Δευτέρα, 09 Μαΐου 2022 18:37

Πλατωνικός γρίφος, του Βασίλη Κάλφα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

platonasΤα άρθρα του καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ Βασίλη Κάλφα όταν πέφτω πάνω τους πάντα τα διαβάζω. Κι αυτό διότι τα καταλαβαίνω και διότι κάτι λένε, βγάζουν ένα νόημα που με βοηθάει να βλέπω και να σκέφτομαι κάποια πράματα λίγο πιο λοξά από τις σκέψεις που μου υποβάλλει ο τρέχων βίος μας και τις ιδέες του που συχνά νιώθω να με καπελλώνουν. Για τους ίδιους λόγους διάβασα και κάποια βιβλία του και παρακολούθησα τα μαθήματά του στο mathesis. Το αποτέλεσμα μόνο καλό μου έκανε. Με επίγνωση, ότι κατά μία άποψη, δυστυχώς, ένας ενήλικας Έλληνας στους πάρα πάρα πολλούς έχει μια προδιάθεση να διαβάσει και να σκεφτεί τους σημαντικούς της αρχαιότητας απ'ευθείας ή διαμέσου των συγχρόνων μας που έχουν το μεράκι και εντρυφούν σ'αυτούς, αναρτώ κι αυτό το άρθρο του.  

 Βασίλης Κάλφας, επιμέλεια Μισέλ Φάις. Ο Παύλος Καλλιγάς έχει καταφέρει το ακατόρθωτο: να μην μπορεί ο πρόθυμος αναγνώστης να προλάβει τη συγγραφική του παραγωγή. Τρεις απαιτητικοί πλατωνικοί διάλογοι (Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης), με δική του μετάφραση και σχολιασμό, σε μόλις έναν χρόνο, όλοι με την εγγύηση των εκδόσεων Στιγμή και το τυπογραφικό ίχνος του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Και έπεται συνέχεια.

 Η απόφαση να μεταφράσεις και να σχολιάσεις τον πλατωνικό Παρμενίδη είναι ήδη ένα τόλμημα. Ο Παρμενίδης είναι χωρίς αμφιβολία ο πιο δύσκολος και ο πιο αινιγματικός πλατωνικός διάλογος.

Θεωρείται μεταβατικός. Γράφεται μετά την Πολιτεία, ίσως την ίδια εποχή με τον Φαίδρο. Ενώ όμως ο Φαίδρος είναι ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, ο Παρμενίδης είναι μια ασύνδετη σπαζοκεφαλιά.

Συζητούν ο γέρος Παρμενίδης, που έρχεται από την Ελέα στην Αθήνα συνοδευόμενος από τον Ζήνωνα, με τον πολύ νεαρό Σωκράτη και την παρέα του. Συζητούν, αρχικά τουλάχιστον, για τη θεωρία των (πλατωνικών) Ιδεών, την οποία προσπαθεί να υπερασπιστεί ο Σωκράτης από τις εύστοχες κριτικές του Παρμενίδη. Νικητής στη διαλεκτική διαμάχη αναδεικνύεται ο Παρμενίδης, ενώ ο Σωκράτης λειτουργεί ως καλός και προικισμένος μαθητής. Την όλη συζήτηση τη μαθαίνουμε από μια αλυσίδα μεταδόσεων, από πέμπτο τελικά χέρι – σαν να θέλει ο Πλάτων να μας πει να μη νοιαζόμαστε για το αν η υποτιθέμενη συνάντηση των δύο κολοσσών της σκέψης έγινε πράγματι (και, προφανώς, δεν έγινε).

Τα παράδοξα ωστόσο δεν τελειώνουν εδώ. Ενώ ο Παρμενίδης έχει αποκαθηλώσει με συνοπτικές διαδικασίες τη θεωρία των Ιδεών, σπεύδει να παρατηρήσει ότι χωρίς τις αυτόνομες Ιδέες καταλύεται και η «δύναμις του διαλέγεσθαι» και η ίδια η φιλοσοφία (135c). Παροτρύνει λοιπόν τον νεαρό Σωκράτη να μην εγκαταλείψει τις Ιδέες, αλλά να επανέλθει σ’ αυτές μόνο αφού πρώτα «γυμναστεί» εντατικά. Σε τι όμως έγκειται αυτή η νοητική «γυμναστική»; Αν κρίνουμε από τη συνέχεια του διαλόγου, έγκειται στο να εξετάζει κανείς όλες τις δυνατές επιπτώσεις από μια βασική «υπόθεση», είτε αρνητική είτε θετική. Η «υπόθεση» που ως παράδειγμα ο ίδιος ο Παρμενίδης θα διερευνήσει είναι η θετική και αρνητική εκδοχή της πρότασης «αν το ένα είναι» (εἴ ἕν ἐστιν). Αλλά παρόμοιες «υποθέσεις» μπορούν να διατυπωθούν για όλες τις σημαντικές οντολογικές κατηγορίες: για την πολλαπλότητα, την ομοιότητα, την κίνηση, τη γένεση, αλλά και για το «ίδιο το είναι».

Ετσι στο δεύτερο, πολύ εκτενέστερο και εντελώς διαφορετικό μέρος του διαλόγου, παρακολουθούμε τον Παρμενίδη σε μια δαιδαλώδη διαδρομή με αμφίβολα αποτελέσματα. Για την ακρίβεια, ελάχιστοι καταφέρνουν να τον παρακολουθήσουν ώς το τέλος. Στους ελάχιστους όμως αυτούς περιλαμβάνονται μερικά από τα ενδοξότερα ονόματα της μακράς πλατωνικής παράδοσης (όπως όλοι οι νεοπλατωνικοί έως και τον Χέγκελ). Ολοι αυτοί βλέπουν στο δεύτερο μέρος του Παρμενίδη όχι ένα «γύμνασμα» αλλά το απόγειο της πλατωνικής μεταφυσικής και «θεολογίας».

Δεν είναι λοιπόν παράλογο που οι περισσότεροι αναγνώστες μένουν στο πρώτο μέρος του διαλόγου, που δείχνει να είναι φτιαγμένο από τα γνωστά πλατωνικά υλικά. Ερμηνεύεται κατά κανόνα ως μια μορφή αυτοκριτικής του ίδιου του Πλάτωνα για κάποιες πλευρές της θεωρίας των Ιδεών, όπως είχε διατυπωθεί στους μέσους διαλόγους. Οι Ιδέες δεν εγκαταλείπονται, αλλά οι ατέλειές τους σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζονται στο ύστερο πλατωνικό έργο.

Οι ιδιαιτερότητες του διαλόγου και η πρόσληψή του περιγράφονται πλήρως στη λειτουργική και λιτή εισαγωγή τού Καλλιγά. Είναι ενδιαφέρον ότι το βάρος της εισαγωγής πέφτει στο μυστηριώδες δεύτερο μέρος του Παρμενίδη και στις δυνατές ερμηνείες του – ένδειξη ίσως της μεγάλης προσπάθειας που καταβλήθηκε για τη μεταφορά του στα νέα ελληνικά. Και όντως το πλατωνικό κείμενο είναι προσπελάσιμο στη νεοελληνική του απόδοση – μέγιστο επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι το πρωτότυπο κείμενο στα κρίσιμα σημεία είναι ριζικά διφορούμενο. Ετσι το «ἔν» του πλατωνικού κειμένου μπορεί να σηματοδοτεί ένα ουσιαστικό (που λειτουργεί ως υποκείμενο) ή ένα κατηγόρημα, άλλοτε μια Ιδέα και άλλοτε έναν απλό αριθμό. Η τολμηρή μεταφραστική λύση του Καλλιγά να χρησιμοποιήσει κατά βάση τις αποδόσεις «ενιαίο» και «πολλαπλό» για τα πλατωνικά «ἕν» και «πολλά» διαφωτίζει πολλές φορές απρόσμενα το κείμενο.

Ο Καλλιγάς παραθέτει όλες τις δυνατές ερμηνείες του Παρμενίδη, χωρίς ο ίδιος να λάβει σαφή θέση. Συνετή στάση. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης και ο Ξενοκράτης, δύο από τους πιο στενούς μαθητές του Πλάτωνα που έμειναν κοντά του είκοσι ολόκληρα χρόνια, ερμηνεύουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο έναν κομβικό διάλογο όπως ο Τίμαιος, φαίνεται ότι ο δάσκαλος κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του. Προσωπικά, επειδή από τον Πλάτωνα περιμένω τα πάντα, δεν αποκλείω να είχε προβλέψει τις ακραίες διχογνωμίες που το κείμενό του θα προκαλούσε, και μάλιστα να τις είχε συνειδητά επιδιώξει.

Πηγή:  efsyn.gr/ anoihto-biblio     

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 11 Μαΐου 2022 19:09
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση