Τρίτη, 31 Μαΐου 2022 20:36

Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας, της Τασούλας Επτακοίλης

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

simosΟ Σίµος Συµεωνίδης μεγάλωσε στην Αθήνα. Ο πατέρας του πέθανε από ανακοπή σε ηλικία μόλις 49 ετών και η μητέρα του, μολονότι θα στερούνταν τον μοναχογιό της, τον ενθάρρυνε να φύγει για σπουδές στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε Μοριακή Βιολογία και έγινε καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. «Με γοήτευε η έρευνα, αλλά συνειδητοποίησα ότι για να γίνεις καλός πρέπει να είσαι ultra εξειδικευμένος. Ηθελα ανοιχτούς ορίζοντες, να απαντήσω σε περισσότερα ερωτήματα», λέει ο ίδιος. Αποφάσισε να αλλάξει ρότα και από καθηγητής έγινε ξανά φοιτητής: γράφτηκε για ΜΒΑ σε ένα πολύ καλό οικονομικό πανεπιστήμιο, στο Wharton. Σήμερα είναι συνιδρυτής και πρόεδρος της TheraWave Bio, εταιρείας βιοτεχνολογίας που εστιάζει στην αναζήτηση νέων θεραπειών για νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως το Αλστχάιμερ, και για τον καρκίνο του εγκεφάλου. Την τελευταία πενταετία είναι και επενδυτής στον χώρο, «κάτι δύσκολο και ριψοκίνδυνο, αλλά συναρπαστικό, γιατί διαρκώς μαθαίνω καινούργια πράγματα».

Ο Βαγγέλης Βεργέτης έφυγε από την Ελλάδα μόλις τελείωσε το λύκειο. Με πρώτο πτυχίο στην πληροφορική και διδακτορικό ως ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, άρχισε να εργάζεται ως σύμβουλος στον κλάδο της υγείας. Πριν από λίγα χρόνια μαζί με τον Δημήτρη Σκαλτσά ίδρυσαν στη Νέα Υόρκη την Intelligencia, που συγκαταλέγεται, σύμφωνα με το Forbes, στις 50 πιο υποσχόμενες αμερικανικές εταιρείες στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης. Εχουν γραφεία στις ΗΠΑ αλλά και στην Ελλάδα. «Είναι πολύ σημαντικό για τις φαρμακευτικές και τις εταιρείες βιοτεχνολογίας να γνωρίζουν πόσο ρίσκο έχει κάθε κλινική δοκιμή. Εμείς υπολογίζουμε τις πιθανότητες επιτυχίας και με βάση τα ποσοστά που τους δίνουμε αποφασίζουν πώς θα κινηθούν», εξηγεί.  

Ιστορίες όπως του Σίμου και του Βαγγέλη άκουσα πολλές στη Θεσσαλονίκη, όπου σχεδόν 100 εκπρόσωποι της διεθνούς βιοτεχνολογίας βρέθηκαν για το ετήσιο συνέδριό τους. «Το “The Biotech Meeting in Greece”, που διοργανώνεται από το Fondation Sante, δημιουργήθηκε από την επιθυμία να κάνουμε κάτι στη χώρα μας: καλούμε Ελληνες αλλά και φιλέλληνες συναδέλφους, συζητάμε επίκαιρα θέματα της ιατρικής, της φαρμακευτικής και της βιοτεχνολογίας, και απολαμβάνουμε τις ομορφιές της πατρίδας μας – την ιστορία, την αρχιτεκτονική, τη γαστρονομία, τις παραλίες. Ξεκινήσαμε από τη Μύκονο το 2001. Ακολούθησαν η Ρόδος, η Χαλκιδική, το Σούνιο, η Κέρκυρα, η Κρήτη, η Σάμος και κάπως έτσι φτάσαμε να μετράμε είκοσι συναντήσεις», λέει ο Θεσσαλονικιός Στέλιος Παπαδόπουλος, πρόεδρος του Δ.Σ. της Biogen, ο πρώτος που μπήκε στη βιοτεχνολογία και εκείνος που άνοιξε τον δρόμο στις επόμενες γενιές επιστημόνων και επιχειρηματιών στον χώρο – με μια πραγματικά συναρπαστική πορεία, από τη γειτονιά του Χαριλάου στη Νέα Υόρκη.

Ο κ. Παπαδόπουλος και ο Σπύρος Αρταβάνης – Τσάκωνας, ομότιμος καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και νυν πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), ήταν επικεφαλής της οκταμελούς ομάδας εργασίας που πριν από λίγες ημέρες παρουσίασε στον πρωθυπουργό μια έκθεση για το πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να μπει στον παγκόσμιο χάρτη της βιοτεχνολογίας. Την οκτάδα, μαζί με τους Συμεωνίδη και Βεργέτη, συμπληρώνουν η Ελληνοκαναδέζα Ξένια Καπόρη, µε εμπειρία δεκαπέντε και πλέον ετών στη φαρμακευτική βιομηχανία, η Δάφνη Καρύδα, οικονομική διευθύντρια στη Flare Therapeutics, ο Αλέξανδρος Τζούκας, επικεφαλής επενδύσεων της Intelligencia, και ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Υγείας, Βασίλης Κοντοζαμάνης, που έχει αναλάβει τον συντονισμό του πρότζεκτ στο επόμενο, πιο δύσκολο κομμάτι: της υλοποίησης.

 

«Πρέπει να νικηθεί η τεράστια, κατα-στροφική γραφειοκρατία που μας κρατάει πίσω. Και, φυσικά, να υπάρξει ενιαία στρατηγική».

Εκτός από την κ. Καρύδα ήταν όλοι παρόντες στο συνέδριο και, φυσικά, συζητήσαμε για όσα πρότειναν στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μου μίλησαν για την ανάγκη δημιουργίας ενός ευνοϊκού οικοσυστήματος, με διαρθρωτικές αλλαγές και σταθερότητα. Ολα αυτά θα κάμψουν την ανασφάλεια που αισθάνονται οι επενδυτές για μια χώρα όπως η δική μας, όπου κάθε νέα κυβέρνηση γκρεμίζει τα πιο πολλά από όσα έκανε η προηγούμενη, ακόμα και τα καλά…

«Οι προτάσεις μας είναι απολύτως υλοποιήσιμες», λέει ο Στέλιος Παπαδόπουλος. «Αν θα υλοποιηθούν, όμως, θα εξαρτηθεί από το ενδιαφέρον που θα εξακολουθήσει ή όχι να δείχνει η κυβέρνηση και αν θα έχει την τόλμη να προχωρήσει στις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές στην έρευνα, στα πανεπιστήμια, στο δημοσιονομικό πλαίσιο. Αν όλα αυτά γίνουν, θα αποφέρουν θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη και την οικονομία σε λίγα χρόνια».

«Κατ’ αρχάς πρέπει να νικηθεί η τεράστια, καταστροφική γραφειοκρατία που μας κρατάει πίσω. Και, φυσικά, να υπάρξει ενιαία στρατηγική. Στην Ελλάδα, συνήθως το δεξί χέρι δεν ξέρει τι κάνει το αριστερό! Το ένα υπουργείο δεν ξέρει τι κάνει το άλλο… Αυτά πρέπει να βρεθεί τρόπος να λυθούν. Τα άλλα που είναι απαραίτητα στη βιοτεχνολογία πολλοί Ελληνες τα έχουν: και μόρφωση, και επιχειρηματικό δαιμόνιο, και όρεξη για δουλειά», προσθέτει ο Σπύρος Αρταβάνης – Τσάκωνας

«Exoυν περάσει πολλοί φοιτητές από τα χέρια μου», λέει με την ακαδημαϊκή εμπειρία του στο Χάρβαρντ ο Σίμος Συμεωνίδης. «Δεν έχουμε σε τίποτα να ζηλέψουμε τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς ή τους Αγγλους. Η συνέχεια μας λείπει. Ξεκινάμε κάτι και το αφήνουμε στη μέση. Και, φυσικά, αχίλλειος πτέρνα μας είναι ότι τρωγόμαστε. “Κλειδί” για την επιτυχία σε αυτόν τον χώρο είναι το πνεύμα συνεργασίας και αν, ως Ελληνες της Αμερικής, μετράμε τόσο πολλές επιτυχίες είναι γιατί ο Στέλιος Παπαδόπουλος μας έχει εμφυσήσει την αξία της ομαδικότητας».

Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας-2Η Ξένια Καπόρη, µε εµπειρία δεκαπέντε και πλέον ετών στη φαρµακευτική βιοµηχανία Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Οσα προτείναμε μπορούν να γίνουν – Η σταθερότητα θα φέρει επενδύσεις

«Οσα προτείναμε στην έκθεση μπορούν να γίνουν. Αλλά δεν αρκεί η πολιτική βούληση από πλευράς κυβέρνησης, χρειάζεται να κινητοποιηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός, και σ’ αυτό η χώρα μας παραδοσιακά πάσχει», λέει η Ξένια Καπόρη. «Οι επενδυτές που θα έρθουν θα πρέπει να ξεπεράσουν κατ’ αρχάς τον τεράστιο σκόπελο της γραφειοκρατίας. Κι έπειτα είναι και οι νοοτροπίες που μας κρατούν πίσω. Από τη μια, υπάρχουν παντού άνθρωποι με απίστευτη όρεξη για δουλειά, τους οποίους το σύστημα συνήθως δεν αξιοποιεί. Κι από την άλλη, οι περισσότεροι Ελληνες, αντί να βρίσκουν λύσεις, διαπιστώνουν παντού προβλήματα. Δεν με ενδιαφέρει να μου πεις γιατί δεν μπορεί να γίνει κάτι, αλλά πώς θα γίνει, πώς θα βρεθούν τρόποι να ξεπεραστούν τα εμπόδια». 

Το να μπούμε στον παγκόσμιο χάρτη της βιοτεχνολογίας προϋποθέτει, όπως τονίζει η κ. Καπόρη, βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές. «Χωρίς χρηματοδοτήσεις ή σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και με συνεχείς τρικλοποδιές από όσους θέλουν πάση θυσία να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, είναι αναπόφευκτο οι νέοι άνθρωποι που μπορούν να προσφέρουν πολλά στον τόπο να φεύγουν – μαζί με τις ιδέες τους. Τέλος, η χώρα χρειάζεται σταθερότητα. Η σταθερότητα θα φέρει επενδύσεις. Εως πότε θα αλλάζουν όλα με κάθε κυβέρνηση; Θέλουμε να πάμε μπροστά ή όχι; Δεν γίνεται να κάνουμε μικροπολιτική με το μέλλον μας».

Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας-3O Βαγγέλης Βεργέτης, συνιδρυτής της εταιρείας Intelligencia στη Νέα Υόρκη. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

«Αυτά που προτείναμε τεχνικά δεν είναι δύσκολα. Γιατί να μη γίνουν; Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο, εκτός από τη δύναμη της αδράνειας», συμφωνεί ο Βαγγέλης Βεργέτης. «Πρέπει να γίνει η αρχή, να έρθουν οι πρώτοι επενδυτές, να μπει το νερό στο αυλάκι. Αλλά χωρίς προχειρότητες. Αν, για παράδειγμα, μια μεγάλη εταιρεία αποφασίσει να επενδύσει στην Ελλάδα αλλά δεν πάρει εγκαίρως άδεια, αν το πράγμα στραβώσει και αποσύρει το ενδιαφέρον της, αυτό θα είναι καταστροφικό. Κανείς δεν θα έρθει μετά…»
Θέτω όλα αυτά ως ερωτήματα στον Βασίλη Κοντοζαμάνη, σύμβουλο του πρωθυπουργού για θέματα Υγείας, ο οποίος πλέον «τρέχει» το πρόγραμμα.

«Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει μελέτες για τις οποίες έχουν κατασπαταληθεί πόροι να μένουν στα συρτάρια. Ομως αυτή τη φορά και η βούληση υπάρχει και οι προϋποθέσεις έχουν δημιουργηθεί. Δεν προσπαθούμε να γίνουμε αμέσως Ισραήλ, αλλά διεκδικούμε ένα μικρό έστω, για αρχή, μερίδιο της αγοράς. Είναι η τελευταία ευκαιρία: ή τώρα ή ποτέ».

Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας-4O Αλέξανδρος Τζούκας, επικεφαλής επενδύσεων της Intelligencia. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Ο Αλέξανδρος Τζούκας συμφωνεί: «Οι προτάσεις μας, για να αποδώσουν, προϋποθέτουν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές: προώθηση της αριστείας και της αξιοκρατίας και όχι οπορτουνισμό. Με αυτόν τον τρόπο, από τη μια οι μεγάλες εταιρείες βιοτεχνολογίας θα εκλάβουν ως ευκαιρία το να επενδύσουν στην Ελλάδα και από την άλλη οι εξαιρετικοί νέοι επιστήμονές μας –γιατροί, βιολόγοι κ.ά.– θα δουν ότι χτίζεται εδώ ένα οικοσύστημα που δεν τους διώχνει».

Κι από το ειδικό, την έκθεση της ομάδας δηλαδή, πάμε πάλι στο γενικό: την έντονη ελληνική παρουσία των Ελλήνων σ’ έναν τόσο απαιτητικό και ανταγωνιστικό χώρο. Πού οφείλεται; «Μάλλον στο γεγονός ότι ως μετανάστες, που φύγαμε από την πατρίδα για ένα καλύτερο μέλλον, αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε την επιλογή της αποτυχίας», συνεχίζει ο κ. Τζούκας. «Αν βρεθούμε σε ένα περιβάλλον που μας δίνει κίνητρα και τα κατάλληλα “εργαλεία”, δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξεχωρίσουμε».

Οπως μαθαίνω συζητώντας με πολλούς συνέδρους, στη Βοστώνη, κέντρο της διεθνούς βιοτεχνολογίας, έπειτα φυσικά από τους Αμερικανούς, οι Ελληνες είμαστε πρώτη δύναμη και ακολουθούν οι Ασιάτες. Το αποδεικνύουν άλλωστε οι πορείες του Αλμπερτ Μπουρλά, του Τζορτζ Γιανκόπουλου, του Μενέλαου Πάγκαλου, του Μισέλ Βουνάτσου και τόσων άλλων. 

Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας-5Η Αννα Πρωτόπαπα, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της Mersana Therapeutics. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ O Τζορτζ Σκάνγκος, Ελληνοαμερικανός τρίτης γενιάς, ομότιμος καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ιδρυτής και πρόεδρος της Vir Biotechnology.Οι Ελληνες της διεθνούς βιοτεχνολογίας-6O Τζορτζ Σκάνγκος, Ελληνοαμερικανός τρίτης γενιάς, ομότιμος καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ιδρυτής και πρόεδρος της Vir Biotechnology. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης είχα την ευκαιρία να γνωρίσω δύο ακόμα εξέχοντα μέλη της ελληνικής κοινότητας: την Αννα Πρωτόπαπα, πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο της Mersana Therapeutics, εταιρείας που αναπτύσσει καινοτόμες φαρμακευτικές θεραπείες για τον καρκίνο των ωοθηκών και του μαστού, και τον Τζορτζ Σκάνγκο, Ελληνοαμερικανό τρίτης γενιάς, ομότιμο καθηγητή Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ιδρυτή και πρόεδρο της Vir Biotechnology, που ειδικεύεται στις λοιμώδεις νόσους και στη διάρκεια της πανδημίας άρχισε να παράγει αντισώματα για την COVID-19. «Είναι συναρπαστικός ο χώρος της βιοτεχνολογίας. 

Δεν σε κινητοποιεί το κέρδος –ναι, βγάζεις χρήματα, όμως δεν είναι αυτοσκοπός– αλλά η επιθυμία σου να σταθείς στο πλευρό του ασθενούς, να τον βοηθήσεις. Κι αυτό μας κρατάει… ισοβίως στον χώρο. Δείτε εμένα: αντί σ’ αυτή την ηλικία –είμαι 74 ετών–, έπειτα από τόσες δεκαετίες σκληρής δουλειάς, να έχω εγκατασταθεί με τη σύζυγό μου σε κάποιο ελληνικό νησί και να απολαμβάνω τον ήλιο και τη θάλασσα, εξακολουθώ να εργάζομαι. Γι’ αυτόν τον “ιό” φοβάμαι ότι δεν υπάρχει καμία θεραπεία!», λέει γελώντας.

Πηγή:  kathimerini.gr/society  

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 31 Μαΐου 2022 20:49

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση