Δευτέρα, 15 Απριλίου 2024 20:15

Δραπετσώνα: Βόλτα στις γειτονιές, τις αγορές, τα κουτούκια, τα κεμπαπτζίδικα της ιστορικής συνοικίας

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

drapetswna3Μαρίνα Πετρίδου. Την ψάξαμε από άκρη σε άκρη τη συνοικία του Πειραιά με το προσφυγικό παρελθόν. Τα γεμάτα ιστορίες στενά της μοσχοβολάνε αρμένικες λιχουδιές, κεμπάπ και πιροσκί, τηγανητά ψαράκια και ψημένο ταχίνι.

Κάθε φορά που στρίβω από το λιμάνι του Πειραιά προς τη Δραπετσώνα, το βλέμμα μου προσπερνάει τις έντονες πινακίδες, τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, τα κλειστά μαγαζιά. Σταματά για λίγο στα εγκαταλελειμμένα κτίρια — έχουν τη δική τους γοητεία.

Η σκέψη μου πάει στην εποχή που οι ρεμπέτες έπαιζαν στους τεκέδες της περιοχής και έπνιγαν με τα τραγούδια τον καημό τους. Στη Δραπετσώνα θέριεψε το ρεμπέτικο, το μοναδικό αυτό μουσικό είδος που έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Στη γέφυρα του Παπαϊωάννου, πάνω από το λιμάνι, λένε πως, έπρεπε να πληρώσεις τους μάγκες του Πειραιά για να περάσεις στη μάντρα του Σαραντόπουλου και να ακούσεις την περίφημη «τετράδα του Πειραιά - Μ. Βαμβακάρης, Γ. Μπάτης, Α. Δελιάς, Σ.Παγιουμτζής ».

 Τραγουδούσε ο Τσιτσάνης: «Γιατί ρωτάτε να σας πω αφού σαν είναι πια γνωστό/ όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε / πίνουν οι μάγκες αργιλέ». Πιο πέριξ από τη Δραπετσώνα δεν υπάρχει. Περνώντας από τα ρημαγμένα προσφυγικά του Αγίου Φανουρίου σκέφτομαι τις παράγκες που έστησαν οι πρόσφυγες, όταν έφτασαν κατά χιλιάδες το 1922 στον Πειραιά και άλλαξαν για πάντα την ανθρωπογεωγραφία του. «Η Δραπετσώνα του 1922 ήταν μια φαβέλα, μια παραγκούπολη. Οι πρόσφυγες ζούσαν σε πλατείες, σε επιταγμένα κτίρια, στην Κρεμμυδαρού και στο Καστράκι, και από εκεί επεκτείνονταν σε όλη τη χερσόνησο», αναφέρει ο Νικόλας Ζώης στο άρθρο του στην Καθημερινή «Δραπετσώνα η πόλη που θέλει να ζήσει».

Η ζωή στη Δραπετσώνα ήταν δύσκολη. Η «μάχη της παράγκας» τον Νοέμβριο του 1960 ήταν ένα ακόμη πλήγμα στη ζωή των προσφύγων. Με εντολή της κυβέρνησης οργανώθηκε στρατιωτική επιχείρηση για να γκρεμιστεί η παραγκούπολη. Και που να πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; «Αλλά τότε θα βγουν μπροστά οι γυναίκες να προστατέψουν τα νοικοκυριά τους από το ρήμαγμα και τους άντρες τους από τη μανία των εισβολέων. Το μακελειό θα κρατήσει ώρες, μα στάθηκε αδύνατο να νικήσει το μπατσαριό τις λέαινες […] Και ξαφνικά μια βδομάδα μετά έσκασε η “Δραπετσώνα”, τραγούδι και σημαία των κατατρεγμένων της χώρας, με έναν τραγουδιστή που λίγοι είχαν ακουστά. Τα τζουκμπόξ στα ουζάδικα, στα καφενεία και στα σφαιριστήρια από το Πέραμα ως την Αγια – Σοφιά, τα Καμίνια και την Κοκκινιά θρηνούσαν με τη φωνή του: “Μ’ αίμα χτισμένο κάθε πέτρα και καημός / κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός”, να μιλάει για το σπίτι τους, για τη δική τους μαύρη μοίρα, “εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί”, για τη “Δραπετσώνα”», γράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο βιβλίο του «Εκ Πειραιώς».

Δύο πόλοι δημιουργήθηκαν με την εγκατάσταση των προσφύγων στη Δραπετσώνα: Ανατολικά, πάνω από τη γέφυρα του Αγίου Διονυσίου, όπου ήταν η κακόφημη περιοχή των Βούρλων και τα Χιώτικα με τους τεκέδες και τα πορνεία, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες Σμυρνιοί και Πόντιοι και εσωτερικοί μετανάστες από τα νησιά. Ανοίξανε διάφορα καταστήματα όπως ουζερί, καφενεία, κεμπαπτζίδικα, σουβλατζίδικα. Οι ντόπιοι πήγαιναν στον όρμο της Κρεμμυδαρούς για κολύμπι και για να βγάλουν αχινούς και χταπόδια και οι τράτες ψάρευαν τις καλύτερες σαρδέλες. Φώναζαν οι πλανόδιοι στις γειτονιές «σαρδέλες Κρεμμυδαρούς» και έτρεχαν οι νοικοκυρές να αγοράσουν, θυμούνται οι παλιοί. Δυτικότερα ήταν η περιοχή στην οποία εγκαταστάθηκε ο μεγάλος όγκος των Ποντίων προσφύγων. Εκεί σχηματίστηκε ένας σχεδόν αμιγής ποντιακός συνοικισμός, με μπακάλικα, καφενεία, ταβέρνες και ουζάδικα, όπου κυριαρχούσε η ποντιακή λύρα. Παράλληλα, ιδρύθηκε η Ένωση Ποντίων, από τους πιο παλιούς συλλόγους στη χώρα. Το 1928, σύμφωνα με τον «Μέγα Οδηγό Πειραιώς», λειτουργούσαν στη Δραπετσώνα: 48 καφενεία, 45 φούρνοι, 14 οινομαγειρεία, 45 παντοπωλεία, 16 οινοπαντοπωλεία, 8 οινοπωλεία, 13 κρεοπωλεία, 1 γαλακτοπωλείο, 1 εστιατόριο, 1 ζαχαροπλαστείο, 1 ζυθεστιατόριο, και 2 οπωροπωλεία.

Πιο κάτω ένα σημαντικό τοπόσημο της περιοχής. Το κεντρικό κτίριο των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας, που έχει κηρυχθεί διατηρητέο και το Πάρκο της Εργατιάς. Η Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων ιδρύθηκε το 1909, έδωσε στους κατοίκους δουλειά σε εποχές μεγάλης φτώχειας και για 90 χρόνια σημάδεψε την ιστορία της. Έδωσε το όνομά της σε μια ολόκληρη περιοχή. Το μηχανουργείο Βασιλειάδη στην ακτή της Δραπετσώνας σφράγισε την ιστορία της ατμοκίνητης βιομηχανίας του Πειραιά, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού. Η Δραπετσώνα ήταν για δεκαετίες μια ισχυρή βιομηχανική ζώνη.

drapetsona1Η Αγίου Δημητρίου χαμηλά στη γέφυρα ήταν πάντα η πρόσοψη της Δραπετσώνας. Εκεί ήταν το σινεμά Ρεξ και εκεί άνοιξαν ελληνικά και αρμένικα εργαστήρια για ταχίνια, χαλβάδες και ζαχαρώδη. Τα ξακουστά κεμπαπτζίδικα Δημάκης, Σάββας, Καράμπαμπας, Αβραάμ και Πολύβιος βρίσκονταν εκεί. Έχουν μείνει μόνο οι τρεις τελευταίοι, δεν λειτουργούν όλοι όπως παλιά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήρθαν Έλληνες παλιννοστούντες από τα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης αλλά και οικονομικοί μετανάστες σε αναζήτηση καλύτερης ζωής. Οικογένειες προσφύγων και μεταναστών, εργάτες και λιμενεργάτες συνθέτουν το πληθυσμιακό μωσαϊκό της Δραπετσώνας. Στα στενά της βρίσκουμε ακόμη περιποιημένες ταβέρνες, μερακλίδικα κεμπαπτζίδικα που ψήνουν το κρέας όπως παλιά και εργαστήρια που φτιάχνουν στο χέρι τον χαλβά. Έχει και καινούρια μαγαζιά κρυμμένα στα στενά, δίπλα σε πυλωτές, με νοστιμιές που γράφουν τη νέα ιστορία της πόλης.

Από τη λαϊκή αγορά της Τετάρτης περνάει όλη η Δραπετσώνα

Φτάνω στην οδό Ρήγα Φεραίου όπου γίνεται κάθε Τετάρτη η λαϊκή της Δραπετσώνας. Είναι πλούσια, με τρεις σειρές πάγκων που τοποθετούνται από νωρίς το πρωί ανάμεσα στις εργατικές πολυκατοικίες της περιοχής. Καλλιεργητές και έμποροι από όλη τη χώρα πουλάνε τα καλούδια τους. Οι τιμές σε κάποια προϊόντα είναι αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με την Αθήνα. Είναι ωραία βόλτα για ψώνια και κουβέντα με τους παραγωγούς. Εκτός από φρούτα και λαχανικά, ελιές και είδη παντοπωλείου βρήκα ακόμη και φρέσκα πτι-φουρ, μου έκανε εντύπωση γιατί στη γειτονιά μου δεν τα πουλάνε.

Κεμπάπ με ιστορία: Ανοιχτές μερίδες και ποντιακό σουτζούκι

Όταν βρίσκομαι στη Δραπετσώνα πάντα αναζητώ τον Πολύβιο, το πιο παλιό κεμπαπτζίδικο της περιοχής (Αγίου Δημητρίου 28, Τ/210-46.17.563). Το μαγαζί αρχικά άνοιξε ο Πολύβιος Σιλβεστρίδης, που ήρθε ως πρόσφυγας το 1922 από την Ορντού. Για να επιβιώσει άνοιξε το 1935 ένα μαγειρείο όπου μαγείρευε με τη γυναίκα του και τάιζε τη γειτονιά με γεύσεις από την πατρίδα του. Το μαγαζί αργότερα πήρε τη σημερινή του μορφή. Παρατηρώ την ταμπέλα του ψητοπωλείου που λέει: «Η τέχνη στη γεύση από το 1941». Έχει λίγα τραπέζια στο πεζοδρόμιο, έτοιμα στρωμένα, και μερικά ακόμη εντός. Μέσα βλέπω τον Πολύβιο, τον εγγονό του αρχικού ιδιοκτήτη, ο οποίος έχει αναλάβει πλέον την επιχείρηση, να ετοιμάζει τα κάρβουνα. «Πάμε στον Άγιο Διονύση για μερίδες», έλεγαν οι σουβλακόφιλοι τη δεκαετία του 1980, χρυσή εποχή για τον Πολύβιο. Οι μερίδες ήταν ένα «σύστημα» πολύ δημοφιλές στην περιοχή. Δύο πίτες, από πάνω το κρέας, ντομάτα κομμένη στα τέσσερα, κρεμμύδι με μαϊντανό και τίποτε άλλο. Το τζατζίκι ξεχωριστά, οι πατάτες φρέσκες, και αυτές ξεχωριστά. Λίγα πράγματα και καλά. Ο Πολύβιος τα φτιάχνει όλα από το μηδέν, με υλικά που προμηθεύεται από επιχειρήσεις της γειτονιάς. Το σουτζούκι το φτιάχνει όπως το έκανε ο Πόντιος παππούς και δεν δίνει σε κανέναν τη συνταγή· έχει επίσης κεμπάπ, μπιφτεκάκια στρογγυλά και χοιρινά σουβλάκια.

Πάνω κάτω την ίδια εποχή με τον Πολύβιο άνοιξε ο Αβράαμ Σαββίδης το δικό του κεμπαπτζίδικο (Σωκράτους 3, Τ/210-46.15.841) στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αργότερα ανοίξανε και άλλα και η Αγίου Δημητρίου έγινε πιάτσα. Ο Αβραάμ παρέδωσε την επιχείρηση στην κόρη του και εκείνη στον σημερινό ιδιοκτήτη, τον Ηπειρώτη Χαρίλαο Βάσσο, που με τον συνεργάτη και συντοπίτη του Βαγγέλη συνεχίζουν όπως παλιά. Φτιάχνουν μόνοι τους τον κιμά. Ζυμώνουν τα κεμπάπ και τα περνάνε σε μεταλλικές σουβλίτσες πιο μεγάλες από το κλασικό καλαμάκι. 60-40 είναι η αναλογία μοσχαρίσιου-πρόβειου κρέατος που βάζουν στο κεμπάπ. Τα χοιρινά καλαμάκια είναι άλιπα και όπως και τα κεμπάπ ψήνονται στα κάρβουνα. Ο κύριος Χαρίλαος είναι έμπειρος ψήστης, δεν βιάζεται, περιμένει υπομονετικά να ψηθεί το κρέας ομοιόμορφα. Ψήνουν και τις ντομάτες, είναι το χαρακτηριστικό τους, για να βγάλουν τη γλύκα τους και να μπουν ζεστές πάνω στη μερίδα. Στο πλάι βάζουν λίγες πατάτες –μια προσθήκη μεταγενέστερη. Η χαρακτηριστική πίτα γίγας, που κάποτε την έπαιρναν από ένα εργαστήρι της γειτονιάς και τώρα από τον Χασιώτη, τηγανίζεται ολόκληρη σε λάδι και γίνεται τραγανή. Μαλακώνει με τα ζουμιά της ψητής ντομάτας. Μου αρέσει η λαδένια πίτα του Αβράαμ, αν και κάποιοι τη βρίσκουν κάπως βαριά. Στη μερίδα μπαίνει απαραιτήτως ψητή καυτερή πιπεριά Κρήτης ή κόκκινη Φλωρίνης. Η γιαουρτλού είναι μια πολύ λιχούδικη εκδοχή της μερίδας, γιατί εκτός του ότι προστίθεται γιαούρτι ηπειρώτικο στραγγιστό, η ντομάτα μπαίνει λιωμένη με το πιρούνι. Κατά την άποψη μου, θα φάτε καλά στον Αβράαμ, αλλά δεν είναι αυτός ο μόνος λόγος για να τον επισκεφτείτε. Είναι σπό τα πιο παλιά μαγαζιά της Δραπετσώνας και δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Έχει τρομερό ενδιαφέρον να το δείτε από κόντα και να παρατηρήσετε τις λεπτομέρειές του.

Την ώρα που τρώμε παρατηρώ τα γύρω μαγαζιά με τις φανταχτερές επιγραφές, ο Πολύβιος και ο Αβραάμ αθόρυβοι, απλοί, αυθεντικοί σερβίρουν τις μερίδες τους. Και ποιοι δεν έχουν περάσει από τα μαγαζιά τους! Ηθοποιοί, καλλιτέχνες, εφοπλιστές, βιομήχανοι και εργάτες από τη γειτονιά και τα Λιπάσματα.

Στα κουτούκια της Δραπετσώνας για φαγάκια απλά και νόστιμα

ργάτες από τα Λιπάσματα της Δραπετσώνας ήταν οι πρώτοι θαμώνες του Κατσόγιαννου (Αγίου Παντελεήμονος 15, Τ/ 210-46.13.209), πήγαιναν στα διαλείμματα από τη δουλειά για να τσιμπήσουν. Η πιο παλιά ταβέρνα της Δραπετσώνας άνοιξε αρχικά το 1932 ως γαλακτοπωλείο. Ιδιοκτήτης ήταν ο Γρηγόρης Κατσόγιαννος. Έδινε γάλα, έφτιαχνε βούτυρο και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, καθώς και μουσταλευριά. Το γαλακτοπωλείο εξελίχθηκε σε μπακαλοταβέρνα και τελικά έγινε κανονική ταβέρνα. Αργότερα πέρασε στα μερακλίδικα χέρια του γιου του, Γιώργου, και της συζύγου του, Ελευθερίας. Το 2005 το μαγαζί πήρε η Ντόρα Σταυρίδου, που κράτησε τις συνταγές των προηγούμενων ιδιοκτητών και πρόσθεσε και άλλες, πολίτικες, λόγω της καταγωγής της μητέρας της. «Είναι όλα χειροποίητα, δεν παίρνουμε τίποτα έτοιμο», μας ενημερώνει η Ντόρα, που μας υποδέχεται εγκάρδια. Η ταβέρνα φημιζόταν και συνεχίζει να φημίζεται για τον τηγανητό μπακαλιάρο και τα παϊδάκια, τις σούπες και τα λαδερά με λαχανικά εποχής. Τα κεφτεδάκια με ούζο που προστέθηκαν στην πορεία είναι όνειρο. Τραγανά και νόστιμα, συνοδεύονται από τηγανητές πατάτες, που τις κόβει στο χέρι η Ντόρα. Η συκωταριά, στην οποία το λάδι μπορεί να ξεφύγει καμιά φορά, αλλά και το μοσχαρίσιο συκώτι λιώνουν στο στόμα. Τα αρνίσια παϊδάκια –που είναι ομοιόμορφα ψημένα και ταιριάζουν ιδανικά με τη χειροποίητη μελιτζανοσαλάτα– γίνονται ανάρπαστα. Οι κεφτέδες σε κόκκινη σάλτσα και το σαγανάκι μετσοβόνε είναι ωραίοι μεζέδες, επίσης.

Το Κουτούκι του Τσεκούρα (25ης Μαρτίου 83, Τ/ 697-230.7574) άνοιξε ο Άγγελος Σταφανάκης –εσωτερικός μετανάστης από την Κρήτη και τη Τζια– το 1933. Στην αρχή το λειτουργούσε ως παντοπωλείο, αργότερα ως μπακαλοταβέρνα. Όταν οι ψαράδες από τα καΐκια το έκαναν στέκι τους και άρχισαν να του φέρνουν φρέσκο ψάρι για να το καθαρίσει και να το τηγανίσει εξελίχθηκε σε κουτούκι. Σήμερα το τρέχει ο εγγονός, Άγγελος και αυτός, ο οποίος συνεχίζει την επιχείρηση. Δεν έχει αλλάξει πολλά στη διακόσμηση, τα παλιά βαρέλια υπάρχουν ακόμη στο μαγαζί, όπως και οι παλιές διαφημιστικές αφίσες. Πόσο του αρέσει να λέει ιστορίες, δεν σταματάει αν δεν τον διακόψεις, και καλά κάνει! Διηγείται όσα έμαθε από τον παππού του για την παλιά Δραπετσώνα αλλά και όσα έχει ζήσει ο ίδιος. Την αγαπάει τη γειτονιά και το μεταφέρει στους πελάτες του. Το κουτούκι μαζεύει κόσμο κυρίως από την περιοχή, ενώ πού και πού εμφανίζονται τουρίστες. Το μενού είναι απλό, με κλασικές γεύσεις ταβέρνας: μελιτζανοσαλάτα με μπόλικο ξιδάκι στο σερβίρισμα,  πατάτες τηγανητές φρέσκες και κεφτεδάκια όνειρο, τραγανά και πολύ ζουμερά. Ο μπεκρή μεζές καλομαγειρεμένος και το συκώτι στα κάρβουνα ψημένο πολύ σωστά . Έχει και σουτζουκάκια ο κατάλογος, συνταγή της Πολίτισσας γιαγιάς του. Τα φρέσκα ψάρια παραμένουν, αλλά έχει μόνο μικρά για τηγάνι. Το κρασί είναι από την Κορινθία από ασκό.

Για τους κατοίκους της γειτονιάς μαγείρευε η κυρία Αθηνά τη δεκαετία του 1980 στο μικρό μαγαζί-οινοεστιατόριο με το όνομά της, χωμένο στα στενά της Δραπετσώνας (Καπετανίδου 71, Τ/210-46.12.696). Έφτιαχνε απλά μαγειρευτά και τηγάνιζε πού και πού κανένα ψαράκι. Δίπλα της δούλευε η Λίλη Καζάκου, που είχε έρθει με την οικογένειά της μετανάστρια από τη Ρουμανία. Όταν η κυρία Αθήνα συνταξιοδοτήθηκε, παραχώρησε στη Λίλη, στον σύζυγό της Λύβιο και στα παιδιά τους, Μαρία και Νίκο, την επιχείρηση. Συνέχισαν τη δουλειά με πολύ μεράκι και μετέτραψαν το μαγαζί σε ψαροταβέρνα. Είναι απλή, ζεστή, με διακριτική διακόσμηση: μουσικά όργανα, λόγω της ενασχόλησης του Λύβιου με τη μουσική, φωτογραφίες ρεμπετών και ένα καδραρισμένο άρθρο του Πάνου Γεραμάνη από τα «Νέα» για το μαγαζί. Στην κουζίνα βρίσκεται η Λίλη και ό,τι φτιάχνει το κάνει με μεγάλη επιμέλεια. Παίρνει φρέσκα ψάρια και θαλασσινά από καΐκι που έρχεται από το Αγκίστρι. Της αρέσουν οι ντελικάτες γεύσεις, δεν θέλει να φορτώνει τα φαγητά της. Τα κουτσομουράκια που έφερε το πρωί ο ψαράς τα τηγανίζει σωστά, βγαίνουν χρυσαφένια και ζουμερά. Το καταλαβαίνεις από τα βραστά χόρτα το πόσο σέβεται τα υλικά της. Το σταμναγκάθι που μας σέρβιρε ήταν λεπτό και τρυφερό. Δεν το παρακάνει με το μαγείρεμα, τα ζεματίζει ίσα ίσα για να «φυλακίσει» τη νοστιμιά. Βάζει μπόλικο ελαιόλαδο, εξαιρετικό παρθένο με πολύ ωραία γεύση από την Κρήτη. Η ψαρόσουπα είναι η σπεσιαλιτέ της. Τη φτιάχνει με ποικιλία ψαριών σκορπίνα, σφυρίδα κ.α. Είναι ημίρρευστη και βελούδινη. Ξεχωριστά σου φέρνει το πιατάκι με το ψάρι και τα βραστά λαχανικά. Έχει και ωμά το μενού, από τα τελευταία μαγειρικά της πειράματα. Το ταρτάρ καραβίδας με ελαιόλαδο, μιξ πιπεριών, που τα σπάει σε γουδοχέρι, και λίγο φρέσκο κρεμμυδάκι ήταν όλο νοστιμιά. Εκτός από χύμα κρασιά έχουν και 2-3 επιλογές σε λευκά εμφιαλωμένα. Για κέρασμα φέρνουν παγωτό απλό, σπιτικό, από ζαχαρούχο γάλα, που επιβεβαιώνει τη φροντίδα που δείχνει στους πελάτες της

 

Αρμένικη βίζιτα στην Ιζαμπέλα

Το καλωσόρισμα με τα λικέρ αρμπαρόριζας σε κολωνάτα ποτηράκια πάνω σε μεταλλικό δίσκο με σεμεδάκι στην Ιζαμπέλα – Αρμένικες γεύσεις (Αναπαύσεως 36, Τ/215-50.56.083) είναι όλα τα λεφτά. «Έτσι κάνουμε στα σπίτια μας οι Αρμένιοι όταν έρχονται οι καλεσμένοι για το κυριακάτικο τραπέζι, έτσι, σαν καλεσμένοι θέλω να νιώθουν οι πελάτες μου», λέει η Ιζαμπέλα Μπογοσιάν, που άνοιξε πρόσφατα το μαγαζί της στη Δραπετσώνα. Διατηρούσε για χρόνια αρμένικη ταβέρνα στου Ρέντη. Η διακόσμηση είναι απλή, με στοιχεία από οθωμανικά παλάτια, τα τραπεζομάντηλα είναι παραδοσιακά υφαντά από την Αρμενία και στους τοίχους κρέμονται εργόχειρα και οικογενειακά κειμήλια. Η κουζίνα είναι ανοιχτή. Ο Στέλιος, ο σύζυγος, πλάθει τα κεμπάπ και η Ιζαμπέλα βράζει τα ισλί κιοφτέ. Είναι μια φανταστική αρμένικη συνταγή: κεφτέδες μπαμπάτσικοι από μοσχαρίσιο κιμά, περασμένοι 4-5 φορές από τη μηχανή, ζυμώνονται με βούτυρο και πλιγούρι και βράζουν σε νερό με λεμόνι και αλάτι. Σερβίρονται σκέτοι σε πιατάκι και η γεύση τους είναι μοναδική. Μοιάζουν με τις κυπριακές κούπες — εκείνες όμως είναι τηγανητές. Η Ιζαμπέλα μάς φέρνει το αρμένικο πιλάφι. Γίνεται από χοντρό πλιγούρι που βράζει σε κρεατόζουμο, με μια ιδέα φιδέ, λίγα ρεβύθια, αλάτι, πιπέρι και ελαιόλαδο. Τρώγεται άνετα και την επόμενη μέρα. Μας φτάχνει και σουλού μαντί, μαντί σε σούπα δηλαδή. Βράζει τα χειροποίητα μικρούλικα γεμιστά ζυμαράκια σε ντοματένια σάλτσα με λεμόνι, σκόρδο και δυόσμο και τα σερβίρει όλα μαζί σε μπολ. Τα Σαββατοκύριακα κάνουν χοροβάτς, αρμένικο σουβλάκι δηλαδή, σε τονίρ (αρμένικος φούρνος από πηλό). Μαρινάρουν το κρέας (χοιρινό, αρνί, κοτόπουλο) με ντομάτα, πιπεριές και το αρμένικο αρωματικό ρεχάν, που μοιάζει με τον μαύρο πλατύφυλλο βασιλικό αλλά το βρίσκεις μόνο στην Αρμενία. Το τονίρ ψήνει ομοιόμορφα το κρέας και το κρατάει ζουμέρο. Ξεδιψάω με αρμένικο κρασί και μπίρα και συνεχίζω τη βόλτα στα όλο εκπλήξεις στενά της Δραπετσώνας.

Αφράτα πιροσκί με νόστιμες γεμίσεις

Η κοινότητα των Ποντίων στη Δραπετσώνα είναι πολυπληθής και δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το στίγμα της στη γαστρονομία της συνοικίας. Το Ποντιακόν (Αριστοτέλους 82, Τ/210-46.20.500), που κλείνει γύρω στη 1 το μεσημέρι γιατί ξεπουλάει όταν ψήνει τα φρέσκα πιροσκί, βρίσκεται ανάμεσα στις εργατικές κατοικίες, με θέα την υψικάμινο των Λιπασμάτων. Τα περιποιημένα τηγανητά, ζυμαρένια εδέσματα με τη μαλακιά και ελαφρώς τραγανή ζύμη και τη γέμιση από κιμά ταΐζουν όλη τη γειτονιά. Λίγο πιο κάτω, ο Βλαδίμηρος, στο ομώνυμο μαγαζί (Εθνικής Αντιστάσεως 95, Τ/210-46.27.780) με τη γυναίκα του Έλενα φτιάχνουν ρωσικά πιροσκί από το 1995. Μπουκιές χρυσαφένιας ζύμης και γεμίσεις από φρέσκα υλικά.

Ζεστό γαλακτομπούρεκο και χαλβάς από την πηγή

Μοσχομυρίζει το βούτυρο μόλις μπαίνεις στο ζαχαροπλαστείο Το Πρώτο (Εθν. Αντιστάσεως 57, Τ/210-46.10.678)  — παράρτημα του Πρώτου στο Ελληνικό. Εδώ φημίζονται για το γαλακτομπούρεκο. Δεκάδες σιροπιαστά ταψάκια φεύγουν καθημερινα και τα Σαββατοκύριακα τούς τελειώνουν. Έχουν μόνιμα το σιρόπι έτοιμο σε μπακιρένιο σκεύος για να σιροπιάζουν τα γλυκά. Το ρετρό κουτί με το γαλάζιο χρώμα έχει πάνω τρυπούλες για να παίρνει αέρα και να μην πανιάσει από τους υδρατμούς το γλυκό, όταν πουλιέται ζεστό.

Αν η Δραπετσώνα είχε ένα ΠΟΠ προϊόν αυτό θα ήταν ο χαλβάς της. Πάντα όταν σκεφτόμαστε χαλβάς το μυαλό μας πάει στη Δραπετσώνα, και όταν λέμε Δραπετσώνα αμέσως η σκέψη μας πηγαίνει στον χαλβά. Υπάρχει λόγος για αυτό. Δεκάδες χαλβατζίδικα ανοίξαν εδώ οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία φέρνοντας την τέχνη του παραδοσιακού χειροποίητου γλυκού στην περιοχή. Ένα από αυτά ήταν το εργαστήριο του Κώστα Μεζαρντάσογλου, που αργότερα το συνέχισε ο γιος του Γιώργος και ο Ευμόρφιος Κοσμίδης. Όταν ο τελευταίος, αποσύρθηκε λόγω σύνταξης, τη θέση του πήρε ο Νικόλαος Γαβρίλης. Σήμερα στο εργαστήριο που έχει την επωνυμία Χαλβάς Δραπετσώνας Κοσμίδη-Γαβρίλη (Αγίου Δημητρίου 1, Τ/210-42.27.606) ο κ. Γαβρίλης και η ομάδα του ζυμώνουν τον μαστιχωτό χαλβά με το χέρι σε μπακιρένια καζάνια. Είναι ο τελευταίος μάστορας στη Δραπετσώνα που επιμένει στον παραδοσιακό τρόπο. Πόσο ωραίο είναι να πας κατευθείαν στην πηγή για να προμηθευτείς σε μεγάλα κομμάτια τον κλασικό χαλβά τους, εκείνον με το αμύγδαλο ή το κακάο, ή τον σκέτο. Είναι αριστουργήματα της παραδοσιακής ζαχαροπλαστικής και αξίζει ακόμα και να στηθείς στην ατελείωτη ουρά, που σχηματίζεται κάθε χρόνο έξω από το μαγαζί την Καθαρά Δευτέρα.

Βιβλιογραφία

«Δραπετσώνα 1922-1967, Ένας κόσμος στην άκρη του κόσμου», Ελένη Κυραμαργιού, εκδόσεις Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

«Από τον Πόντο και τη Μικρασία στον Πειραιά, εδώ… στη Δραπετσώνα», εκδόσεις της Ένωσης Ποντίων Πειραιώς-Κερατσινίου-Δραπετσώνας.

«Εκ Πειραιώς», Δημήτρης Χαριτόπουλος, εκδόσεις Τόπος.

Πηγή: gastronomos.gr/exodos/drapetsona, στο άρθρο υπάρχουν πολλές χαρακτηριστικές εικόνες από τη Δραπετσώνα και τα μαγαζιά της. Και  Κερατσίνι: Ιστορικά σουβλατζίδικα, αιωνόβια κουτούκια και ψάρια από την ιχθυόσκαλα  

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 15 Απριλίου 2024 20:43
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Τελευταία άρθρα από τον/την Λάκης Ιγνατιάδης

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση