρόυντ [Freud], του Ντυρκέμ [Durkheim], του Ρίσμαν [Riesman], του Ρίτζερ [Ritzer] ή του Πάτναμ [Putnam] [...] βιοπορίζονται ενασχολούμενοι με κοινωνικά προβλήματα και γι’ αυτό τον λόγο τείνουν να υπερτονίζουν το κακό». Αυτοί οι διανοούμενοι, όπως ισχυρίστηκε, διαδίδουν μία «αρνητική εικόνα» της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία παρακωλύει τη συνειδητοποίηση των υπαρκτών βελτιώσεων. Ο Σέλιγκμαν είχε ήδη αναπτύξει με παρόμοιους όρους τη συγκεκριμένη ιδέα, ισχυριζόμενος ότι «αυτές οι κοινωνικές επιστήμες πραγματοποιούν διεισδυτικές έρευνες και αποκαλύπτουν πολλές πτυχές της λειτουργίας των θεσμών που καθιστούν τη ζωή δύσκολη, αν όχι αβίωτη», αλλά δεν μας λένε τίποτα για το πώς «θα περιορίσουμε αυτές τις εξουθενωτικές συνθήκες».  

Οι ισχυρισμοί αυτού του είδους δεν προκαλούν μονάχα απογοήτευση από επιστημονική άποψη, εφόσον χαρακτηρίζονται από ιστορική αφέλεια και διανοητική παραπληροφόρηση· χαρακτηρίζονται, επιπλέον, από πολιτική επικινδυνότητα, διότι μας ωθούν στην αποδοχή της πανγλωσσιανής, αφελώς αισιόδοξης και υπεραπλουστευτικής άποψης ότι ο κόσμος στον οποίον ήδη ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός. Όπως λέει ο Τόμας, ένας από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος "Οι Μπούντενμπροκ" του Τόμας Μανν, το ζήτημα δεν έγκειται απλώς στην αποδοχή της ιδέας ότι ο κόσμος στον οποίον ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός, κάτι που δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε το ζήτημα, έγκειται μάλλον στη διερώτηση περί του αν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο που μπορούμε να φανταστούμε. Πάνω σε αυτό ακριβώς μας καλεί να προβληματιστούμε ο κριτικός κοινωνικός στοχασμός. Μολαταύτα, ο τυραννικός θετικός στοχασμός μάς ωθεί στην υιοθέτηση της πρώτης εκδοχής, ενώ μας αποτρέπει από το να αναλογιζόμαστε τη δεύτερη.  

Η απώθηση των αρνητικών συναισθημάτων και σκέψεων δεν συμβάλλει απλώς στη δικαιολόγηση της ύπαρξης υπόρρητων κοινωνικών ιεραρχιών και στην υποστήριξη συγκεκριμένων ιδεολογιών. Επιπλέον, απονομιμοποιεί και καθιστά κοινότοπη τη δυστυχία. Η διάχυτη επιμονή μετατροπής του άχρηστου αρνητικού σε παραγωγικό θετικό προ- κειμένου να συντηρήσουμε μια αισιόδοξη στάση απέναντι στον εαυτό μας και τον κόσμο δεν μετατρέπει απλώς συναισθήματα όπως η αγωνία, ο θυμός και η λύπη σε κάτι αποδιοργανωτικό και ανεπιθύμητο, αλλά, ακόμη χειρότερα, σε κάτι άγονο, ανώφελο ή «τιποτένιο», όπως το έθεσε ο Λεβινάς [Levinas]. Οι Κυνεγόνδες, οι Πολλυάννες και οι Γκούιντο αυτού του κόσμου μετατρέπουν τη δυστυχία σε κάτι προσβλητικό για όσους δεν υποφέρουν, αλλά και σε ένα λιγότερο ανεκτό και πιο ταπεινωτικό αίσθημα για όσους όντως υποφέρουν. Τα ικανοποιημένα άτομα που πιστώνουν στον εαυτό τους την «αρετή» ότι αισθάνονται ευτυχισμένα με τη ζωή τους νιώθουν ότι δικαιούνται να κατηγορούν για ανευθυνότητα όσους δεν βιώνουν το ίδιο, χρεώνοντάς τους λήψη εσφαλμένων αποφάσεων, ανικανότητα προσαρμογής σε αντίξοες περιστάσεις και ελλιπή ελαστικότητα, καθώς δεν αντιλαμβάνονται τις αποτυχίες ως ευκαιρίες για να ευδοκιμήσουν και να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Οι δυστυχείς, επομένως, έχουν να διαχειριστούν τόσο το ατομικό φορτίο των συναισθημάτων τους όσο και την αίσθηση ενοχής που πηγάζει από την αδυναμία τους να ξεπεράσουν τις ιδιαίτερες περιστάσεις στις οποίες διαβιούν. Η τυραννία του θετικού μάς ωθεί να αντιμετωπίζουμε τη θλίψη, την απελπισία ή το πένθος απλώς ως ασήμαντες αναποδιές ή παροδικά στάδια ζωής που θα περνούσαν αν καταβάλλαμε τον δέοντα κόπο. Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αρνητικότητα θα μπορούσε και θα έπρεπε να εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει κάποιο ίχνος ή σημάδι στον ψυχισμό μας - ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που οι θετικοί ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι έχουν ανακαλύψει τον επιστημονικό τρόπο αντικατάστασης της απελπισίας από την αισιοδοξία. Εντούτοις, η αξίωση να βλέπουμε πάντοτε τη θετική πλευρά των πραγμάτων, παρά τις καλές προθέσεις από τις οποίες εκπορεύεται, τείνει να αποκρύπτει ορισμένες βαθιές παρανοήσεις σχετικά με όσους όντως υποφέρουν και την αδιαφορία προς αυτούς.  

Ο Γουίλλιαμ Τζέιμς υποστήριξε ότι πάντοτε θα υπάρχουν πραγματικές απώλειες και πραγματικοί ηττημένοι. Η τραγωδία, μικρή ή μεγάλη, δεν μπορεί να αποφευχθεί, επειδή, πολύ απλά, η απόπειρα απάντησης σημαντικών ηθικών ερωτημάτων, όπως το «πώς θα έπρεπε να ζω», συνεπάγεται πάντοτε μια κατάσταση όπου ενα αγαθό συγκρούεται με ένα άλλο. Μονάχα οι στενόμυαλοι δεν κατορθώνουν να διακρίνουν τις πολλές πιθανές εκδοχές του εαυτού που θυσιάστηκαν και τα εναλλακτικά μονοπάτια που εγκαταλείφθηκαν προκειμένου να γίνουμε αυτό που είμαστε και να ζούμε όπως ζούμε. Δεν υφίσταται μοναδικός, πιο αυθεντικός ή ανώτερος εαυτός στον οποίον πρέπει να προσβλέπουμε, ούτε ένας μοναδικός και ανεπιφύλακτα ανώτερος στόχος ζωής τον οποίον πρέπει να κυνηγήσουμε. Αυτό ισχύει και για την ίδια την ιδέα περί ευτυχίας. Κάθε ηθική επιλογή, ανεξάρτητα από το εάν την ασκούμε ή μας επιβάλλεται, αν είναι προσωπική ή συλλογική, συνεπάγεται πάντοτε τη θυσία κάποιου αγαθού - κάποιου εαυτού στον οποίον θα άξιζε να προσβλέπουμε, κάποιων αξιών για τις οποίες θα άξιζε να μαχόμαστε ή κάποιων κοινωνικών πρότζεκτ τα οποία θα άξιζε να ολοκληρώσουμε. Εκεί ακριβώς έγκειται η απαράβλεπτη τραγωδία που ενέχει κάθε επιλογή και η οποία εδράζεται στην ίδια τη φύση της καθημερινής, προσωπικής κοινωνικής και πολιτικής εμπειρίας. Ούτε η καλύτερη δυνατή επιστήμη της ευτυχίας δεν θα ήταν σε θέση να μας γλιτώσει από τις μικρές ή μεγάλες οδύνες και απώλειες που είναι αδιαχώριστα μπλεγμένες με τις μικρές και μεγάλες θυσίες που κάνουμε στη ζωή.  

_______ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΕΥΤΥΧΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΩΣ Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ», CABANAS EDGAR, ΜΤΦΡ.ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΕΤΣΑ, ΕΚΔ. ΠΟΛΙΣ 

Πηγή:  lifo.gr

Διαβάστηκε 265 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020 19:35

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση