Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2023 17:41

Γιώργος Γεωργόπουλος: Με ένα μπουζούκι σε σκυλάδικα και σε διεθνή φεστιβάλ

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

truvasΧαρίλαος Τρουβάς. Μια απ' τις πιο δυνατές συναυλίες που παρακολούθησα τον τελευταίο καιρό ήταν μια πρόβα στο σπίτι του Γιώργου Γεωργόπουλου, με τον ίδιο στο μπουζούκι και δυο γνήσιες, άφθαρτες λαϊκές φωνές στην ερμηνεία, τον Λάμπρο Βασιλείου και τη Μαρία Ρηγοπούλου. Άκουσα τραγούδια που δεν είχα ξανακούσει ποτέ live, όπως το «Γέλα, κυρία μου» του Κώστα Καφάση και το «Όχι, θα κάτσω να σκάσω» της Λίτσας Διαμάντη, κι άλλα λαϊκά που δεν είχα ξανακούσει ή δεν τα θυμόμουν.

Σε μια εποχή που ζούμε τη δεύτερη αναβίωση του ρεμπέτικου, που νοσταλγούμε το σκυλάδικο ως κάτι καλτ και που το έντεχνο λαϊκό έχει νοθευτεί με το έντεχνο σκέτο, το συγκεκριμένο πρόγραμμα μού ακούστηκε ως μια καλλιτεχνική πρόταση που λείπει απ’ τη νυχτερινή Αθήνα. Μια πρώτη παρουσίασή του θα απολαύσουμε στις 19 Ιανουαρίου στο ΙΛΙΟΝ Plus.

Μετά την πρόβα είχα πολλά να ρωτήσω τον Γιώργο Γεωργόπουλο, εμπνευστή του προγράμματος.

 — Πώς διάλεξες τα τραγούδια; Πώς λέγεται το πρόγραμμα; 

 «Τα Χρυσά Λαϊκά Νο2».

— Το Νο1 ποιο ήταν;
Δεν υπήρξε Νο1. Υπήρξαν τα «Χρυσά Λαϊκά» που κάναμε με τον Γιάννη Διονυσίου στη Θεσσαλονίκη, όπου παίζαμε ρεπερτόριο από τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70. Τώρα είπα να το προεκτείνω κατά μία δεκαετία, για να έρθει πιο κοντά στα δικά μου ακούσματα, στα χέρια μου, σε αυτά που μου αρέσει να ακούω και να παίζω.

— Υπάρχουν κοινά τραγούδια ή είναι εντελώς διαφορετικά προγράμματα;
Υπάρχουν. Το νέο πρόγραμμα διαφοροποιείται ίσως στη σκοπιμότητα. Τότε μου είχε δημιουργηθεί μια έντονη ανάγκη για πράξη. Είχα καιρό να παίξω λαϊκά, λόγω μιας απόστασης που είχα κρατήσει από τα πράγματα. Ένας φίλος στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέκος, έχει μια καλύβα επάνω στο Δέλτα του Αξιού. Εκεί κάνει διάφορες μαζώξεις.

Σε μία από αυτές βρεθήκαμε ξανά με τον Γιάννη. Αυτό ήταν η αφορμή για τα πρώτα «Χρυσά Λαϊκά». Αυτήν τη φορά όμως έχω μια περισσότερο θεωρητική ματιά. Το αντιμετωπίζω αφού το ’χω σκεφτεί το πράγμα, δεν είναι τόσο αυθόρμητο. Νιώθω ότι αυτό το ρεπερτόριο θα έχει πέραση, ότι είναι μια απάντηση στις διάφορες μόδες, αλλά κι αυτό μια μόδα θα γίνει, είτε το κάνω τώρα εγώ, είτε γίνει μετά, είτε γίνεται ήδη σε κάποιους άλλους χώρους.

Δεν έχει αυτή την αυθορμησία του προηγούμενου. Ξέρω ότι το μη αυθόρμητο ταυτίζεται με το επιτηδευμένο, αλλά νιώθω ότι κάποια απ’ τα τραγούδια αυτά θα κάνουν γκελ, θα έχουν απήχηση στο κοινό. Μου αρέσει όμως γενικότερα να παίζω με τα νοήματα. Μου αρέσει να παίρνω ένα τραγούδι που μπορεί κάποτε να εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς και να το παίζουμε σήμερα αυτοί που το παίζουμε, με τον τρόπο που το παίζουμε, σε χώρους που έχουμε επιλέξει, που δεν είναι οι παραδοσιακοί χώροι όπου παιζόταν τότε, τα σκυλάδικα.

Η πρώτη εμφάνισή μας είναι σε μια μουσική σκηνή. Κι αυτό γιατί θέλω να δείξω ότι τα κομμάτια δεν λένε από μόνα τους κάτι αν δεν μπουν μέσα σε μια παρένθεση αισθητική.

— Δεν μεγαλώνει όμως η απόσταση από το τραγούδι και το κοινό του μέσα σε μια μουσική σκηνή; Μου ’ρχεται στον νου η τελική σκηνή από το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη, όπου τα ρεμπέτικα ακούγονται σε θέατρο, απέναντι στο κοινό και όχι μέσα σε αυτό.
Έχεις πολύ δίκιο, γι’ αυτό και αυτό που κάνουμε δεν είναι αμιγώς λαϊκό. Δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λαϊκό, τουλάχιστον με τα σημαινόμενα που τον χαρακτήριζαν στο παρελθόν. 

— Μετα-λαϊκό, ίσως;
Ούτε μετα-λαϊκό είναι. Το μετα-λαϊκό, όπως μια μετα-γλώσσα, έχει σκοπό να περιγράψει και να αναλύσει το προηγούμενο από ένα άλλο επίπεδο. Εμείς δανειζόμαστε στοιχεία από το λαϊκό, αλλά με την παλιά έννοια του όρου δεν είμαστε αμιγώς λαϊκοί. Κάποιος άλλος από το σχήμα μπορεί να νιώθει λαϊκός. Εγώ όμως δεν νιώθω εξ ολοκλήρου λαϊκός άνθρωπος, εφόσον έχει νοθευτεί η σκέψη μου από μια θεωρητική ματιά. Σκέφτομαι πάνω σ’ αυτό που κάνω, δεν βγαίνει αβίαστα. Όχι τόσο το πώς αλλά το γιατί το κάνω.

Γενικότερα, αυτό που έχει δεχτεί το μεγαλύτερο πλήγμα στην εποχή μας είναι η έννοια του σταθερού νοήματος. Ούτε η έννοια της λαϊκότητας είναι σταθερή. Της έχουν αποδοθεί διάφορα σημαινόμενα μέσα στα χρόνια και νιώθω ότι αυτήν τη στιγμή περισσότερο έχει παραχθεί, και αναπαράγεται, ως έννοια από ένα λογιολατρικό κοινό παρά από τους ίδιους τους μετέχοντες. Κι επειδή νιώθω ότι είμαι στο ανάμεσα, επηρεάζεται και η δική μου σκέψη μου απ’ αυτές τις ματιές. Άρα δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου αμιγώς λαϊκό. Έχω υπάρξει αμιγώς λαϊκός, χωρίς να σκέφτομαι αυτό που κάνω, αλλά τώρα δεν είμαι έτσι.

— Εγώ επιμένω όμως, σε μια μουσική σκηνή δεν μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ του λαϊκού τραγουδιού και του κοινού του;
Σίγουρα δεν είναι η πίστα όπου θα χορέψει και θα πετάξει ο άλλος λουλούδια και θα ανοίξει σαμπάνιες και θα σπάσει πιάτα, όπου ο ακροατής γίνεται και χορευτής και επέρχεται μια κάθαρση μέσω του σώματος. Στις μουσικές σκηνές φαίνεται να έχει κατασταλεί η σωματικότητα προς όφελος της πνευματικότητας. 

— Είναι κάπως μουσείο λοιπόν;
Όχι. Επειδή το πρόγραμμα έχει θέση δεν μπορεί να είναι μουσείο. Δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση. Έχει μια αισθητική πρόταση σε μια συγκεκριμένη στιγμή, με συγκεκριμένα άτομα, συγκεκριμένο ήχο και σκηνική παρουσία.

— Έχετε ηχογραφήσει ήδη κάποια τραγούδια και τα βγάλατε στο YouTube. Aν δεν ήξερα εσένα και το έργο σου, θα με ξένιζε κάπως η εικόνα που συνοδεύει τα τραγούδια. Λίγο καλτ, λίγο ομονοιακής αισθητικής.
Αν παρατηρήσεις εξώφυλλα δίσκων της εποχής που παίζουμε, έχουν μια τέτοια αισθητική. Σήμερα χαρακτηρίζεται εύκολα καλτ αυτό. Αλλά προσπαθώ να δανειστώ στοιχεία απ’ το τότε, να τα φέρω στο σήμερα και να τα κάνω να σημαίνουν κάτι άλλο. Γιατί να είναι καλτ; Χρησιμοποιούμε αυτό που θεωρείται καλτ για να παραγάγουμε ένα καινούργιο νόημα.

— Βέβαια, κεντρική θέση στη φωτογραφία έχει ο μπουζουξής, πράγμα που δεν συνέβαινε στα εξώφυλλα των δίσκων, όπου κεντρική θέση είχε ο τραγουδιστής, ούτε καν ο συνθέτης ή ο στιχουργός.
Υπάρχουν όμως και δίσκοι με εξώφυλλο τον Νικολόπουλο και τον Πολυκανδριώτη π.χ.

— Ως συνθέτες όμως.
Να, λοιπόν, μία ακόμα διαφορά που δεν σε αφήνει να το χαρακτηρίσεις μουσείο όλο αυτό. Είμαι ένας άνθρωπος που με αυτό που κάνω καλύπτω και τις ανασφάλειές μου. Μέσω της προβολής θέλω να με παρατηρήσω, να με δω με τα μάτια των άλλων, να πάρω σημασία μέσα από τα μάτια τους, να με δοκιμάσω, να με βγάλω μπροστά.

Υπάρχει πολλή ενοχή στη γενιά μου όσον αφορά την προβολή του εγώ. Έχω την αίσθηση ότι στη Θεσσαλονίκη, όπου έμεινα δέκα χρόνια, υπήρχε πολύ μεγάλη ενοχή για οτιδήποτε προσωποκεντρικό. Συνήθως δημιουργούνταν κολεκτιβίστικα πρότζεκτ.

Υπάρχει ενοχή στην προβολή του εγώ, σαν να σημαίνει αυτόματα ότι πατάω σε κάποιους άλλους. Αν συμβαίνει και σε μένα αυτό, θα ήθελα να το παρατηρήσω και να το καταλάβω. Νιώθω ότι δεν το κάνω. Δεν ξέρω αν οι συνεργάτες μου νιώθουν ότι πατάω πάνω τους. Αλλά αν έχω τέτοιες ασυνείδητες σκέψεις, θα ήθελα να το διαπραγματευτώ μέσα από την πράξη.

— Πες και για τους συνεργάτες σου τώρα, πώς έκανες την ορχήστρα.
Με τη Μαρία Ρηγοπούλου γνωριζόμαστε απ’ τη Θεσσαλονίκη και έχουμε ήδη ανεβάσει κάποιες διασκευές στο YouTube. Τη θεωρώ μία από τις πιο σημαντικές λαϊκές τραγουδίστριες της γενιάς της. Επίσης, χαίρομαι πολύ που συνάντησα τον Λάμπρο Βασιλείου. Μετά τον Γιάννη Διονυσίου ένιωθα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να βρω ανδρική λαϊκή φωνή που θα με «φτιάξει», θα με παρασύρει στο άκουσμά της. Ο Λάμπρος το έχει αυτό και νιώθω ότι, αν συνεργαστούμε, θα διαμορφώσουμε ο ένας τον άλλον.

Στην κιθάρα είναι ο Γιώργος Βαρτσάκης, κι αυτός πρόσφατα αφιχθείς απ’ τη Θεσσαλονίκη. Δεν είχαμε παίξει μαζί, αλλά τον εκτιμούσα. Στο ακορντεόν είναι ο Aydin Ciracioglu, ο οποίος ήταν μια αναπάντεχη γνωριμία και ο λιγότερο εξοικειωμένος με όλο αυτό. Θα ’πρεπε να νιώσω λίγο δάσκαλος απέναντί του, να του μεταφέρω μια γνώση που δεν έχει ως βίωμα. Στο μπάσο είναι ο Μιχάλης Δάρμας, με τον οποίο έχω ξανασυνεργαστεί και τον θεωρώ ένα απ’ τα καλύτερα μπάσα στο λαϊκό.

— Η ενορχήστρωση, φαντάζομαι, έγινε από σένα.
Στις ηχογραφήσεις ναι, αλλά στις πρόβες και στα live θέλω να παίρνω feedback και απ’ τους άλλους.

— Πάντως φαίνεται να έχεις εγκαταλείψει τους πειραματισμούς με τους οποίους ασχολήθηκες στο παρελθόν.
Να σου εξηγήσω πρώτα πώς ξεκίνησα, για να πω γιατί υπάρχει η παύση αυτήν τη στιγμή. Ξεκίνησα ως ένα παιδί στην Καλαμάτα που άκουγε σκυλάδικα και, με τη ματιά που έχω σήμερα, πολύ κακής ποιότητας μουσική, αλλά για μένα λειτουργούσε τότε. Άκουγα Έφη Θώδη και Τάσο Μπουγά, αυτά με φτιάχνανε.

Άλλα ακούσματα απέκτησα στην Άρτα, που σπούδασα στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής. Εκεί, μέσα από την παρέα με άλλα παιδιά, άκουσα τζαζ, ανατολικές μουσικές, κινηματογραφική μουσική και άλλες ντόπιες παραδόσεις που την εποχή πριν από το YouTube δεν ήταν αυτονόητο ότι μπορούσες να ακούσεις. Κι έλεγα, αφού τα ακούω, γιατί να μην προσπαθήσω να τα παίξω κιόλας; Κι έτσι ήρθαν οι πρώτοι πειραματισμοί, για πλάκα.

Αργότερα, όταν μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη, υπήρχαν αρκετές δυσκολίες στην επιβίωση, έπρεπε να βρω δουλειά. Έπαιζα στην Άθωνος και ο ίδιος ο μαγαζάτορας μού έλεγε «χαμήλωσε», ενώ η τηλεόραση έπαιζε ΠΑΟΚ! Κάποια στιγμή, χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Κώστας Κοτσιώλης. Με είχε προτείνει σ’ αυτόν ένας καταπληκτικός κιθαρίστας, ο Μιχαηλάγγελος Νιάρχος.

Μου πρότεινε, λοιπόν, ο Κοτσιώλης να πάω να δώσω ένα ρεσιτάλ στο Βελιγράδι, την ίδια στιγμή που έπαιζα μπουζούκι και οι άλλοι έβλεπαν τον ΠΑΟΚ. Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάναν πλάκα στο τηλέφωνο. Μετά κατάλαβα ότι είναι σοβαρό κι έτσι έκλεισα το πρώτο live στο εξωτερικό. Ήταν ένα φεστιβάλ κλασικής κιθάρας όπου υπήρχε και χώρος για έθνικ μουσικές. Κι εγώ, επειδή δεν ένιωθα τότε καθόλου θεματοφύλακας της λαϊκής παράδοσης, δεν ένιωθα και καμία υποχρέωση να παίξω οπωσδήποτε λαϊκά. Ήθελε ο πρέσβης να παίξω ένα κομμάτι, και με το ζόρι το ’παιξα. Δεν είναι ότι τα μισούσα.

Παλιά δεν άκουγα τον στίχο, με παράσερνε η μουσική. Μα όταν άρχισα να προσέχω τον στίχο, βάρυνα πάρα πολύ, είπα «γιατί παίζουμε τέτοια πράματα;». Ένιωθα ότι με στενοχωρούσαν. Πάω λοιπόν στο Βελιγράδι και βγαίνω με το πιο δύσκολο κομμάτι, που με άγχωνε πολύ. Από την πλατεία Άθωνος βρέθηκα σε ένα θέατρο με 3.000 άτομα. Με το που τελειώνω, δεν σταματάνε να χειροκροτάνε. Ήμουν στα όρια να γελάσω εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν τόσο οξύμωρο σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση.

Και από κείνη τη βραδιά ξεκινάει μια πορεία στο εξωτερικό. Με καλούσαν κι έπαιζα από κινηματογραφική μουσική μέχρι gypsy jazzbalkan κ.ά. Αφού πραγματοποίησα το όνειρο που έχει κάθε μουσικός, γυρνούσα τον κόσμο κι έπαιζα μουσική, έπαιζα ό,τι ήθελα και πληρωνόμουν πολύ καλά γι’ αυτό, ξαφνικά ένιωσα κενός μέσα μου. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Άρχισε η στροφή προς τα μέσα, άρχισα να διαβάζω, να προσπαθώ να δω τι μου γίνεται.

Με τα βιβλία, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση, όπου εστίασα περισσότερο, ένιωσα ότι μπήκα σ’ έναν κήπο, απομονώθηκα από την πράξη, και σταμάτησα να παίζω. Αναστοχαζόμουν πάνω σε όλα αυτά. Κάποια στιγμή μου ’λειψε το απλό, να παίζω χωρίς να χρειάζεται να σκεφτώ, να είμαι σε μια φάση που να μου είναι πολύ οικεία. Κι αυτό ήταν το λαϊκό.

Αργότερα το μεθερμήνευσα: όπως ξαναπλησίασα εγώ το λαϊκό, νιώθω ότι και συλλογικά το ’χουμε κάνει. Το λαϊκό τραγούδι είναι κομμάτι του συλλογικού ασυνείδητου. Όπως στην ψυχανάλυση πάμε πίσω για να βρούμε από τι αποτελούμαστε, έτσι κι εγώ πήγα πίσω στο λαϊκό, που ήταν ένα από τα κομμάτια που με απαρτίωναν, και το συνάντησα ξανά μέσα από έναν καινούργιο νου. Αυτό που με φόβιζε, το αντιμετώπισα καταπρόσωπο. Έτσι πήρα την απόφαση να βγω από τη γυάλα.  

— Πότε συνέβη αυτό;
Γύρω στο 2017-18. Είπα θα ξαναπαίξω λαϊκά, χωρίς να σταματήσω τα άλλα. Έκανα κι άλλα πειραματικά πρότζεκτ, ξαναπήγα στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή όμως η Θεσσαλονίκη τελείωσε. Με την απαγόρευση του καπνίσματος, και με τον κορωνοϊό, έκλεισαν και πολλοί χώροι. Δεν είχα πού να παίξω, είχε κατέβει στην Αθήνα και ο Γιάννης, και είπα να κατευθυνθώ άλλη μια φορά προς το άγνωστο. Κι ένιωσα ότι αυτό που θα ήταν εύκολο να μοιραστώ με τον κόσμο και που το γνωρίζω καλά είναι το λαϊκό.

Το πειραματικό δεν το έχω απορρίψει, απλώς περιμένει το timing για να ξαναβγεί. Ήδη δουλεύω στο σπίτι, με καινούργια μηχανήματα. Τα «Χρυσά Λαϊκά» μπορεί να πάρουν μια μόνιμη μορφή στο μέλλον, αλλά δεν νιώθω οικεία με το να σταθεροποιούμαι. Νιώθω ότι είμαι γνήσιο παιδί της ρευστότητας. Στην ύστερη νεωτερικότητα όλα είναι ρευστά, γι’ αυτό κι εγώ νιώθω ανάξιος λόγου, δεν μπορεί να με δει κάποιος σε ένα μέρος.

Τώρα που μου παίρνεις συνέντευξη, μου δίνεις το βλέμμα σου, με σταματάς σε μια θέση, τη στιγμή που εγώ νιώθω ότι άγομαι και φέρομαι. Το 'χω ανάγκη αυτό. Και όταν δημοσιευθεί η συνέντευξη, θα με δω μέσα από τα μάτια των αναγνωστών. Μου είναι αναγκαίο το βλέμμα τού άλλου, με καθορίζει.

— Όταν διαβάσουν αυτά που λέμε, πολλοί μάλλον δεν θα πιστεύουν ότι μιλάει έτσι ένας μπουζουξής. Είναι κάπως στερεοτυπικό αυτό, βέβαια.
Τα στερεότυπα τα χρειαζόμαστε για να μπορούμε να συνεννοηθούμε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αδιαπραγμάτευτα. Συνήθως φέρουν σημαινόμενα από παρελθούσες εποχές. Και ο «μπουζουξής» είναι ένας όρος ρευστός. Μπορείς να πεις ότι είμαι και μπουζουξής, αλλά έχω κι άλλα ενδιαφέροντα, που μπορεί να φαίνονται στη συζήτηση, στον λόγο, στην εντύπωση που σχηματίζεις όταν μιλάς μαζί μου.

— Κάποια στιγμή αναφέρθηκε σε σένα με πολύ επαινετικά λόγια ο Θανάσης Πολυκανδριώτης. Το εξέλαβες ως χρίσμα; Το χρειάζεσαι αυτό;
Κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος που εκτιμώ πολύ απευθύνεται σε μένα με εγκωμιαστικά σχόλια, νιώθω ότι ευνουχίζομαι. Φυσικά τους ευχαριστώ γι’ αυτά που λένε, και συγκεκριμένα τον Θανάση Πολυκανδριώτη, γιατί με έχει βοηθήσει πολύ, αλλά κατά έναν τρόπο νιώθω ότι, όταν μου λένε μπράβο, αποδίδω λιγότερο. Είναι σαν να κατέκτησα τον στόχο.

Σίγουρα δεν το νιώθω ως χρίσμα πάντως. Μου ’χουν πει κι άλλοι «πάρε τη σκυτάλη, εσύ είσαι ο επόμενος». Νιώθω ότι αυτό βάζει τις επιθυμίες μου πίσω από έναν σκοπό που δεν τον έχω διαλέξει άμεσα.  

— Με τον Πολυκανδριώτη συνέπραξες και στην Τελετή Έναρξης το 2004. Μάλλον δεν ξανάπαιξες ποτέ σε μεγαλύτερο κοινό.
Δεν το είδα έτσι. Το κομμάτι ήταν προηχογραφημένο και δεν υπήρχε το άγχος της εκτέλεσης. Περισσότερο ένιωσα λίγος, μικρός, και σ’ αυτό θήτευσα στη μικρότητά μου.

— Τώρα ποιο είναι το κοινό σου; Ποιο κοινό θες να συναντήσεις μέσα από τα «Χρυσά Λαϊκά Νο 2»;
Ωραία ερώτηση…

— Να ’ρθουν οι λαϊκοί ή οι διανοούμενοι, που προσεγγίζουν τη λαϊκότητα σαν κάτι εξωτικό; Είναι ένα πρόγραμμα για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι;

Αυτό που πάμε να κάνουμε δεν μπορεί να πάρει σάρκα και οστά αν δεν υπάρχει αυθόρμητη συμμετοχή απ’ τον κόσμο, είτε λαϊκός είναι αυτός, όπως εσύ τον λες, είτε διανοούμενος, όπως πάλι εσύ τον λες. Αν δεν μετέχει, έχω αποτύχει. Εμένα με ενδιαφέρει όποιος έρθει, όποιος και να ’ναι, ό,τι και να ’ναι, με όποιο εργαλείο, με όποια διανοητική ή σωματική επεξεργασία, να μετέχει. Θα ήταν πολύ διεγερτικό βέβαια ο λαϊκός να προβληματιστεί διανοητικά και ο διανοούμενος να μπει σε έναν κόσμο μέθεξης.

— Το πιο καινούργιο τραγούδι του προγράμματος πότε γράφτηκε;
Γύρω στο ’80.

— Γιατί σταμάτησες εκεί;
Δεν σταμάτησα εκεί, από εκεί ξεκίνησα, για να πάω προς τα πίσω, να πάρω τη σκυτάλη από τα πρώτα «Χρυσά Λαϊκά». Και στο μέλλον θέλω να πάρω τη σκυτάλη από δω που την αφήνω τώρα και να την πάω πιο κάτω χρονολογικά. Νιώθω πολύ πιο συγγενής με τα ακούσματα του ’80 και του ’90.

— Όταν με το καλό φτάσεις στα «Χρυσά Λαϊκά» του 2010, του 2020, τι θα βάλεις μέσα;
Πάλι θα επιστρέψω σ’ αυτή την προβληματική, στο τι είναι λαϊκό. Υπάρχει σύγχυση. Επειδή ένα τραγούδι έχει μπουζούκι, είναι αυτόματα και λαϊκό; Λαϊκό είναι και το χιπ-χοπ, και η τραπ, αφού απευθύνονται στον λαό. Το μπουζούκι καθορίζει το λαϊκό;  

 — Θα ’βαζες τη «Μαντάμ» του Τρανού; Το λέει και η Έφη Θώδη, με κλαρίνο.

Πρόσφατα έγραψα ένα τραγούδι με τίτλο «Παρενθέσεις», οι στίχοι δικοί μου, η μουσική μαζί με τη Μαρία. Παρένθεση θεωρώ οτιδήποτε παράγει νόημα, στεγανοποιεί το νόημα. Υπ’ αυτήν τη σκέψη, θα μπορούσε να μπει οτιδήποτε. Όχι ως λαϊκό απαραίτητα αλλά ως κάτι που μπορεί να πάρει ένα νόημα σε μια παρένθεση.

— Για τις «Παρενθέσεις» έκανες και βιντεοκλίπ, γενικώς δουλεύεις πολύ την εικόνα. Για τα «Χρυσά Λαϊκά» δεν έκανες βίντεο αλλά αρκέστηκες μόνο σε μια φωτογραφία.
Η εποχή μας έχει κορεστεί από εικόνες. Ήθελα να προτρέψω τον κόσμο να ακούσει. Μα ίσως πάλι λέω ψέματα. Ξεκίνησα να κάνω το βίντεο, αλλά δεν ήταν το τέλειο που είχα στο μυαλό μου. Με τον ήχο το έχω καλύτερα. Η εικόνα, βέβαια, κυρίως μέσα στα social media, φαίνεται να κατέχει τα πρωτεία στη δημιουργία νοήματος.

Ειδικά το διάστημα της πανδημίας δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθούν νοήματα μέσω άλλων αισθήσεων, όπως η όσφρηση και η αφή, με αποτέλεσμα να έχει την πρωτοκαθεδρία η εικόνα. Νιώθω ότι από το «ακούσατε ακούσατε» στις προνεωτερικές κοινωνίες οδηγηθήκαμε στο «για δείτε εδώ» και τώρα πάμε στην κατάρρευση της εικόνας, τουλάχιστον ως ντοκουμέντου. Αναρωτιέμαι, μετά την κατάρρευση του πολιτισμού του βλέμματος, τι θα ακολουθήσει. 

— Θα καταρρεύσει; Ο Χειμωνάς λέει «Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων, να τους σκεπάσει μια εικόνα». Υπάρχει κάτι μετά την εικόνα;
Σίγουρα υπάρχει, αν κλείσουμε λίγο τα μάτια μας κι ακούσουμε. 

"Οι Παρενθέσεις" - Georgopoulos Giorgos & Rigopoulou Maria  

Τι θέλεις από 'μένανε"  

"Πού να χωρέσει τ' όνειρο"  

«Τα Χρυσά Λαϊκά Νο 2», Πέμπτη 19 Ιανουαρίου, ΙΛΙΟΝ plus (Κοδριγκτώνος 17, 210 8824383)

Πηγή:  lifo.gr/music  

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση