Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2022 14:35

Σύλβια Κούβαλη: Η γκαλερίστα που «καρφίτσωσε» τον Πειραιά στον διεθνή χάρτη της σύγχρονης τέχνης

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kouvaliΓιάννης Κωνσταντινίδης. Η ιδιοκτήτρια της Rodeo μιλά για την πορεία της μέχρι σήμερα και για όσα καθορίζουν τις επιλογές της.

Όποτε θέλει να διαβάσει κάτι, φοράει ένα ζευγάρι μεγάλα κομψά γυαλιά, με έναν μαύρο σκελετό αρκετά έντονο, και δείχνει σαν τα γυαλιά αυτά να την έχουν υφαρπάξει από τη στιγμή του χρόνου και ως διά νεφέλης να την έχουν μεταφέρει κάπου αλλού, όπου μπορεί να είναι ήρεμη και αφοσιωμένη στην ανάγνωσή της, σαν να ήταν μόνη. Όμως, δεν είναι απούσα. Ακούει. Και απαντάει.

Πάντα απαντάει αφού ακούσει προσεκτικά – αυτό είναι όλο και πιο σπάνιο σήμερα, σε όλες τις συναναστροφές. Καταλήγει να συνιστά τρομερή δύναμη. Αλλά δεν είναι και η μόνη που διαθέτει. Έχει ακολουθήσει μια πολύ σπάνια, αν όχι μοναδική πορεία, για τα δεδομένα του ελληνικού κόσμου της εμπορίας σύγχρονης τέχνης.

 Ξεκίνησε με γκαλερί στην Κωνσταντινούπολη. Συνέχισε με γκαλερί στο Λονδίνο και τα τελευταία χρόνια παράλληλα έχει και την περίφημη γκαλερί στον Πειραιά. Για την ακρίβεια, δημιούργησε έναν πολύ σοβαρό λόγο για να μετακινηθεί κάποιος στον Πειραιά, προκειμένου να δει σύγχρονη τέχνη διεθνούς εμβέλειας. Πολύ σύντομα, αυτός ο χώρος, που εντυπωσιάζει με την ιδιοφυή αρχιτεκτονική του παρέμβαση σε συνδυασμό με το αμεταποίητο των παλιών αποθηκών στις οποίες στεγάζεται, θα «προσαρτήσει» δύο ακόμα αίθουσες στη γύρω περιοχή.

«Εκεί θα έχει λιγότερη έως και καθόλου αρχιτεκτονική και ολόκληρη την πραγματικότητα της παλαιότητας των κτιρίων», λέει η Σύλβια Κούβαλη, η οποία για όλη την υπόλοιπη πραγματικότητά της εξιστορεί τα ακόλουθα:

Η Rodeo απαρτίζεται από τους καλλιτέχνες της. Και από όλους τους ανθρώπους που δουλεύουν γι’ αυτήν και την κρατούν στους ώμους τους. Κι έτσι, μπορώ εγώ να ασχολούμαι με όλα αυτά, που σημαίνει να είμαι παρούσα στις ανάγκες των καλλιτεχνών που εκπροσωπώ, παρούσα στις εκθέσεις τους. Σημαίνει να μιλάω με τους ανθρώπους με τους οποίους μιλάω συνεχώς για να στηριχτούν οι καλλιτέχνες και όλο αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εδώ και 15 χρόνια να ανθεί. Γιατί η Rodeo γίνεται 15 χρονών φέτος.

Η επιβίωση μιας γκαλερί δεν εξαρτάται από το τοπικό κοινό της. Αυτό συνέβαινε πάντα και ως εκ τούτου ήταν αναγκαστικό να παίρνεις ένα αεροπλάνο και να πηγαίνεις να δείξεις έργα σε διαφάνειες στους συλλέκτες σου, όπως έκαναν οι dealers τέχνης παλιά. Σήμερα, αντί όλης αυτής της προσπάθειας, στέλνεις ένα email. Σίγουρα είναι πιο εύκολο.

Από μιαν άλλη σκοπιά όμως, έτυχε να μιλήσω χθες βράδυ με μια κυρία στη Νέα Υόρκη που συλλέγει σύγχρονη τέχνη και η οποία μου είπε ότι λαμβάνει περίπου 1.200 email την ημέρα από διάφορες γκαλερί ανά τον κόσμο. Οπότε, μπροστά σε έναν τέτοιο σωρό είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις στο παραγεμισμένο inbox σου εκείνο το ένα email το οποίο έχει το αριστούργημα που η Σύλβια Κούβαλη θεωρεί ότι πρέπει να κοιτάξεις. Εξακολουθεί, δηλαδή, να παραμένει ακόμη και σήμερα πολύ πιο ουσιαστικό να μπει κάποιος στην γκαλερί σου και να δει ένα έργο που τον ενδιαφέρει.

Προφανώς και είμαι ριψοκίνδυνη στη δουλειά μου. Εξάλλου αυτό ταιριάζει στη φύση της. Η γκαλερί παίρνει πάντα το πρωταρχικό και εντελώς αστάθμητο ρίσκο να βγάλει έναν καλλιτέχνη από το στούντιό του και να τον βάλει μέσα στον δικό της χώρο. Είναι εκείνη που έχει την πρωτογενή και πρωτόλεια σχέση με τη δημιουργία. Είναι ο ουσιαστικός μεταφορέας και μύστης που παραλαμβάνει το έργο από τον χώρο παραγωγής του για να το οδηγήσει στον χώρο παρουσίασής του.

Πολλές φορές δεν το παραλαμβάνει καν από ένα φυσικό περιβάλλον, που θα ήταν το ατελιέ του καλλιτέχνη. Το παίρνει κατευθείαν από το κεφάλι του. Και το συνοδεύει μέχρι να φτάσει στο στάδιο της παρουσίασής του σε ένα μουσείο, σε μία μπιενάλε, σε μια συλλογή ή, τέλος πάντων, όπου οφείλει να καταλήξει.

Πολλές φορές η τιμή ενός έργου δεν έχει να κάνει με την καλλιτεχνική αξία του. Η τιμή ανήκει σε ένα παράλληλο σύστημα που λειτουργεί μόνο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο δεν έχει την αξία που του αποδίδεται, γιατί η αξία ενός έργου ορίζεται κάθε φορά από την τιμή στην οποία κάποιος αποδέχεται να το αγοράσει.

Η τιμή ενός έργου είναι κάτι το ακαθόριστο. Η τιμή απλά υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος αποδέχεται να πληρώσει την αξία χάρη στην οποία ένα έργο περιέρχεται στην ιδιοκτησία του. Είναι ένα χαρακτηριστικό του έργου η τιμή, το οποίο δημιουργείται με έναν τρόπο παράλληλο προς την καλλιτεχνική του αξία. Και εξαιτίας αυτής της «παραλληλίας», οι δύο αυτές τροχιές ίσως να μη διασταυρωθούν ποτέ. Δεν πρόκειται για δύο πράγματα ασύνδετα, αλλά για δύο πράγματα που εξελίσσονται παράλληλα.

Στην αγορά της τέχνης δεν είναι καταμετρημένα τα ποσοστά εκείνων που αγοράζουν status σε σχέση με τα ποσοστά εκείνων που αγοράζουν έργο τέχνης. Έτσι κι αλλιώς, όμως, αυτή η καταμέτρηση δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι είτε για λόγους status είτε για άλλους λόγους, όλοι ένα έργο παίρνουν στο τέλος. Δηλαδή, είτε το πάρεις επειδή θέλεις να το κοιτάς, είτε το πάρεις επειδή θέλεις να σε κοιτάνε, στο τέλος θα σου μείνει το έργο. Ακόμη κι αν ο αγοραστής δεν έχει πρόχειρη στον νου του αυτή την πραγματικότητα, το έργο καταλήγει στο σπίτι του και κάποια στιγμή θα τον κάνει να το σκεφτεί – θα του πει εκείνο κάτι.

Υπάρχουν όμως και οι άνθρωποι που, όταν βγάλουν κάποια λεφτά, έστω και λίγα, αντί να αγοράσουν ακριβό αυτοκίνητο ή ρολόι χειρός, αγοράζουν ένα έργο τέχνης. Και δένονται μαζί του, μια και απ’ την αρχή το θέλουν. Και το έχουν για όλη τους τη ζωή. Αυτό συμβαίνει γιατί η τέχνη δεν αφορά μόνο τους «one percenters» – εκείνους που ανήκουν στο ένα τοις εκατό του πληθυσμού που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου. Ποτέ δεν ήταν έτσι η τέχνη και δεν είναι ούτε σήμερα. Υπάρχει ένα τεράστιο φάσμα αγοραστών και όχι μόνο εκείνοι οι οποίοι πληρώνουν ανεξέλεγκτα και βουλιμικά τις αγορές τους. Αντίστοιχα υπάρχει και το ανάλογο τεράστιο φάσμα στον κόσμο των πωλητών τέχνης.

Η καριέρα μου στον χώρο της τέχνης δεν ξεκίνησε όταν άνοιξα την πρώτη γκαλερί στην Κωνσταντινούπολη. Είχα φύγει από την Αθήνα για να πάω εκεί αρκετό καιρό προτού συμβεί αυτό. Τι με οδήγησε να βρεθώ σε μια πόλη που δεν έχει βαθιά σχέση με τη σύγχρονη τέχνη; Ίσως το ότι έχει μια σχέση με τη σύγχρονη τέχνη η οποία, παρά το ότι δεν είναι βαθιά, είναι εκτεταμένη.

Επίσης, το ότι έχει μια οργάνωση που μου έλειπε, και την οποία εδώ δεν την έβρισκα σε συλλογικό επίπεδο. Η Κωνσταντινούπολη έχει ακόμα μια πολυπολιτισμικότητα ίσως πιο ενδιαφέρουσα από εκείνη των μεγάλων πόλεων της Δύσης. Δεν μπορώ να πω ξεκάθαρα τι με έκανε να μείνω εκεί. Ήταν κάτι που συνέβη το 2004. Ίσως να ήταν μία στιγμή που με ώθησε εκεί.

Ποτέ δεν ψάχνω να μάθω τι σκέφτεται ο κόσμος για μένα. Ούτε ξέρω να απαντήσω πώς αντιδρώ όταν φτάνει στ’ αυτιά μου κάτι από τα όσα λέγονται. Συνήθως όμως γελάω. Κι έτσι λοιπόν δεν ξέρω τι πίστευαν οι εδώ ότι εγώ έκανα στην Κωνσταντινούπολη.

Όμως, είναι βέβαιο ότι οι εκεί νόμιζαν καταρχάς ότι ήμουν κατάσκοπος. Και παρακολουθούσαν τα τηλέφωνά μου. Το καταλαβαίναμε αυτό επειδή έπαιρναν τηλέφωνο στην γκαλερί και μας ρωτούσαν: «Μιλήσατε εσείς χθες βράδυ με Κύπρο επί μιάμιση ώρα;». Κι όταν ρωτούσαμε ποιος είναι που ρωτάει, το τηλέφωνο έκλεινε αμέσως. Όλο αυτό, τέλος πάντων, έδειχνε κάπως ύποπτο. Ήταν ένας συνδυασμός του 21ου αι. με τον 19ο.

Συχνά επίσης μιλούσα στο τηλέφωνο με έναν φίλο μου, ο οποίος είναι θαύμα το ότι έχει καταφέρει να μένει ακόμα εκεί χωρίς να είναι Τούρκος. Όταν μιλούσαμε επί μία ώρα ας πούμε, μόλις η συνομιλία μας έφτανε στο λεπτό πενήντα εννέα και πενήντα εννέα δευτερόλεπτα, άρχιζε ξαφνικά να παίζει η ηχογράφηση της συνομιλίας μας από την αρχή της και άκουγα ξανά τα λόγια που μου είχε πει από την αρχή. Ήταν ένα συχνό σφάλμα του τεχνολογικού τους συστήματος. Γενικά, δεν φαινόταν να τα πηγαίνει πολύ καλά η αντικατασκοπική τους μυστική υπηρεσία. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Έχουμε καταλήξει και στο τμήμα, κυρίως για έργα που έδειχνα στην οθόνη πριν ανοίξω την γκαλερί και με παράδειγμα την «Guernica» και άλλα αντιπολεμικά σύμβολα τη γλιτώναμε.

Στην Κωνσταντινούπολη, όσοι δεν με θεωρούσαν κατάσκοπο με θεωρούσαν κόρη εφοπλιστή. Εδώ, πάλι, λέτε ότι εγώ ξοδεύω χρήματα που είχε βγάλει κάποιος άλλος. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι ξοδεύονται αρκετά χρήματα. Τρώγονται δηλαδή πολλά λεφτά, όπως λέτε, αλλά αυτά είναι τα μόνιμα έξοδα που έχει ένας χώρος, με όλα του τα κόστη, τις μεταφορές, τις ασφαλίσεις, τις αποθήκες, παραγωγές έργων, και είναι αυτό που καλώς ή κακώς πληροί τις ανάγκες της γκαλερί και των στούντιο των καλλιτεχνών που ζουν από αυτή. Δεν «τρώγεται» κάτι.

Την γκαλερί στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξα το 2007, εξού και το ότι φέτος γιορτάζουμε τα 15 χρόνια παρουσίας στον χώρο. Πριν από το 2006 δεν είχα σχέση με το εμπόριο της τέχνης. Το 2005 ξεκίνησα ένα project στην οροφή ενός κεντρικού ξενοδοχείου της αλυσίδας Marmara, το «yama», που ήταν μια μεγάλη οθόνη τύπου LED στην οποία προβάλλονταν νέες παραγωγές καλλιτεχνών, που δεν ήταν προς πώληση. Το πρώτο έργο το πούλησα το 2007.

Παράλληλα τότε έκανα και άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, δημιούργησα ένα αρχείο σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών σε ένα κέντρο σύγχρονης τέχνης, το platform garanti. Επίσης, έτρεχα ένα πρόγραμμα καλλιτεχνικής διαμονής στην Κωνσταντινούπολη στον ίδιο χώρο. Δεν είχα έξτρα χρήματα και η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν εύκολη πόλη. Μέσα σε έναν χρόνο άλλαξα είκοσι τρία σπίτια.

Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεις σπίτι ως ξένη – ως κάποια που δεν έχει τούρκικο διαβατήριο. Τότε, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν όπως είναι τώρα, που έχει γίνει ένα τεράστιο ΑirΒnΒ. Όλα αυτά όμως δεν τα βίωνα ως ταλαιπωρία! Μπορεί να ακούγεται βουνό η μετακόμιση είκοσι τρεις φορές μέσα σε έναν χρόνο, αλλά είχα μόνο μία βαλίτσα. Τίποτα παραπάνω. Και ήταν τέλεια να ζεις με μία βαλίτσα μόνο. Είναι πολύ ευχάριστο, γιατί μαθαίνεις να ζεις με πολύ λίγα.

Για την Κωνσταντινούπολη δεν έχω πει ποτέ ένα «φτάνει». Βρίσκομαι τώρα σε μια προσωρινή παύση με την πόλη, αλλά το κεφάλαιο αυτό δεν έχει τελειώσει για μένα. Έχω αφήσει πολλά πράγματα στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμα και παπούτσια. Είναι ένα πολύπλοκο θέμα για μένα. Δεν υπέφερα άμεσα εξαιτίας της εποχής Ερντογάν, αλλά σίγουρα η γκαλερί θα ήταν ακόμα εκεί, αν εκείνος δεν είχε διαμορφώσει την κατάσταση όπως είναι τώρα. Κάτι από τα όσα κάναμε θα βρισκόταν ακόμα εκεί. Και το κοινό της γκαλερί θα βρισκόταν και τώρα στην πόλη.

Αλλά ας το πω ευθέως, γιατί είναι πολύ βασικό: το κοινό μας έφυγε από την Πόλη. Έχει φύγει πολύς κόσμος από την Τουρκία και είναι πολύς ο κόσμος που ακόμη φεύγει, αν μπορεί. Σίγουρα αυτό έχει επιφέρει τεράστια πολιτισμική αλλαγή. Η δική μου θέση εκεί ήταν ταυτοχρόνως προνομιακή και επισφαλής.

Σήμερα είναι όλα πια ελεγχόμενα όσον αφορά τα θέματα του πολιτισμού. Μπορεί να ακούγονται αστεία τα όσα είπα για τις αντικατασκοπικές τους τακτικές, αλλά τότε ο έλεγχος δεν είχε σχέση με αυτό που συμβαίνει τώρα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν φυλακιστεί χωρίς να έχουν κάνει τίποτα και μεταξύ αυτών υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονταν στον ουσιαστικό πυρήνα του πολιτιστικού χώρου ολόκληρης της χώρας.

Εγώ δεν έφυγα επειδή ένιωσα αδικημένη ή προδομένη, αλλά επειδή αισθανόμουν ότι άλλαξαν οι προτεραιότητές του τόπου. Αν παρέμενα εκεί, θα έπρεπε να περιοριστώ σε κάποιο φιλανθρωπικό έργο ή να χρηματοδοτούμαι από ιδρύματα. Κι αυτό δεν με ενδιέφερε. Εξάλλου, ήδη από το 2014 είχα ανοίξει την γκαλερί στο Λονδίνο. Αυτό συνέβη στο γενικότερο πλαίσιο αναζήτησης διεξόδων, γιατί τα περιστατικά στην πλατεία Γκεζί φανέρωναν καθαρά τα μελλούμενα.

Είχαμε μια έκθεση τότε, που στην πραγματικότητα δεν την είδε κανείς, παρά το ότι είχαμε πάρα πολύ κόσμο στην γκαλερί. Όμως ο κόσμος ερχόταν σε μας για να έχει, ας πούμε, WiFi να ποστάρει ή για να πιει νερό ή για να κρυφτεί ή για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, θα έπρεπε να μετακομίσω την γκαλερί σε προάστιο ή να κάνω αυτό που έκανα, δηλαδή να την κλείσω και να πάω αλλού.

Δεν δουλεύω. Το να έχω γκαλερί τέχνης δεν είναι επάγγελμα για μένα. Οπότε και δεν μπορώ να περιγράψω ως δουλειά αυτό που κάνω. Θα μπορούσα να περιγράψω κάποιο άλλο επάγγελμα. Ας πούμε, το να οδηγείς ταξί. Θα μου άρεσε πολύ να είμαι οδηγός ταξί. Βέβαια, δεν έχω προσπαθήσει ποτέ να γίνω, αλλά μου αρέσει πολύ να οδηγώ και μου αρέσει, όταν οδηγώ, να μιλάω. Θα γινόμουν από αυτούς τους ενοχλητικούς ταξιτζήδες που μιλάνε στους επιβάτες τους συνέχεια.

Σε όλα τα μέρη του κόσμου η σύγχρονη τέχνη αντιμετωπίζεται σαν κάτι που επεκτείνεται αποικιοκρατικά και που είναι ανά πάσα στιγμή ξενόφερτο. Εγώ όμως από πάρα πολύ νωρίς είχα αποφασίσει ότι δεν θα έκανα «εισαγωγές». Δεν με ενδιέφερε. Οι εξαγωγές με ενδιέφεραν και μ’ ενδιαφέρουν ακόμα. Και από την άλλη, ήταν σίγουρο ότι με ενδιέφερε να συμβούν καλλιτεχνικές διασταυρώσεις και κυρίως από διάφορες γεωγραφίες. Δηλαδή, ήθελα να κάνω το αντίθετο από αυτό που συνέβαινε στις παλιότερες γκαλερί και το οποίο ήταν να δείχνουν έναν «-ισμό» ή ομοειδή πράγματα τα οποία παράγονταν από έναν συγκεκριμένο κύκλο καλλιτεχνών και που ήταν πράγματι κάτι που πρόσφερε συνοχή στο πρόγραμμα.

Την ίδια στιγμή όμως το πρόγραμμά τους, επειδή ήταν τόσο πολύ συγκεκριμένο, ήταν και άλλο τόσο προβλέψιμο. Πράγμα αξιοζήλευτο από πολλές οπτικές, δεν ήμουν όμως εγώ αυτό. Εμένα, αντιθέτως, με ενδιέφερε από την αρχή η γεφύρωση παράταιρων ειδών τέχνης. Είναι αυτό που συχνά αναφέρεται ως ανάπτυξη διαλόγων μεταξύ τους.

Κι έτσι, έδειχνα καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς εξαρχής φανερές αναλογίες των έργων τους. Ενεργούσα διαισθητικά. Αυτό θα μπορούσε να δείχνει παράταιρο στο μυαλό των ανθρώπων που έβλεπαν εκείνες τις εκθέσεις. Ίσως να μην άγγιζε την καρδιά τους. Πιθανόν να ήταν πολύ ωμό ακόμα για να το δεχτούν.

Νομίζω ότι για την τελική λύση των προβλημάτων αυτού του τύπου, παίζει σημαντικό ρόλο η περιέργεια του κοινού. Η περιέργεια ως συνεισφορά. Από κει κι έπειτα, τα πράγματα εξαρτώνται από το πού θα ήθελε να φτάσει ο κάθε θεατής ακολουθώντας την περιέργειά του. Όπως επίσης και από το πόσο εσύ, ως γκαλερίστας, θα ασχοληθείς μαζί του.

Εγώ ασχολούμαι αρκετά με τον κόσμο που μπαίνει στην γκαλερί. Και θέλω οποιοσδήποτε δουλεύει μαζί μου να κάνει το ίδιο. Γιατί έχουμε ένα πελατολόγιο εξακοσίων ανθρώπων ανά τον κόσμο, το οποίο προσπαθούμε διαρκώς να κρατούμε ενήμερο και ενεργό, αλλά δεν παύει να ισχύει επίσης ότι μπορεί να μπει κάποιος στο «μαγαζί» σου και να θέλει μόνο να δει. Επειδή απλά μένει παραδίπλα και νιώθει ότι ανήκει στο κοινό. Γιατί –θα το τονίσω αυτό– σε μια γκαλερί το κοινό δεν είναι μόνο το πελατολόγιό της, αλλά και όσοι έρχονται μόνο για να δουν, χωρίς να αγοράσουν.

Στους (άλλους) ανθρώπους με ενδιαφέρει κυρίως το μυαλό τους. Η σκέψη τους είναι που κινητοποιεί την περιέργειά μου. Δεν μπορώ να το ορίσω με περισσότερη ακρίβεια αυτό, αλλά θα πω το εξής παράδειγμα: αν βρεθώ καλεσμένη σε ένα τραπέζι όπου δεν ξέρω κανέναν από τους παρακαθήμενους, μπορεί να επιλέξω να καθίσω δίπλα σε αυτόν που μοιάζει πιο παράξενος, για να βεβαιωθώ ότι δεν θα βαρεθώ. Αυτό, βέβαια, δεν εξασφαλίζει πάντα το ότι δεν θα πλήξω. Ούτε σημαίνει ότι ο παράξενος που επέλεξα θα είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρων.

Βέβαια, όταν λέω ότι προτιμώ τον πιο παράξενο, δεν εννοώ ότι αναζητώ το φρικιό. Μπορεί κι ένα πολύ μικρό στρίψιμο της βίδας να αρκεί.

Η Σύλβια Κούβαλη επεκτείνει τη Rodeo Gallery (Πολυδεύκους 41, Πειραιάς) προσθέτοντας δύο νέους εκθεσιακούς χώρους πολύ κοντά στον χώρο της γκαλερί στον Πειραιά και τους εγκαινιάζει με μία μεγάλη έκθεση με έργα του Θανάση Τότσικα και της Κύπριας γλύπτριας Κούλας Σαββίδου.

Πηγή:  lifo.gr /eikastika  

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 14 Ιουνίου 2022 07:52
Σούζη Παλαιοκώστα

Τελευταία άρθρα από τον/την Σούζη Παλαιοκώστα

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση