Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020 23:40

Τι συμβαίνει, αλήθεια, με τον Ντόναλντ Τραμπ; Της Τίνας Μανδηλαρά

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

trumpAρκεί να δει κανείς μία έστω συνέντευξη Τύπου από αυτές που συνηθίζει να παραχωρεί τον τελευταίο μήνα ο Ντόναλντ Τραμπ καθημερινά, για να διαπιστώσει το παράλογο του πράγματος: έναν Πρόεδρο σε ρόλο μπουφόνου ή διευθυντή μιας ανύπαρκτης ορχήστρας να στέκεται για ώρες στο «φανταστικό» του πόντιουμ, επαναλαμβάνοντας τα ίδια ακριβώς επίθετα, όπως «υπέροχος», «καταπληκτικός», για τον ίδιο ή για τις επιλογές του, και «αηδιαστικός», «απαίσιος» για τους δημοσιογράφους ή τους αντιπάλους του, να επιτίθεται με τρόπο απροκάλυπτο στους δημοσιογράφους και να διακόπτει τους συμβούλους του κάθε φορά που τολμούν να αρθρώσουν μια λογική ή συγκροτημένη γνώμη.

Πότε άβαφος, πότε πασαλειμμένος με παραπάνω κονσίλερ, μοιάζει με κωμικό μιας ξεπεσμένης βωβής ταινίας, από αυτές που δεν θα έβρισκαν ποτέ διανομή, ενδεχομένως επειδή ο πρωταγωνιστής είναι άγαρμπος ακόμα και για τους άγραφους νόμους της κωμωδίας. Άλλωστε, ο Ιονέσκο το έλεγε με σαφήνεια πως «το κωμικό ως αίσθηση του παραλόγου μού φαίνεται πιο απελπιστικό από το τραγικό», σαν να γνώριζε ότι ένας κωμικός ήρωας, όταν βρεθεί σε πόστο εξουσίας, φτάνει να ξεπερνά τις ειρωνικές μεταφορές του σοφόκλειου δράματος.

Η πόλη μπορεί να απαιτεί από τον ηγέτη να θυσιαστεί, να βρει τη λύση στον λοιμό και στο πολιτικό δράμα, αλλά τι συμβαίνει όταν αυτός αρνείται όχι μόνο να αντικρίσει κατάματα τη Σφίγγα αλλά και να λύσει κάθε είδους αίνιγμα; Το μόνο που κάνει εν προκειμένω ο Τραμπ είναι να αρνείται την πραγματικότητα, προοικονομώντας με τον πιο εξευτελιστικά κωμικό τρόπο την τραγική εξέλιξη ενός ατελείωτου πλέον δράματος.

Μάλιστα, κάθε φορά που κάποιος από τους συμβούλους του τολμά να αναφερθεί στα δυσάρεστα αρνητικά νούμερα και στα πραγματικά γεγονότα ‒είτε ο ειδικός σε θέματα λοιμωδών νόσων και δημόσιας υγείας, δρ. Άντονι Φαούτσι, ο οποίος μιλάει για δραματική κατάσταση, με τους νεκρούς να φτάνουν τους 42.094, είτε ο υπουργός Οικονομικών, Στιβ Μνουσίν, ο οποίος δεν αποκρύπτει τους υψηλούς δείκτες της ανεργίας, με 8 εκατομμύρια εργαζομένους να μένουν χωρίς δουλειά‒ ο Πρόεδρος τον διακόπτει, λέγοντας πως ψεύδεται!   

Δεν πάνε πολλές μέρες από τότε που ο Τραμπ, με μια εντελώς αψυχολόγητη κίνηση, έκανε δριμεία επίθεση στον σύμβουλο Υγείας, αναπαράγοντας ένα αντίστοιχα βιτριολικό τουίτ, και το ίδιο βράδυ υποστήριξε ότι δεν είναι αυτός που τον εμποδίζει να κάνει τη δουλειά του, με τον ίδιο τον Φαούτσι να σταυρώνει αμήχανα τα χέρια. Όχι ότι ο Πρόεδρος συμφωνεί με τις προτροπές του συμβούλου του, δρος Φαούτσι, να παραμείνει η χώρα σε καραντίνα λόγω του κινδύνου της δραματικής εξάπλωσης των κρουσμάτων, αλλά δεν μπορεί να παραβλέψει την αυξανόμενη δημοτικότητα του Αμερικανού Τσιόδρα. Την ίδια στιγμή, βέβαια, δεν παραλείπει να δίνει εντολή στους οπαδούς του να βγουν στους δρόμους για να διαδηλώσουν υπέρ του ανοίγματος της χώρας!

Άλλωστε, για τον Αμερικανό Πρόεδρο δεν υπάρχει κανένα δίλημμα: μεταξύ των ανθρώπινων ζωών και της οικονομίας, θα προτιμήσει την οικονομία. Μεταξύ του θανάτου και της ζωής, θα ποντάρει στον θάνατο. Πόσο μπορούν να μετρήσουν, άλλωστε, χιλιάδες ζωές, όταν τίθεται σε κίνδυνο το κατά κεφαλήν εισόδημα; Αρκεί να θυμηθεί κανείς τη σκηνή όπου ο Τραμπ ανακοίνωνε με περισσή ψυχραιμία και απόλυτο κυνισμό το ενδεχόμενο να θρηνήσει η Αμερική πάνω από «100.000 θύματα» ‒ και αυτό είναι το καλό σενάριο. «Αλλά τι σημασία έχουν οι υπολογισμοί, αφού τα πάμε καταπληκτικά και ρίχνουμε τόσα λεφτά στην οικονομία, κάτι που δεν έχει κάνει καμία κυβέρνηση σε ολόκληρη τον κόσμο;» ήταν η αμέσως επόμενη ανατριχιαστική δήλωση ενός καθαρά αμοραλιστή Προέδρου. Καμία ανησυχία στο βλέμμα και κανένα πετάρισμα στην ανακοίνωση των θανάτων που «αναμένεται να ξεπεράσουν αυτούς των δυο παγκοσμίων πολέμων». Και, φυσικά, καμία συγκίνηση.   

Αλλά γιατί να τον νοιάζει; Αγνοώντας επιδεικτικά τις παραινέσεις των συμβούλων του και αδιαφορώντας για την αυξανόμενη ανάγκη των Πολιτειών σε είδη πρώτης ανάγκης και αναπνευστήρες, δηλώνει απερίφραστα ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε διαδικασία επανέναρξης, no matter what. Χαρακτηριστική είναι η κόντρα του με τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Άντριου Κουόμο, με τον οποίο φτάνουν πλέον να ανταλλάσσουν βαρύτατους χαρακτηρισμούς, καθώς ο απελπισμένος πλέον κυβερνήτης παροτρύνει τον Τραμπ «να μη βλέπει τόσο πολλή τηλεόραση και να κοιτάξει να φέρει εις πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί από τον λαό», ενώ ο δήμαρχος της πόλης, Μπιλ ντε Μπλάζιο, αδυνατεί να πιστέψει πως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ «θα αφήσει τη Νέα Υόρκη να πεθάνει» χωρίς να τη βοηθήσει, επιμένοντας να τη θέλει απλώς ανοιχτή.

Για τον ίδιο τον Τραμπ, ωστόσο, η δουλειά έχει γίνει και δεν έχει σημασία αν οι επίσημοι δείκτες δείχνουν το αντίθετο: αρκεί ότι διέθεσε κάποια δισ. δολάρια και ότι ανάγκασε εταιρείες, όπως η General Motors, να προχωρήσουν στην παραγωγή αναπνευστήρων, επικαλούμενος την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Αλλά μέχρι εδώ: όταν είδε τα σκούρα, εξαντλώντας τους φανταστικούς εχθρούς του, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στον οποίο διέκοψε τη χρηματοδότηση, αποφάσισε ότι για όλα φταίνε οι Κινέζοι, αυτοί οι εξωτερικοί εχθροί «που σκόρπισαν στον κόσμο την πανδημία». Καμία σημασία δεν έχει αν η Νάνσι Μέσονιερ, κορυφαία επιστήμων στο Κέντρο Ελέγχου Επιδημιών των ΗΠΑ (CDC), είχε προειδοποιήσει, μήνες πριν, με επιστολή της στον Πρόεδρο, ότι πρέπει «η χώρα να προετοιμαστεί για σημαντική αρνητική επίδραση στις ζωές μας», επισημαίνοντας ότι πρέπει να «προετοιμάσουμε τα νοσοκομεία, τα σχολεία αλλά και τον κόσμο γι' αυτήν τη μεγάλη μάχη». 

Ο Τραμπ, έξαλλος, ζητούσε τότε την απομάκρυνσή της, με το πρώην αφεντικό του Κέντρου Ελέγχου Επιδημιών να αναγκάζεται, δύο μέρες αργότερα, να ζητήσει συγγνώμη από το Κογκρέσο γι' αυτή την «απρέπεια της Μέσιονερ». Κατ' εξακολούθησιν ο Τραμπ αρνούνταν να δει αυτό που ερχόταν, ενώ ακόμα και τους Κινέζους, τους οποίους τώρα θεωρεί βασικούς εχθρούς, τους έβλεπε ως φίλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά στις 24 Ιανουαρίου «ότι η Κίνα έχει δουλέψει σκληρά και θα καταφέρει να νικήσει τον κορωνοϊό». Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, δηλαδή τα πρώτα δείγματα, απέναντι στα οποία ο Πρόεδρος παρέμεινε και πάλι αδρανής, υποστηρίζοντας πως δεν είναι δυνατόν τα χρηματιστήρια να πέφτουν επειδή «ακούν κάποια fake news».

Επιμένοντας ότι ο ιός είναι απλώς σαν αυτόν της γρίπης, έλεγε ότι «θα φύγει μόλις φτιάξει ο καιρός, που είναι ήδη πολύ καλός σε διάφορες περιοχές, όπως η Φλόριντα». Όταν όμως ο κορωνοϊός επέμενε, υποστήριζε ότι «έχουμε άπειρα τεστ και είναι πανέμορφα»(sic), επιβεβαιώνοντας τον κόσμο πως «όλα πάνε τέλεια». Παρότι οι ίδιοι οι υπεύθυνοι της εκστρατείας κατά του κορωνοϊού, τόσο η Ντέμπορα Μπερξ όσο και ο Άντριου Φαούτσι, προειδοποιούσαν από την πρώτη μέρα για τη σοβαρότητα της νόσου, ο Τραμπ το αρνιόταν κατηγορηματικά. Ειδικά απέναντι στον τελευταίο, δηλαδή τον προβεβλημένο επιστήμονα και υπεύθυνο του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Μολυσματικών Νόσων των ΗΠΑ, ο Πρόεδρος ήταν και παραμένει παραπάνω από επιθετικός, ειδικά από τη στιγμή που ο Φαούτσι υποστήριξε, κόντρα σε όλα όσα λέει ο προϊστάμενός του: «Δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμα δεν έχουμε επιβάλει καθολικό κλείσιμο στις Πολιτείες».

Αντιδρώντας στις προτροπές αυτές, ο Τραμπ επέμεινε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν, γιατί είναι αντίθετο με το Σύνταγμα, και ότι οι κυβερνήτες είναι υπεύθυνοι να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις Πολιτείες τους ‒ την ίδια στιγμή, βέβαια, ο ίδιος δήλωνε απερίφραστα στους δημοσιογράφους ότι ο «νόμος των ΗΠΑ είμαι εγώ». Μάταια οι δημοσιογράφοι των εφημερίδων αλλά και κορυφαίων δικτύων, όπως το CNN, του ζητούσαν με κείμενά τους να κηρύξει καθολική καραντίνα. Ακόμα και το ουδέτερο σε τέτοια ζητήματα έγκριτο περιοδικό «New Yorker» υποστήριξε σε κεντρικό, παρεμβατικό του κείμενο: «Ο Πρόεδρος μπορεί να ζητήσει τέτοιες εξουσίες, όπως το έκανε παίρνοντας την έγκριση για τη χρηματοδότηση ή για την επίταξη των εργοστασίων. Καταρχάς, το Κογκρέσο μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον Πρόεδρο να προβεί σε τέτοιους είδους ενέργειες για το κοινό καλό, εκδίδοντας σχετική απόφαση για την παραμονή στο σπίτι για συγκεκριμένο διάστημα, επικαλούμενος λόγους εθνικής υγείας, και να προχωρήσει, όταν χρειαστεί, με τον ίδιο τρόπο στην άρση της εντολής. Το Σύνταγμα δίνει τέτοιο δικαίωμα». Το πρόβλημα όμως για τον Τραμπ δεν ήταν η καθολική επιβολή μέτρων αλλά το αντίθετο. Απόδειξη ότι αποφάσισε, κόντρα σε κάθε λογική, εν μέσω πανδημίας, το άνοιγμα της χώρας! 

Γνωρίζοντας, μάλιστα, πως κάτι τέτοιο επιθυμούν ακραίοι ρεπουμπλικάνοι κυβερνήτες, όπως ο Ρον Ντεσάντις στη Φλόριντα, ο Τραμπ προχώρησε σε αυτή την απόφαση, ασκώντας παράλληλα πιέσεις σε όλους όσοι έχουν διαφορετική γνώμη, όπως ο κυβερνήτης του Οχάιο, Μάικ Ντεγουάιν, ο οποίος, παρότι ρεπουμπλικάνος, αντιτίθεται σε μια τέτοια, «επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία απόφαση».  

Ανακαλύπτοντας, μάλιστα, ότι πολλοί δεν θα θελήσουν να υπακούσουν σε μια τέτοια επικίνδυνη εντολή, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αποφάσισε να κατεβάσει στον δρόμο τον κόσμο, παροτρύνοντάς τον, μέσα από μηνύματα στο Τουίτερ, να ελευθερώσει τα «κρατίδιά» του. Είναι ήδη γνωστές οι εικόνες των διαφόρων «ψεκασμένων», με ψεύτικες αλά Τραμπ περούκες, χρυσά παντελόνια και εντυπωσιακά θωρηκτά-αυτοκίνητα να συγκεντρώνονται μπροστά από τον Λευκό Οίκο για να διαμαρτυρηθούν, εννοείται χωρίς γάντια και χωρίς μάσκες, έχοντας απέναντί τους υγειονομικούς υπαλλήλους που υποστηρίζουν το αντίθετο. Ακόμα και ο ίδιος ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, φάνηκε να τα έχει χαμένα, καθώς αρνούνταν να απαντήσει σε ερωτήσεις του NBC για τα ανήκουστα αυτά τιτιβίσματα-προτροπές του Τραμπ σε στασιασμό εναντίον της δημόσιας υγείας!  

«Νομίζω ότι ο Πρόεδρος θα προσπαθήσει να παροτρύνει τους κυβερνήτες να βρουν ασφαλείς τρόπους επιστροφής στην κανονικότητα, πάντοτε με μέτρο και υπευθυνότητα» ήταν η άκρως διπλωματική απάντησή του Πενς. Είναι όντως τρομερό να παρακολουθεί κανείς την απέλπιδα προσπάθεια του κύκλου των διαφόρων συμβούλων να προσπαθούν να συμμαζέψουν τις αδιανόητες ενέργειες ενός Προέδρου σε αποδρομή. 

Σε αντίθεση με άλλους Προέδρους των ΗΠΑ, οι οποίοι προσπαθούσαν να θέσουν εαυτόν στην υπηρεσία μιας υποτιθέμενα υπέρτατης αξίας και να κατεβούν, έστω και κάπως αδέξια, από το αξίωμά τους στο ταπεινό επίπεδο του λαού με τη μεγάθυμη αυτή υπέρβαση που επιβάλλει η αμερικανική ιδέα, ο Πρόεδρος σε κάθε λόγο του φροντίζει απλώς να αυτοθαυμάζεται. Καμία επίκληση στον δημοκρατικό λαό, στην προσφορά του ή στην αρχετυπική, κατά κάποιον τρόπο, τάση που έχει πάντα να μάχεται για τον κοινό σκοπό. Γιατί οι Αμερικανοί, επιμένοντας να πασχίζουν όποτε χρειάζεται για την πατρίδα, δείχνουν να μπορούν να συνασπίζονται σε κοινές προσπάθειες, κάτι που ο Τραμπ ούτε αντιλαμβάνεται ούτε καν αφουγκράζεται.

Για εκείνον, προτεραιότητα έχει η ατομική επιβίωση ή, μάλλον, το απρόσωπο κέρδος των επιχειρήσεών του και των όποιων επιχειρηματιών στηρίζουν τις παρανοϊκές επιλογές του. «Δεν μπορεί κανείς να βλέπει τέτοιου είδους δικτατορικού τύπου αντιδράσεις να επιβάλλονται στη δημοκρατική Αμερική» επισημαίνει σχετικά η διακεκριμένη συγγραφέας και δημοσιογράφος Φρίντα Γκίτις με άρθρο της στο «Atlantic», καταλήγοντας πως «εγκυρότητα μοιάζει να έχει μόνο ό,τι κάνει μασάζ στο αδιανόητο εγώ ενός ανασφαλούς ανθρώπου, ο οποίος δείχνει να γνωρίζει καλά μόνο από τακτικισμούς». Πολλοί είναι, μάλιστα, αυτοί που αρχίζουν να σιγοψιθυρίζουν ή και να φωνάζουν ακόμα, όπως ο πρώην διευθυντής Επικοινωνίας του Αμερικανού Προέδρου, Άντονι Σκαραμούτσι, ότι η χώρα βρίσκεται σε κίνδυνο, αφού είναι στα χέρια ενός «κατεξοχήν νάρκισσου, μονομανούς, που ψεύδεται ασύστολα, ενισχύοντας φασιστικού τύπου συμπεριφορές».

Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Κέιγκαν δεν δίστασε να δημοσιεύσει κείμενο στην «Washington Post» με τον τίτλο «Έτσι έρχεται ο φασισμός στην Αμερική», κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, ενώ ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, Τζέισον Στάνλεϊ, εξακολουθεί να γράφει βιβλία όπου περιγράφει το νέο φαινόμενο ολοκληρωτισμού που προωθεί ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Ωστόσο, ευτυχώς τα σχόλια δεν μένουν μόνο σε θεωρητικό επίπεδο και κάποιοι σκέφτονται να προχωρήσουν στην πράξη. Πρώην στέλεχος του Λευκού Οίκου, και μάλιστα σε διοικητικό πόστο, έστειλε ανώνυμη επιστολή στους «New York Times», όπου γνωστοποιεί την απόφαση πολλών μελών του Κογκρέσου να επικαλεστούν την 25η τροπολογία του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία ένας Πρόεδρος μπορεί να καθαιρεθεί για λόγους ψυχικής υγείας. Η πρόταση είχε τεθεί ξανά επί τάπητος πριν από λίγους μήνες, αλλά δεν είχε γίνει δεκτή, καθώς τότε, σύμφωνα με τους «New York Times», «κανείς ρεπουμπλικάνος δεν ήθελε να προκαλέσει συνταγματική κρίση». Τώρα όμως, και με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να είναι διαρκώς εις βάρος του Ντόναλντ Τραμπ και με μια τεράστια υγειονομική και οικονομική κρίση να μετρά ήδη νεκρούς και ανέργους, πολλοί το σκέφτονται πλέον σοβαρά. Όλοι, επίσης, αντιλαμβάνονται ότι το παρανοϊκό φίδι που έτρεφαν στον κόρφο τους κινδυνεύει πλέον να καταπιεί και τους ίδιους, παρασύροντας μια ολόκληρη χώρα κυριολεκτικά στον θάνατο.

Όπως έγραφε ο συγγραφέας Νέιτ Γουάιτ σε ένα κείμενο που έκανε τον γύρο του Διαδικτύου, στο οποίο εξηγούσε τους λόγους που οι Βρετανοί απεχθάνονται σφόδρα τον Ντόναλντ Τραμπ: «Ο Αμερικανός Πρόεδρος κάνει τον Νίξον να φαίνεται αξιόπιστος και τον Τζορτζ Μπους έξυπνο. Η αλήθεια είναι πως αν ο Φρανκενστάιν αποφάσιζε να δημιουργήσει ένα τέρας με υλικά τα πιο αδύναμα κομμάτια του ανθρώπινου είδους, θα έφτιαχνε τον Τραμπ. Και ένας μετανιωμένος δόκτωρ Φρανκενστάιν, τραβώντας τα μαλλιά του, θα ούρλιαζε σε πλήρη απελπισία: "Θεέ μου, τι δημιούργησα;"». Με τη μόνη διαφορά ότι αν ο θρυλικός Φρανκενστάιν και το δημιούργημά του κατάφεραν να υπαγορεύσουν μερικές από τις πιο όμορφες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας από τη Μαίρη Σέλεϊ, ο Τραμπ απλώς πρωταγωνιστεί σε ένα πραγματικό θρίλερ με μοναδικό θύμα τον ίδιο τον αμερικανικό λαό. Και αυτή είναι η μόνη και άκρως τραγική αλήθεια. 

Πηγή:  lifo.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020 23:52

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση