Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2022 18:23

Είναι ειρηνόφιλες οι Δημοκρατίες;

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets70

Θανάσης Γιαλκέτσης. Το ακόλουθο άρθρο του Αμερικανού συγγραφέα Αλεξάντερ Στίλε* δημοσιεύτηκε στο ιταλικό εβδομαδιαίο περιοδικό «The Post Internazionale» στις 16.4.22

Ο φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ υπογράμμιζε το γεγονός ότι οι δημοκρατίες είναι από τη φύση τους πιο ειρηνικές επειδή λογοδοτούν στους πολίτες τους, οι οποίοι θα έπρεπε να υποστούν τα κόστη του πολέμου. Είναι φυσικό λοιπόν να σκεφτούμε τη «δημοκρατική ειρήνη» του Καντ, καθώς βλέπουμε την απερίσκεπτη και ωμή εισβολή του στρατού του Πούτιν στην Ουκρανία, μια σύγκρουση την οποία σχεδόν σίγουρα ο Ρώσος πρόεδρος δεν θα την είχε επιχειρήσει αν θα ήταν υποχρεωμένος να οργανώσει την υποστήριξή της από την κοινή γνώμη της χώρας του. Το γεγονός ότι ο Πούτιν λογόκρινε τη μιντιακή κάλυψη της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» και καθόρισε μάλιστα ότι είναι έγκλημα το να την αποκαλεί κανείς «πόλεμο» επιβεβαιώνει το ότι η Ρωσία δεν θα ήταν σε θέση να διαχειριστεί αυτή την καταστροφική εκστρατεία στο πλαίσιο μιας ελεύθερης και ανοιχτής κοινωνίας.

Είναι εύκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και για την Ευρώπη να αισθάνονται ενάρετες, ενώ βοηθούν από κοινού την Ουκρανία να αποκρούσει τον Ρώσο εισβολέα. Πριν όμως αρχίσουν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους συγχαρητήρια, θα ήταν συνετό να θυμηθούμε ότι, παρά τα όσα έλεγε ο Καντ, οι Δημοκρατίες της δυτικής συμμαχίας δεν έχουν εντελώς καθαρά τα χέρια τους όταν πρόκειται να χύσουν το αίμα άλλων. Η πρόβλεψη του φιλοσόφου για τις ειρηνόφιλες Δημοκρατίες αποκαλύφθηκε ορθή μόνο κατά το ήμισυ. Είναι αλήθεια ότι καμιά Δημοκρατία δεν ξεκίνησε ποτέ πόλεμο εναντίον μιας άλλης Δημοκρατίας. Στην ιστορία όμως οι Δημοκρατίες υπήρξαν κάθε άλλο παρά ειρηνικές.

Αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε ότι οι πρώτες δύο σημαντικότερες φιλελεύθερες Δημοκρατίες της Ευρώπης –το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία– ήταν και οι δύο από τις μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κυβερνώντας περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού με μιαν αποικιοκρατική εξουσία, που έκανε συχνή χρήση μιας ωμής καταπίεσης σε ευρεία κλίμακα. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο στους μακρινούς αιώνες, αλλά και στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Υπολογίζεται ότι στις δεκαετίες 1950 και 1960 οι Αγγλοι σκότωσαν από 30 χιλιάδες έως 300 χιλιάδες ανθρώπους για να καταστείλουν την αντιαποικιακή εξέγερση των Μάου Μάου στην Κένυα, ενώ εκτόπισαν περίπου 200 χιλιάδες άτομα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι Γάλλοι σκότωσαν τουλάχιστον 300 χιλιάδες Αλγερινούς, προτού αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της Αλγερίας το 1962.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από τη μεριά τους, περισυνέλεξαν την κληρονομιά της Γαλλίας στο Βιετνάμ· μια σύγκρουση στην οποία (από το 1954 ώς το 1975) υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν από Γάλλους, Αμερικάνους τουλάχιστον 2 εκατομμύρια Βιετναμέζοι. Η Ουάσινγκτον, στο όνομα της πάλης εναντίον του κομμουνισμού, από το 1960 μέχρι τη συμφωνία ειρήνευσης του 1996 στήριξε ένα δεξιό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα, όπου στρατός και παραστρατιωτικές ομάδες (εκπαιδευμένες από τους Αμερικανούς) σκότωσαν πάνω από 200 χιλιάδες ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν φτωχοί αγρότες Μάγια. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είχαν ποτέ επιτεθεί ευθέως σε μια Δημοκρατία, αλλά το 1973 στήριξαν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή, που οδήγησε στον θάνατο τον δημοκρατικό της πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε και σε 17 χρόνια στρατιωτικής δικτατορίας υπό τον Αουγκούστο Πινοσέτ.

Η αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν, το 2001, είχε κάποια δικαιολογία –η αφγανική κυβέρνηση φιλοξενούσε τον Οσάμα Μπιν Λάντεν– αλλά οδήγησε στον θάνατο περίπου 176 χιλιάδες Αφγανούς, έναν αριθμό υπερβολικά μεγαλύτερο από τα 3 χιλιάδες θύματα των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Το 2003, η εισβολή στο Ιράκ –που έγινε με την επίκληση ψευδών προσχημάτων– κατέστρεψε μια χώρα και προκάλεσε από 185 χιλιάδες ώς 208 χιλιάδες βίαιους θανάτους. Μολονότι είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε αυτή τη σκοτεινή ιστορία, δεν συμφωνώ με όσους ισχυρίζονται ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση μέσω πληρεξουσίων μεταξύ δύο μορφών ιμπεριαλισμού: εκείνου της Ρωσίας και εκείνου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Θεωρώ, αντίθετα, ότι εδώ διακυβεύονται οι κομβικής σημασίας αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας και ότι έχει ζωτική σημασία ΗΠΑ και Ευρώπη να παραμείνουν ενωμένες στην υποστήριξη της Ουκρανίας. Το να επιτραπεί στον Πούτιν να εξαλείψει την Ουκρανία ως κυρίαρχο έθνος και να στραγγαλίσει τη γεννώμενη δημοκρατία της θα καθιστούσε την Ευρώπη συνένοχη της μεγαλύτερης απειλής για την ελευθερία από τον καιρό της ήττας του Χίτλερ το 1945. Μπορεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη να μην ήσαν αρκετά ευαίσθητες για τα συμφέροντα της Ρωσίας όταν διεύρυναν γρήγορα τα όρια του ΝΑΤΟ μετά το 1989. Και είναι πιθανό η υπόθεση της ένταξης της Ουκρανίας στην ατλαντική συμμαχία να προκάλεσε δικαιολογημένους φόβους στη Μόσχα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες απείλησαν με πόλεμο όταν η Σοβιετική Ενωση εγκατέστησε πυραύλους στην Κούβα.

Δεν είναι παράλογο το Κρεμλίνο να απορρίπτει την προοπτική μιας αντιρωσικής συμμαχίας στα σύνορά του. Τούτου λεχθέντος, είναι σαφές ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν ήταν απάντηση σε κάποια νέα απειλή, αλλά ήταν το αποτέλεσμα ενός επί μακρόν μελετημένου σχεδίου ιμπεριαλιστικής επέκτασης· το αποτέλεσμα μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία η Ουκρανία δεν μπορεί να υπάρχει και οι άλλες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες ανήκουν στη Ρωσία. Μπορεί να ασκήσει κανείς κριτική στον Τζο Μπάιντεν για πολλούς λόγους –τα λόγια του για την εξάλειψη του Πούτιν ήταν ανόητα και απολιτικά, μολονότι από ανθρώπινη σκοπιά μπορεί να γίνουν κατανοητά–, αλλά η συμμαχία που συγκροτήθηκε, για να δοθεί απάντηση στην εισβολή στην Ουκρανία, δεν είναι προϊόν του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο Καντ ίσως είχε δίκιο μόνο κατά το ήμισυ. Οι Δημοκρατίες δεν είναι λιγότερο φιλοπόλεμες, αλλά έχουν δύο αρετές: δεν επιτίθενται σε άλλες Δημοκρατίες και όταν κάνουν ένα πόλεμο συνήθως τον κερδίζουν. Οι δικτατορίες –κράτη που εξαρτώνται από τις αποφάσεις μόνον ενός ατόμου– κατέχουν αντίθετα ένα ρεκόρ καταστροφικών λαθών: η επίθεση του Σαντάμ στο Ιράν, η κατάληψη των Φόκλαντ από την Αργεντινή, η απόφαση του Μουσολίνι να εισβάλει στην Ελλάδα, η ρωσική εκστρατεία του Χίτλερ. Γιατί όλες αυτές οι αποτυχίες; Επειδή στις δικτατορίες δεν υπάρχει χώρος για την κοινή γνώμη, ούτε για μιαν έντιμη συζήτηση που θα επαγρυπνεί απέναντι στη μεγαλομανία των απολυταρχικών ηγετών.

* Γεννημένος το 1957 στη Νέα Υόρκη, ο Αλεξάντερ Στίλε είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Διδάσκει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και αρθρογραφεί στην εφημερίδα The New York Times και στα περιοδικά The New York Review of Books και The New Yorker

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2022 20:55
Σούζη Παλαιοκώστα

Τελευταία άρθρα από τον/την Σούζη Παλαιοκώστα

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση