Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2024 18:28

Η ποίηση του Σεφέρη ως πράξη εμπιστοσύνης, του Παντελή Μπουκάλα

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

seferisΕθιμικά, το σόι της ποίησης μνημονεύει τακτικά ένα στίχο του Φρίντριχ Χέλντερλιν που ο Γιώργος Σεφέρης τον χρησιμοποίησε ως μότο στο «Ημερολόγιο καταστρώματος, Α΄»: «Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;». Ας προσέξουμε ότι ο Χέλντερλιν γράφει –και ο Σεφέρης προσυπογράφει– για τους ποιητές, που ενδέχεται να είναι περιττοί και αχρείαστοι. Οχι για την ποίηση.

Οι ποιητές, ακόμα και σαν διαχρονικό και διατοπικό σύνολο, δεν ταυτίζονται με την ποίηση. Δεν είναι το άπαν της. Είναι ένα ενσώματο υποσύνολό της.

Ενα άλλο υποσύνολό της είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες, οι «χρήστες», οι πιστοί της. Μπορεί να αδιαφορούν για τα βιογραφικά των ποιητών και τη γραμματολογία, εντούτοις, κάνουν τις ταπεινές σπονδές τους στην ποίηση όταν σιγοτραγουδούν όμορφους στίχους χωρίς να ‘ναι γιορτή εκεί έξω· όταν σκαρώνουν ερωτικά ποιηματάκια ή δανείζονται ερωτολογικά ποιήματα επωνύμων· όταν μοιρολογούν ανακαλώντας ή αυτοσχεδιάζοντας έμμετρους στίχους· ακόμα κι όταν σιτίζονται με τα πιο ισχνά περιτρίμματα της ποίησης: τα στιχάκια των ημερολογίων. 

Ενα άλλο υποσύνολο της ποίησης είναι οι ποιητές ως δήμος, ως κοινότητα, ως λαός. Αυτό το πλήθος των συνδημιουργών-χρηστών δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε. Αλλωστε, για πάρα πολλά χρόνια η ελληνική ποίηση συνέχισε να ζει και να προκόβει ακριβώς χάρη στους ανώνυμους δημιουργούς της, που τόσο τους εμπιστευόταν και τους εκτιμούσε ο Σεφέρης.

Η ομιλία για το Νομπέλ

Ο σημερινός τίτλος ακουμπάει σε μια φράση της ομιλίας του ποιητή κατά τη βράβευσή του με το Νομπέλ, 10.12.1963: «Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης».

Ρητά και κατηγορηματικά, λοιπόν: «Ο σύγχρονος κόσμος τη χρειάζεται την ποίηση». Και κάθε κόσμος, λέω εγώ, αφού ο Σεφέρης για κανέναν λόγο δεν θα περιόριζε χρονικά ή γεωγραφικά την ανάγκη για ποίηση. Ο Σεφέρης, λοιπόν, ασκεί την ποίηση κατ’ αρχάς ως πράξη εμπιστοσύνης στους δυνάμει υποδοχείς της. Αν συγ(συν)κινηθούν προς θερμή χειραψία, θα λάβει υπόσταση γεγονότος το ποιητικό διάβημα και θα συντελεστεί ο εμβληματικός στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου: «Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου». Ποίηση εν κενώ και για το κενό, ποίηση που παράγεται ερήμην του κόσμου τούτου, επειδή δεν τον εμπιστεύεται και δεν τον εκτιμά, δεν νοείται. Στον δήμο απευθυνόμαστε, όχι στους σοφιστές.

Ο Σεφέρης ασκεί επίσης την ποίηση ως πράξη εμπιστοσύνης στη νεοελληνική γλώσσα, τη δημοτική, και βέβαια στην ίδια την ποίηση. Εμπιστευόμενος όχι κάποια μαγική ικανότητά της ν’ αλλάξει ριζικά τον κόσμο ή έστω ένα άτομο, αλλά την αυτοανασκαπτική και αυτογνωστική λειτουργία της, που όσο πιο επώδυνη είναι τόσο πιο παραμυθητική αποβαίνει.

Μπορεί άραγε η αναστοχαστική ψυχοπνευματική μηχανή που θέτει σε κίνηση η ποίηση να μην αφορά αποκλειστικά μονάδες αλλά και ανθρώπινες κοινότητες; Ξέρουμε ότι αυτό έχει επιτευχθεί στο παρελθόν, στο αρχαιοελληνικό αφενός, και στο επαναστατικό, του 1821, αφετέρου και στο κλέφτικο. Γνωρίζουμε, λ.χ., τα στασιωτικά ποιήματα του Αλκαίου και τις καίριες παρεμβάσεις του Σόλωνα στο πολιτικό γίγνεσθαι της Αθήνας με όπλο τα ποιήματά του. Γνωρίζουμε επίσης ότι στα μπουλούκια των κλεφτών και στα στρατόπεδα των επαναστατημένων Ελλήνων οι πολεμιστές τραγουδούσαν κλέφτικα, τον Θούριο του Ρήγα, αλλά και στιχουργήματα του Τσοπανάκου. Πριν από τη μάχη, για να εγκαρδιωθούν, ή κατόπιν, για να πανηγυρίσουν τη νίκη τους επί των πολεμίων και επί του Χάρου.

 Η κοινωνική επιρροή της ποίησης δεν είναι ελληνική αποκλειστικότητα. Σήμερα όμως, η συζήτηση για την επιδραστικότητά της γίνεται στην περιοχή που ορίζει ο ποιητικός διάλογος του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Τίτου Πατρίκιου, με θέμα το αν οι στίχοι γκρεμίζουν καθεστώτα.

Η ποίηση, δυόμισι χιλιετίες αφότου ο πολέμιός της Πλάτων την υποδείκνυε ως την καθαυτό πολιτική τέχνη του λόγου, εν αντιθέσει με την πεζογραφία, που τη χαρακτήριζε ιδιωτική υπόθεση, δεν είναι δημόσιο γεγονός, εγγενώς πολιτικό. Στην αρχαία Ελλάδα, η απαγγελία ή η παράσταση της ποίησης συμπεριλαμβανόταν στους τελετουργικούς θεσμούς κάθε πόλης. Τραγουδιόταν ή απαγγελλόταν μετά μουσικής δημοσίως, ή παριστανόταν στο θέατρο, δυνητικά μπροστά σε όλους, και με την οικονομική συμβολή της πόλης. Σήμερα όμως, ακόμα κι εδώ, όπου τραγουδάμε υψηλής στάθμης ποιήματα, χάρη στη μελοποίησή της από σπουδαίους μουσικοσυνθέτες, η αίσθηση που κυριαρχεί στην πρόσληψη της ποίησης δεν είναι η ακοή αλλά η όραση. Η διακόνισσα της κατά μόνας ανάγνωσης.

Αν δεν εμπιστευόταν την ποίηση, και φυσικά και τον εαυτό του ως θεράποντά της, ο Σεφέρης θα είχε ίσως διακόψει τις σχέσεις της μαζί της αμέσως μετά την έκδοση της «Στροφής», το 1931. Γιατί «άκουσε» περίπου όσα «άκουσαν» και οι αγενώς χλευασθέντες διόσκουροι του ελληνικού υπερρεαλισμού, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Νίκος Εγγονόπουλος.

«Εξάμβλωμα»

«Αν δεν είναι ένας τρελός…» υπέθεσε ο Αριστος Καμπάνης. «Ρηχή και κενή στιχουργία» διέκρινε ο Κλέων Παράσχος. Η Αλκης Θρύλος δεν εντόπισε «ούτε σ’ ένα στίχο μια προσωπική πνοή», ενώ για τον Τάκη Παπατσώνη «το γλωσσικό μέρος είναι απόλυτα αποτυχημένο στη μίμηση, είναι εξάμβλωμα».

Ελαβε όμως ο Σεφέρης και μια επιφυλακτική, πάντως εγκάρδια επιστολή του Κωστή Παλαμά, που ασκούσε την κριτική με τη μέθοδο της αγάπης: «Ο στίχος δουλεμένος, η στροφή στην εντέλεια […] τα μετρικά σχήματα, οι τρόποι τους, δείχνοντας τον καλλιτέχνη, μαρτυρούν για τον ποιητή».

Αργότερα, το 1938, ο Παλαμάς, συγκλονισμένος από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Το τραγούδι της αδελφής μου», τον χαιρετίζει θερμά: «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις». Οπωσδήποτε, η παλαμική ποιητική γειτνιάζει πολύ περισσότερο με την ποιητική του Ρίτσου παρά με τη σεφερική. Οσα έλεγε πάντως ο Παλαμάς για τον Ρίτσο δεν αποτελούν το τεκμήριο μιας ηθελημένης τελετουργικής χειροθεσίας και αναγνώρισης διαδόχου. Πιστεύω, άλλωστε, πως η σκυτάλη του βαθιά στοχαζόμενου (για την τέχνη και για τον τόπο) και πολύτροπα εκφραζόμενου ποιητή, που από τον Διονύσιο Σολωμό πέρασε στον Παλαμά, βρέθηκε έπειτα στα χέρια του Σεφέρη.

Ομιλία σε εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη για το Νομπέλ του Σεφέρη (Πινακοθήκη Γκίκα, 22.1.2024).

 Σ.Δ. Γιώργος Σεφέρης ( Βουρλά Σμύρνης, 1900 - Αθήνα, 1971). Διπλωμάτης και ποιητής, ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης. Το 1914, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξέσπασμα του Α'Παγκοσμίου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένειά του μετανάστευσε στην Ελλάδα. 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 04 Φεβρουαρίου 2024 11:05
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Συνάντηση ΑΝΕΙΠΩΤΟΙ, του Ντέινα Τζόια »

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση