Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2022 17:52

ΛΕΞ: «Δεν είμαι μπίτνικ ποιητής, είμαι ράπερ και μου αρέσει»

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lexM.Hulot. Ένα τρίτο προσωπικό άλμπουμ που ασχολήθηκαν μαζί του ακόμα και άνθρωποι που δεν ακούνε ραπ και δύο συναυλίες με ρεκόρ εισιτηρίων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά για να κάνουν τον ΛΕΞ τον καλλιτέχνη της χρονιάς. Ο ΛΕΞ ήταν όμως πάντα ψηλά στο ελληνικό ραπ και είναι πάντα ο ίδιος.

Το 2022 ήταν η αναμφίβολα η χρονιά του ΛΕΞ, όχι μόνο επειδή για τα μέσα, που ξαφνικά ανακάλυψαν ότι υπάρχει και είδαν στο πρόσωπό του το φαινόμενο του ελληνικού ραπ, έκανε διπλό ρεκόρ με τις συναυλίες του. Οι σχεδόν 25.000 θεατές που τον αποθέωσαν στην εμφάνισή του στη Νέα Σμύρνη, στο γήπεδο του Πανιωνίου στις 3 Ιουλίου, και οι περίπου 30.000 που γέμισαν το Καυτανζόγλειο Στάδιο στη Θεσσαλονίκη στις 21 Οκτωβρίου είναι νούμερα πρωτόγνωρα για ραπ συναυλία στην Ελλάδα, αλλά ο ΛΕΞ δεν κατάφερε μόνο αυτό.

 

Ο τελευταίος δίσκος του, «Μετρό», που κυκλοφόρησε στις 12 Μαΐου απασχόλησε ακόμα και μέσα που δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ με το ελληνικό ραπ, παίχτηκε στο ραδιόφωνο και έγινε θέμα συζήτησης ακόμα και σε παρέες boomers, οι οποίοι στη συνέχεια πήγαν, έστω και από περιέργεια, στο live να δουν τι στο καλό είναι αυτό το «φαινόμενο». Πολύ πιθανό να υπάρχει και στις λίστες τους με τα καλύτερα της χρονιάς κι ας μην έβαλαν να τον ακούσουν ξανά.

Ο ΛΕΞ έχει γίνει κάτι σαν το πασπαρτού για την κουλτουριάρικη πλευρά του ραπ, κάτι σαν τις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς και παλιότερα τον Ταρκόφσκι ή τον Γκοντάρ για όποιον δήλωνε σινεφίλ ‒ όποιος, άσχετος με το ραπ, πρέπει να δηλώσει ότι ακούει και ραπ, λέει τον ΛΕΞ και ξεμπερδεύει. Τι σχέση έχει ο ΛΕΞ με όλο αυτό; Καμία απολύτως.  

Ο ΛΕΞ δεν έγινε ξαφνικά κάτι άλλο από αυτό που ήταν πάντα, ένας δημοφιλής ράπερ με στίχο που άγγιζε –και αγγίζει‒ τα λαϊκά στρώματα. Λέει αυτό που θέλεις να ακούσεις, σε αφορά, ταυτίζεσαι και αν είσαι πιτσιρικάς, βρίσκεις έναν τρόπο εκτόνωσης στις συναυλίες του που μαζεύουν ένα ετερόκλητο κοινό από άτομα κάθε ηλικίας και όχι μόνο οπαδούς της ραπ. Δεν είναι «μουσική για μπαχαλάκηδες», όπως με στόμφο τη χαρακτήρισαν κάποιοι, δεν ενθαρρύνει τη βία, δεν χειραγωγεί (τουλάχιστον συνειδητά), δεν κάνει κάτι περισσότερο από αυτό που κάνουν ο Αγγελάκας, ο Παυλίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, δηλαδή μουσική την αλήθεια τους, που για ένα μεγάλο μέρος των ακροατών τους είναι και η δική τους αλήθεια.

Δεν καυχήθηκε ποτέ γι’ αυτό που κάνει, δεν μιλάει δημόσια, δεν κάνει καν διάλογο με το κοινό –γιατί τα λέει όλα με τους στίχους του‒, είναι χαμηλών τόνων, προστατεύει την προσωπική του ζωή. Σε αυτήν τη στάση κατά της δημοσιότητας, που δημιουργεί αχλή μυστηρίου γύρω από το όνομά του, οφείλεται εν μέρει αρκετό από το «κύρος» που έχει στα media. Το όνομα ΛΕΞ το τοποθετούν δίπλα στον τίτλο «ποιητής» και ως ποιητής ανυψώνεται και αποκτά διαφορετικό καλλιτεχνικό status από έναν άλλο ράπερ. Κι αυτό που τον χρίζει κυρίως ποιητή είναι ο ελληνικός στίχος, τα κατεβατά αλήθειας που είναι βιωματικά (γιατί «πώς να αποφύγεις την αυτοαναφορικότητα στο βιωματικό; Προσωπικά, λέω ό,τι σκέφτομαι, λέω ό,τι ζω», όπως αναφέρει κι ο ίδιος) αλλά και το δυνατό storytelling.

«Είναι πολύ δύσκολο να υπάρχει χιπ-χοπ στην Ελλάδα με ξένο στίχο» έλεγε πέρσι στη μοναδική συνέντευξη που έχει δώσει, στο «Rolling Stone», σε μια συνομιλία του με τον Παύλο Παυλίδη, (Νοέμβριος 2021, σε συντονισμό του Δημήτρη Κανελλόπουλου). «Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν παιδιά που το προσπαθούν και κάνουν καλή δουλειά. Αλλά το χιπ-χοπ είναι απέραντο. Είναι παντού, πιάνει όλο το φάσμα».

Η αλήθεια είναι ότι πάντα ο στίχος του ΛΕΞ είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τον ήχο του, ο οποίος, ακόμα και όταν φλερτάρει με το drill και το τραπ, δεν χάνει την τύπου σάουντρακ ατμόσφαιρα «και δεν αποσπά την προσοχή από τον λόγο και το γκρουβ», όπως γράφει ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος (μουσικός των Planet of Zeus κ.ά.) στο βιβλίο Ένα αστέρι από τσιμέντο που κυκλοφόρησε πέρσι και έγινε εκδοτική επιτυχία.   

«Εγώ δεν θέλω να είμαι ποιητής», λέει ο ΛΕΞ, «η ποίηση νιώθω ότι φέρει ένα πνευματικό παίδεμα παραπάνω από έναν χιπ-χοπ στίχο. Ναι, ο στίχος είναι δυνατός, ναι, ο στίχος έχει να πει, αλλά στο ραπ έχει μεγάλη σημασία η ερμηνεία, το πάτημα. Είναι πολλές οι παράμετροι. Το ραπ για μένα δεν είναι ιδεολογία, είναι ένα μέσο, όπως η συγγραφή. Δεν παύω, βέβαια, να τηρώ συγκεκριμένους αισθητικούς κώδικες, δεν θα τους καταπατήσω. (…) Δεν το σπάω συνειδητά το ραπ. Δεν είμαι μπίτνικ ποιητής, είμαι ράπερ και μου αρέσει. Πώς όμως να πεις τι είναι το ραπ; Αν είναι αλητεία σε εισαγωγικά ή χωρίς; Το χιπ-χοπ, επαναλαμβάνω, είναι μέσο. Και δεν το βάζω σε κουτιά, δεν θα πω αυτό είναι ραπ και το άλλο όχι. Είναι ένα μέσο και το χρησιμοποιεί ο καθένας όπως θέλει. Βιβλίο είναι του Χένρι Μίλερ, βιβλίο είναι και της Λίτσας Πατέρα. Όταν, λοιπόν, κατάλαβα τη δύναμη του μέσου, αποφάσισα να κάνω σόλο. Ήταν και ο Dof Twogee που έφτιαχνε τη μουσική, δέσαμε. Το χιπ-χοπ πρέπει να είναι και songwriting. Πρέπει το ρεφρέν να το καταλαβαίνω, το synth να το νιώθω, να έχει τη δομή του».

Δεν έχει ανάγκη ο ΛΕΞ από άλλο ένα κείμενο (από τα πολλά που γράφτηκαν από τον Ιούλιο, απίθανα πολλά για έναν άνθρωπο που αγνοούσαν ή περιφρονούσαν μέχρι τότε) που να μιλάει για τους λόγους που είναι σημαντικός. Δεν είναι περισσότερο σημαντικός φέτος απ’ όσο ήταν όταν έφτιαχνε τους «Ταπεινούς και Πεινασμένους» ή το «2XXX».

«Ο αληταράς από τη Σαλούγκα βρέθηκε να είναι μεσσιανική φιγούρα, χωρίς να το ζητήσει. Επειδή ήταν όχι απλά ο μόνος καλλιτέχνης αλλά ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε να αρθρώσει αυτές τις κουβέντες που όλοι και όλες θέλαμε να πούμε μέσα από τα δόντια μας, με τις λέξεις που μας σκάλωναν στον λαιμό και στο τέλος γίνονταν ένας αναστεναγμός, ένας λυγμός ή μια χριστοπαναγία προς το πουθενά», έλεγε ο Μήτσος Μαυράκης στην πρώτη ακρόαση του δίσκου του τον Μάιο.

«Μια εσωστρεφής κοινωνία σε αποσύνθεση κοιτάχτηκε επιτέλους στον καθρέφτη που ήταν τα λόγια ενός τύπου που όμως δεν έκρινε και δεν ηθικολογούσε. Απλώς έδειχνε την αλήθεια που υπήρχε εκεί έξω και μας υποχρέωνε όλους να κοιτάξουμε μέσα μας. Και ξαφνικά βρέθηκε ο ΛΕΞ, δίχως ποτέ να το ζητήσει ο ίδιος, στον ρόλο του προφήτη, “ενώ νεκρούς δεν ανασταίνει, δεν είναι ο Χριστός”, να είναι η φωνή του Zeitgeist “με μανάδες εικοσάρηδων να εξαπολύουν το μένος τους...”, αλλά κυριότερα να έχει κληθεί αυτός, μόνος του, να καλύψει την ανυπαρξία των καλλιτεχνών και την ανικανότητα των “διανοουμένων” να μιλήσουν για το σήμερα.

Έσπευσαν όλοι αυτοί οι χίπστερ διανοούμενοι που περιφρονούσαν το χιπ-χοπ, όπως εξάλλου και κάθε λαϊκή τέχνη, να χρίσουν τον ΛΕΞ ένα είδος προφήτη. Πολύ ταιριαστό για μια χώρα που ο εθνικός της ύμνος ήταν γραμμένος από έναν ευγενή αστό ο οποίος φαντασιωνόταν την παλιγγενεσία από το μπαλκόνι του. Ο ΛΕΞ όμως είναι ακόμη στα χαρακώματα, είναι ένας από εμάς και δεν σκοπεύει να εξωραΐσει ό,τι βλέπει από το παράθυρό του. Κι ούτε να βγάλει μια διδακτική μπούρδα που θα τσεκάρει όλα τα λαϊκίστικα κουτάκια για να τον ακούνε οι όψιμοι ακροατές και να νιώθουν πως είναι σε επαφή με την πραγματικότητα».

Το «Μετρό» (μια σαρκαστική αναφορά στο πολύπαθο μετρό της Θεσσαλονίκης) είχε ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις από το (τεράστιο) κοινό που τον παρακολουθεί, για κάποιους ήταν το πιο αδύναμο άλμπουμ του, «διαφορετικό», πολύ drill για τα γούστα τους. Οι άνθρωποι που τον ακούνε από παλιά και τον εκτιμούν διαχρονικά βρήκαν σε αυτό τα προτερήματα που έχουν όλα τα άλμπουμ του. Κι είναι ένα άλμπουμ στο οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά.

Ο ΛΕΞ δεν είναι προβλέψιμος, ποτέ δεν ήταν, από τον τρόπο που εμφανίζει ξαφνικά τα άλμπουμ του εκεί που κανείς δεν τα περιμένει μέχρι τις συνεργασίες του (στο «Μετρό», πέρα από τον σταθερό συνεργάτη του Dof Twogee, τον βοηθούν στον ήχο ο Solid, ο Night Grind, ο Beats Pliz, Ortiz και ο Dennis Green των ATH Kids). Και για άλλη μια φορά τίποτα στο άλμπουμ δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι αδούλευτο και τίποτα δεν είναι άχρηστο.

Το «Μετρό» είναι κάτι σημαντικότερο από ένα σπουδαίο έργο τέχνης. «Ποιος δίνει μία για την τέχνη, αφού είπαμε “ο πόνος των φτωχών γίνεται τέχνη των αστών”. Το “Μετρό” είναι η αλήθεια όπως τη ζει ο ΛΕΞ. Είναι μια κατάθεση ψυχής από έναν ράπερ που δεν έχει ψευδαισθήσεις μεγαλείου και δεν τον ενδιαφέρει να παραδώσει κάτι σπουδαίο, θέλει απλώς να μιλήσει γι’ αυτό που ζει ο ίδιος. Το άλμπουμ είναι όσο πιο λιτό γίνεται. Εννέα κομμάτια, κανένα από αυτά δεν φτάνει καν τα τέσσερα λεπτά.

Eμείς όλοι περιμέναμε από τον ΛΕΞ να είναι ο υποστηρικτικός αδελφούλης, η πατρική φιγούρα, η τρυφερή φωνή της εν υπνώσει συνείδησής μας. Όσο εμείς τον κοιτούσαμε, αυτός, πιο ταπεινός από ποτέ και ακόμη πεινασμένος, πήρε το δάχτυλό του και μας έδειξε τη ζωή του. Και μας μίλησε για το πώς προσπαθεί να ζει άνετα δίχως την ντροπή που προκαλεί το ένστικτο του επιζήσαντα. Μας έδειξε τη γειτονιά του και τους δρόμους που ποτέ δεν ξεχνάνε. Μοιράστηκε τη δική του αλήθεια κι έφτυσε τις ρίμες σε σαλονικιώτικο drill. Τον αυθεντικό ήχο της γειτονιάς του.

Αυτό που κάνει πάντα.

AIRMAX

Πηγή:  lifo.gr/music/lex  

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση