Σάββατο, 07 Ιουνίου 2014 00:39

Της τετράδος της ξακουστής του Πειραιώς της άλλαξαν τα φώτα τα παλιά με σύγχρονα και δυνατά

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Όλα ήταν ωραία και καλά. ΠΈΤΡΙΝΗ αποθήκη στο Λιμάνι, ως χώρος και ως σκηνικό, άριστη. Αλλά μήπως για άλλου τύπου συναυλία; Οι μουσικοί; Ο ένας καλύτερος από τον άλλον και επικοινωνιακοί και δοτικοί. Και οι τραγουδιστές; 'Έξοχοι όλοι τους. Ακόμα και η ανάγνωση των κειμένων, οι φωτογραφίες εποχής, τα μίνι ντοκιμαντέρ, όλα ωραία και καλά.

Και τα τραγούδια; Σχεδόν έπαιξαν και τραγούδησαν τα πιο αντιπροσωπευτικά της Τετράδας της ξακουστής του Πειραιώς και με αρκετά καλή σειρά. Και το κοινό; Καλοντυμένο, λίγο περισσότερες οι γυναίκες και οι περισσότεροι μεσήλικες και άνω. Το μόνο που δεν μ'άρεσε - το έχω ξαναπεί, αυτό που μ'αρέσει είναι η σύναξις όλων των ηλικιών, των φύλων και των φυλών, των εισοδημάτων και των απολυτηρίων.  Άρα, άριστα με ένα τόνο στην κυρία Νικολακοπούλου; 

 

Χμμμ... δεν ξέρω, υπάρχει πρόβλημα. Πάντως όχι άριστα με τόνο, αφού δεν πετούσα όταν βγήκα στη δροσιά του λιμανιού. Ήμουν και λίγο στο "ουφ τέλειωσε". Αλλά αν η αιτία δεν ήμουν εγώ, τότε η αιτία ήταν αλλού. Μάλλον η καλή μας η κυρία Λίνα έκανε τη λάθος κίνηση. Ποια; Αντί να πάρει αμπάριζα από τη μάντρα του Σαραντόπουλου και να αναδείξει όλα τα ρυάκια που εξέβαλαν για πρώτη φορά εκεί το '34, να το πιάσει δηλαδή το θέμα εν τη γεννέσει του, έθαψε τη μάντρα και την Τετράς κάτω από τόνους μπάζων μεταφερμένα από άλλα οικόπεδα, από άλλες ιστορίες. Κι αντί να πλησιάσει με συστολή προσεκτικού ερευνητή τα τι και τα πως αυτά τα κατακάθια της κοινωνίας έφτιαξαν με τα υπέροχα τραγούδια τους ένα τρόπο ζωής όπου τους ανέσταινε και που ως γενναιόδωροι μάγκες επέστρεφαν και με το παραπάνω στα τραγούδια τους το οξυγόνο που τους είχαν χαρίσει, έθαψε τη μάντρα με το "πολύ" της αφθονίας. Κι έτσι πάει κι η μάντρα πάει κι η τετράδα. Με τρόπο καλόγουστο και καλοπροαίρετα απομάγεψε το θαύμα αυτό. Ξεφόρτωσε στου Σαραντόπουλου - άλλο μπουμπούκι κι αυτός και μάλιστα παρακρατικό, που όμως γούσταρε και φτιαχνόταν και ρίσκαρε - ξεφόρτωσε λοιπόν με τακτ όλα τα χαπάκια της μικρασιατικής καταστροφής και της αριστεράς μέχρι τον εμφύλιο κι έτσι εξαφάνισε το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες. Τα έκανε όλα μία σούπα θριαμβεύουσα.

Οι ρεμπέτες και η προσφυγιά, οι ρεμπέτες και η εργατιά, οι ρεμπέτες και η αριστερά ήταν πιο πολύ στην κόντρα και στα μαχαίρια παρά στις χαρές, στα γέλια και στα μέλια. Δεν χωνευόντουσαν και τις μέρες και τις νύχτες κι αν ερωτεύτηκαν τρελά, αυτό για λίγο συνέβη και σποραδικά και πριν το '60 πάντα ήταν στα κλεφτά. Διότι απλά άλλος ο κόσμος του ρεμπέτη, άλλοι οι κώδικές τους και οι φαντασιώσεις του, άλλες οι κινητήριες δυνάμεις της ζωής του και τα ζητούμενα και άλλα όλα τα αντίστοιχα των προσφύγων και των αριστερών. Από τον ίδιο πόνο εξήλθαν βεβαίως, μα οι ρεμπέτες ως μαύρα πρόβατα των άλλων γιατί ήταν και πιο λίγοι και ήθελαν χαρές που ψυχή τε και σώματι να τις ζούσαν στο τώρα. Πιστεύω πως αυτή είναι η εικόνα: Αλάνια από τη μια μεριά που είχαν παγώσει το χρόνο μα όχι και τις επιθυμίες τους και του μόχθου νοικοκυραίοι μεροδούλι μεροφάι για να τα βγάλουν πέρα από την άλλη. Συν ένας κόσμος αμφί και πολυμορφικός/κυκλοθυμικός που εκινείτο ανάμεσά τους. Άλλοτε χύμα και τσουβαλάτα κι άλλοτε με γούστο και σεβασμό. Δεν ήμουν εκεί τότε, μα είχα ακούσει παλιά τους γέροντες που τα διαβάσματά μου την ίδια αλήθεια έφτιαχναν μ'αυτούς. 

Έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, η κυρία Νικολακοπούλου να δώσει μεγάλη προσοχή στο στιχάκι του Σαββόπουλου " Ο πατέρας μου ο Μπάτης / ήρθε απ' τη Σμύρνη το εικοσιδυό / κι έζησε πενήντα χρόνια / σ'ένα κατώι μυστικό. / Σ'αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε / τρώνε βρώμικο ψωμί / έλεγε ο Μπάτης μια Κυριακή / κι οι πόθοι τους ακολουθούνε / υπόγεια διαδρομή. Από αυτό το μυστικό κατώι θα ξεκινούσα εγώ για να φανερώσω όλον τον πρωτόγνωρο χαμό που συνέβη εκείνα τα χρόνια. Και σιγά σιγά με βήμα προσεκτικό θα φώτιζα με κεράκια και το βρώμικο ψωμί που έφαγαν και τρώνε όσοι αγαπούν σε μια κωλοζωή, μα και τις υπόγειες διαδρομές των πόθων τους. Και το απίθανο, να καταφέρναμε λέει να μουρμουρίζαμε και τους σημερινούς υπόγειους πόθους μας. Όλων. Κι αυτών που χάνονται κι αυτών που μαραίνονται και ψευτοζούν κι αυτών που από κάπου πιάνονται και λυτρώνονται για λίγο ή για πάντα.

Όμως ένα τέτοιο πλησίασμα θα έκανε όλα της μουσικής παράστασης να ήταν διαφορετικά. Πιο λιτά, πιο τελετουργικά, πιο σιγανά και υποβλητικά και ανοιχτά σε διάλογο τα άλλα κείμενα οι εικόνες τα όργανα και οι ερμηνευτές. Ένα μπαγλαμαδάκι διαβολάκι, ένα μπουζούκι μαστουρωμένο βουτηγμένα σε μια σύγχρονη μουσική ατμόσφαιρα παιγμένη στην κιθάρα; Μμμμ, μια ιδέα είναι αυτή, μα κάπως έτσι θα το πάλευα εγώ. Την ολοκληρωμένη πια αυτή μουσική λίγο πριν από τον πόλεμο, θρύψαλα θα την έκανα για να φανερωθούν οι καταβολές της, οι δοκιμασίες της, οι αρμοί της και τα δάνειά της. Κι όπως χειροποίητα ήταν αυτά τα τραγούδια που φτιάχτηκαν με τρέλα μεγάλη, έτσι στο χέρι θα έπαιρνα με τους μουσικούς τα θρύψαλα και θα τα κολλούσαμε υπομονετικά με νέα υλικά. Σε πρώτο πλάνο θα είχα την έννοια να φανεί η αγωνία των πρωτοπόρων για να μπορέσουν να εκφράσουν το πηγαινέλα από της απόγνωσης το βουβό θρήνο στην τρελή χαρά του ξεφαντώματος. Και βέβαια οπωσδήποτε θα προσπαθούσαν να πιάσω στον αέρα μια ψυχή τη στιγμή που αποχαιρετά το πεταμένο πάνω στην ψάθα ρεμπέτικο σώμα της. Ψυχή εναλλάξ κατάμαυρη κι ολόχρυση, αγριεμένη και θεϊκιά, διψασμένη και μαστουρωμένη.

Ούτε στιγμή στην εκδήλωση αυτή δεν αισθάνθηκα να με πιάνει κάτι αλλιώτικο, κάτι που να μοιάζει με το πνεύμα της Τετράς της Ξακουστής του Πειραιώς, αν και ήθελα πολύ να το συναντήσω, να νιώσω το ρίγος του να με διαπερνά. Με λίγα λόγια δεν ταξίδεψα στο χρόνο. Ρούπι δεν μετακινήθηκα από την 6η Ιουνίου του 2014. Αντί αυτού επιβεβαιώθηκαν για άλλη μια φορά όλες οι συζυγικές ιδέες μου κι όλες του συρμού οι σικ αισθητικές. Και μάλλον γι'αυτό ψιλοβαριόμουνα σχεδόν στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Ελπίζω μια άλλη φορά, σ'ένα πλωτό κουτουκάκι, καλοδιάθετοι καλλιτέχνες ταξιδευτές να ρισκάρουν για να μας προκαλέσουν τρικυμία στην καρδία μας και στο κρανίο μας. Τρικυμία μεγάλη, έτσι ώστε τελειώνοντας να αγκαλιαστούμε αγαπητικά μεταξύ μας και με την ορχήστρα ή να παίξουμε μπουνιές.          

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014 11:28
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Σχόλια   

+1 # Ιωάννης Κύπας 09-06-2014 22:02
Εγώ είχα πατέρα μπουζουξή(ο Χριστιανόπουλος θα θύμωνε τώρα αν έβλεπε να γράφω το μπουζουξής με ξ...)τον πιο πολύ καιρό της καριέρας του έπαιξε στην Τρούμπα...όταν ήμουν παιδί τον θυμάμαι να ξυπνάει σχεδόν μεσημέρι από τα καθημερινά ξενύχτια από "βρώμικο" καπνό και να κυνηγάει την μητέρα από πίσω με το μπουζούκι και να της αφιερώνει τραγούδια...Στο σήμερα τώρα...όταν έφυγα από την παράσταση σε αυτόν τον μαγικό χώρο δεν είπα ουφ...είπα "α ρε Χρήστο...ένα τέτοιο μνημόσυνο έπρεπε να σου έχουμε κάνει κι εμείς...σαν αυτό που κάνει η Λίνα στην Τετράδα την ξακουστή..."Με απλά λόγια...το καταφχαριστήθηκα και κατασυγκινήθηκα...το ίδιο νομίζω και πολλοί νεαροί και νεαρές που παρευρίσκονταν...
Παράθεση
+1 # Δημητρης Αλεξιου 09-06-2014 00:30
Πηγα στην παρασταση και δεν αισθανθηκα καθολου το "ουφ να τελειωνουμε".Το ρεμπετικο εχει την δυναμη που εχει καθε ποιοτικη μουσικη να στεκει σε καθε τοπο και χρονο αρα δε χρειαζεται καμμια σκηνοθεσια,καλη η κακη,ουτε φυσικα προυποθετει να εισαι ρεμπετης για να την απολαυσεις και να την καταλαβεις.Το ρεμπετικο αρεςει σε ελβετους και ιαπωνες και γενικα σε οςους εχουν ανοιχτα αυτια κατα τον ιδιο τροπο που εμας μας αρεςει ας πουμε ο Γκαμπορ Ζαμπο ο Σοςτακοβιτς η οι Σεξ Πιςτολς.Μπραβο στον μαεστρο που μεγενθυνε τον ηχο χωρις αυτος να παψει να ειναι γαργαρος και πηγαιος.Ισως βεβαια μια διαφορετικη παρασταση με ακαδημαικοτερη προσεγγιση,δηλαδη ακριβως ιδιο παιξιμο οπως την δεκαετια το 30,στο ιδιο το δημοτικο χωρις μικροφωνα να ειχε ακομα μεγαλυτερο ενδιαφερον!
Παράθεση
0 # Γιώργος Τσιρίδης 08-06-2014 10:23
Καλά τα λέει ο Οδυσσέας ότι καλά τα λέει ο Λάκης.
Κι εγώ δεν πήγα στην παράσταση και για τα τριάντα ευρώ το ζεύγος αλλά και γιατί είχα μυριστεί ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Άψογη τεχνικά θα ήταν η παράσταση αλλά ήταν βέβαιο ότι καμιά πραγματικότητα του ρεμπέτικου δεν θα επιτρεπόταν να περάσει από μέσα της. Όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα, λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη.
Οι ρεμπέτες ήταν ο Κουτούνας (που πέθανε προχτές) και είχε πάντοτε στο εικόνισμα δυο ζάρια. Οι ρεμπέτες ήταν ο Τουλουμτζής και η διαλυμμένες οικογένειές του. Ο Τσέχας, ο Μπατανίκας, ο Καναρίδης και ο Λαγουρός ακόμα και ο Σίμος ο Τσαπνίδης. Ζωή στην παράγκα. Χασίς και μαγκιά κλανιά και σε όποιον αρέσει. Το να τα ωραιοποιούμε όλα αυτά δεν είναι κακό αλλά δεν νιώθω εγώ προσωπικά να μου είναι αναγκαίο.
Μπράβο τους (στην ομάδα) που από αυτό το υλικό φτιάξανε πολιτιστικό γεγονός και δεν αρνιέμαι ότι έτσι φτιάχνεται η ιστορία. Αλλιώς θα έμεναν όλα στη λήθη. Απλά δεν ένιωσα πως είχα καμιά ανάγκη να το δω, και για τα τριάντα ευρώ αλλά και για αυτή την αίσθηση του "ουφ, να τελειώνουμε"
Παράθεση
+2 # Οδυσσέας Κουντουπίδης 07-06-2014 08:19
Τι ωραία τα λες ρε Λάκη! Δεν την είδα τη παράσταση για να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μαζί σου. Δεν ξέρω αν θα πάω να την δω αν και ο χώρος μου είναι εξαιρετικά οικείος. Πάντως για να σε πιάσει μια παράσταση με τέτοια θεματολογία παίζουν ρόλο πολλές παράμετροι: Η όρεξη, η διάθεση, η νοσταλγία, ο μύθος, ο θρύλος, ο χρόνος. Ακόμα δυσκολότερο είναι να βρεις χώρο όλα αυτά να τα στεγάσεις. Είτε αυτός ο χώρος λέγεται Μέγαρο, Μάντρα Σαραντόπουλου ή τεκές της κυρα Ρήνης της Μπουρδούσαινας. Άλλωστε το Ρεμπέτικο δεν έγινε ποτέ υπόθεση των πολλών. Γιατί να γίνει τώρα; Και για να μη φλυαρώ. Διαβάζοντας το κείμενο σου το πρώτο που μου βγήκε είναι: Τι ωραία τα λες ρε Λάκη!
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση