Δευτέρα, 09 Μαΐου 2022 18:09

Είμαστε ότι τρώμε ή τρώμε ότι είμαστε;

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

diatrofiΣπύρος Μανουσέλης. Αν οι «σωστές» διατροφικές συνήθειες αποτελούν βασική προϋπόθεση για την καλή υγεία, τότε πώς η σύγχρονη βιοϊατρική διαφωτίζει το κρίσιμο ερώτημα: ποιες συγκεκριμένες τροφές ωφελούν ή, αντίθετα, βλάπτουν εξατομικευμένα τον κάθε ανθρώπινο οργανισμό; Η «διατροφική γενετική» και η «διατροφική γονιδιωματική» είναι δύο νέα ερευνητικά πεδία, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που επιχειρούν να «λύσουν» τον περίπλοκο βρόχο που συνδέει τη δίαιτα με τη γενετική: το πώς δηλαδή τα γονίδιά μας επηρεάζουν τη διατροφή μας και, ταυτόχρονα, πώς οι διατροφικές μας συνήθειες επιδρούν –θετικά ή αρνητικά– στην έκφραση των γονιδίων μας.

Σήμερα είναι πλέον σαφές και επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι οι διάφορες τροφικές ουσίες που καταναλώνουμε καθημερινά –πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη, άλατα, βιταμίνες κ.ο.κ.– εμπλέκονται άμεσα σε πολυάριθμες βιοχημικές μεταβολικές αντιδράσεις του σώματός μας (ορμονικές ισορροπίες, ανοσολογικές αντιδράσεις, διεργασίες αποτοξίνωσης), από την καλή λειτουργία των οποίων εξαρτάται τελικά η συνολική κατάσταση υγείας και ευεξίας του οργανισμού μας.

Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι και τα ποικίλα ιχνοστοιχεία που βρίσκονται στις τροφές που καταναλώνουμε επηρεάζουν βαθύτατα τις ανοσολογικές αντιδράσεις του οργανισμού μας. Ο ψευδάργυρος, φέρ’ ειπείν, ασκεί αρνητική επιρροή στα Β-ανοσοκύτταρα, ενώ σε μεγάλες συγκεντρώσεις προκαλεί ατροφία του θυμικού αδένα με αποτέλεσμα τη δραματική μείωση του αριθμού των άλλων πολύτιμων ανοσοκυττάρων (Τ-λεμφοκυττάρων).

Μελετώντας λοιπόν την επίδραση της διατροφής στο ανοσιακό μας σύστημα διαπιστώθηκε ότι η υπερβολική κατανάλωση λιπών μπορεί, μεταξύ άλλων, να οδηγήσει στην αποδυνάμωση των ανοσολογικών μας αντιδράσεων, επειδή τα λίπη επηρεάζουν την καλή λειτουργία των ανοσοκυττάρων και συνεπώς αυξάνουν τον κίνδυνο μολύνσεων ή και νεοπλασιών. Αντίθετα, η κατανάλωση πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (όπως π.χ. τα περίφημα ωμέγα-3) προωθεί την παραγωγή κυτοκινών ή τον πολλαπλασιασμό των λεμφοκυττάρων αλλά και των ανοσιακών «κυττάρων δολοφόνων» που σχετίζονται άμεσα με τον κυτταρικό έλεγχο των νεοπλασιών.

Επιπλέον, όπως αποδείχτηκε τα τελευταία χρόνια, μια συνεχώς αυξανόμενη σειρά από μόρια που βρίσκονται σε πολύ μικρές ποσότητες στις τροφές που καταναλώνουμε μπορούν να επηρεάζουν άμεσα την έκφραση ορισμένων γονιδίων μας, ρυθμίζοντας ή απορρυθμίζοντας τη λειτουργία τους! Και είναι γνωστό ότι η σταθερότητα και η καλή λειτουργία του γονιδιώματός μας, του συνόλου δηλαδή των γονιδίων που διαθέτουμε ως είδος, απειλείται καθημερινά από χιλιάδες μεταλλάξεις.

Αυτή η διαρκής απειλή αποσταθεροποίησης των γονιδίων μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία ή όχι ορισμένων χημικών ουσιών που προσλαμβάνουμε με τις τροφές, πολύ συχνά ωστόσο και η υπερβολική συγκέντρωση στον οργανισμό μας φυσικών τροφικών ουσιών αποδεικνύεται καταστροφική για την υγεία μας.

Η στείρα αντιπαράθεση δίαιτας και γενετικής

Πιο συγκεκριμένα, σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι η συγκέντρωση στον οργανισμό μας κάποιων τροφικών στοιχείων (π.χ. το φολικό οξύ, η νιασίνη, οι βιταμίνες Β-12 και Ε, τα διάφορα αντιοξειδωτικά στοιχεία όπως το ασβέστιο, κ.ά.) αποτελεί ασπίδα προστασίας για την ακεραιότητα του DNA μας. Ενώ τρία τουλάχιστον ιχνοστοιχεία που περιέχονται σε κάποιες τροφές (ριβοφλαβίνη, παντοθενικό οξύ, βιοτίνη) ίσως σε μεγάλες συγκεντρώσεις να διευκολύνουν τη συχνότητα των γονιδιακών μεταλλάξεων.

Οπως ανακάλυψε πριν από αρκετά χρόνια η πρωτοποριακή ερευνητική ομάδα του καθηγητή J. Zierath, στο Ινστιτούτο Karolinska της Στοκχόλμης, ο συνδυασμός μιας παρατεταμένης καθιστικής ζωής με τη συχνή κατανάλωση πολύ λιπαρών τροφών μπορεί να προκαλέσει την πρόσθεση μεθυλικών ομάδων σε συγκεκριμένα τμήματα του DNA των κυττάρων μας. Αυτή η μεθυλίωση των μορίων του DNA μας, αν και επίκτητη, είναι μη αντιστρεπτή και για πολλούς ανθρώπους ισοδυναμεί με την απαρχή της σοβαρής ασθένειας του διαβήτη τύπου 2. Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα αυτά, ακόμη κι αν υποβληθούν σε πολύ αυστηρή δίαιτα και αρχίσουν να ασκούνται συστηματικά, δεν θα καταφέρουν να εμποδίσουν την πλήρη εκδήλωση της ασθένειας.

Από τα όσα αναφέραμε σχετικά με τις διαιτολογικές μας συνήθειες προκύπτει ένα εύλογο αλλά βασανιστικό ερώτημα: μέχρι πού φτάνει η επιρροή και η εξουσία των γονιδίων και πού αρχίζει η επιρροή του περιβάλλοντος; Με άλλα λόγια, είμαστε ό,τι τρώμε ή μήπως τρώμε ό,τι είμαστε;

Επί πολλές δεκαετίες η αντιδικία μεταξύ των ειδικών επικεντρωνόταν στο αν για τις ποικίλες εκδηλώσεις κάθε συμπεριφοράς μας (μη εξαιρουμένης της διαιτολογικής) παίζουν πρωτεύοντα ρόλο τα γονίδια ή το περιβάλλον. Η διένεξη μεταξύ γονιδιακών και επιγενετικών παραγόντων θεωρείται πλέον παραπλανητική και γνωστικά μάταιη, αφού, τόσο για τη σύγχρονη βιολογική σκέψη όσο και για τις βιοϊατρικές πρακτικές που αυτή συνεπάγεται, το ερώτημα αυτό θεωρείται ξεπερασμένο: η υγεία ενός ατόμου είναι το προϊόν και εξαρτάται από τη στενή αλληλεπίδραση των γονιδιακών του προδιαγραφών και αναγκών με τα ιδιαίτερα διατροφικά ήθη και την ποιότητα των διατροφικών προϊόντων του περιβάλλοντός του.

Πράγματι, για τη σύγχρονη βιοϊατρική σκέψη και πρακτική το δίλημμα «είμαστε ό,τι τρώμε ή τρώμε ό,τι είμαστε;» δεν υφίσταται καν, αφού οι σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι η υγεία ενός ατόμου εξαρτάται από τη στενή αλληλεπίδραση των γενετικών προδιαγραφών του τόσο με τα διατροφικά ήθη της εποχής όσο και με την ποιότητα των τροφών που υπάρχουν στο περιβάλλον του.

Η διατροφή ως διάλογος γονιδίων και πολιτισμού

Η αναγνώριση του βιολογικού κόμβου δίαιτας - γενετικής οδήγησε τις σύγχρονες βιοεπιστήμες στην έρευνα του πώς ακριβώς η είσοδος της τροφής επηρεάζει και τελικά ρυθμίζει την έκφραση συγκεκριμένων γονιδίων του οργανισμού μας. Και το πρακτικό διακύβευμα αυτών των ερευνών είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ ό,τι φανταζόμαστε: αφού από αυτό θα εξαρτηθεί, στο άμεσο μέλλον, τόσο η μακροζωία όσο και η ευζωία μεγάλων τμημάτων του ανθρώπινου πληθυσμού.

Ετσι εξηγείται γιατί η βιοϊατρική του 21ου αιώνα και ειδικότερα οι νέες επιστήμες της διατροφής δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα ισορροπημένα διατροφικά ήθη, στον διαρκή έλεγχο του σωματικού μας βάρους και στην ανάγκη διατήρησής του σε φυσιολογικά επίπεδα, επειδή θεωρούν ότι αυτή είναι η αποτελεσματικότερη ασπίδα προστασίας απέναντι στην πληθώρα νοσημάτων που μαστίζουν τις καταναλωτικές κοινωνίες: από τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τον καρκίνο μέχρι την ανορεξία και την κατάθλιψη.

Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι μόνο η «σωστή» υποθερμιδική δίαιτα παρατείνει το προσδόκιμο ζωής, ένα γεγονός που έχει κατ’ επανάληψη επιβεβαιωθεί με πειράματα πάνω σε ζώα και με πιο έμμεσους τρόπους στους ανθρώπους. Οταν, όμως, η υποθερμιδική δίαιτα γίνεται υπερβολική, τότε πολύ συχνά προκαλεί σοβαρές και μόνιμες διαταραχές της ισορροπίας του οργανισμού, οι οποίες σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγουν στις πολύ γνωστές «πολιτισμικές» παθήσεις: διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα, ορισμένες νεοπλασίες και σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Οι σύγχρονοι διατροφολόγοι, χάρη στην πολυετή συνεργασία τους με τους φυσιολόγους, αποκάλυψαν τον αποφασιστικό ρόλο των «μακροτροφικών» παραγόντων (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη) αλλά και τους εξίσου σημαντικούς «μικροτροφικούς» παράγοντες (βιταμίνες, άλατα, διάφορα βιοδραστικά μόρια). Επιπλέον, χάρη στη συνεργασία τους με τους επιδημιολόγους ανακάλυψαν και κυρίως επιβεβαίωσαν ότι ορισμένα πρότυπα διατροφής –όπως το μεσογειακό ή το ιαπωνικό– είναι πολύ καλύτερα από άλλα.

Δυστυχώς, αυτές οι πολύ σημαντικές εξελίξεις στις διατροφικές επιστήμες παρουσιάζουν κάποια εγγενή και σχεδόν ανυπέρβλητα γνωσιακά όρια: μελετούν στατιστικά τα αποτελέσματα της λήψης συγκεκριμένων τροφών από τον «μέσο» άνθρωπο και συνυπολογίζουν σε αυτά τα ιδιαίτερα στιλ ζωής (π.χ. άθληση, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ). Συχνά το αποτέλεσμα αυτών των αναλύσεων είναι μια απρόσωπη και αφαιρετική προσέγγιση του προβλήματος του κάθε μεμονωμένου ανθρώπου. Διότι, παρά τις φαινομενικά αντίθετες ενδείξεις, δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο σε μια συγκεκριμένη δίαιτα και αυτό οφείλεται στο ότι όλοι οι ανθρώπινοι οργανισμοί δεν είναι ποτέ γονιδιακά ταυτόσημοι.

Ευτυχώς, το παραπάνω γνωσιακό κενό των στατιστικών-αφαιρετικών προσεγγίσεων ήρθαν να καλύψουν οι δύο νέες και πολύ πιο εξειδικευμένες προσεγγίσεις: η διατροφική γονιδιωματική (nutrigenomics) και η διατροφική γενετική (nutrigenetics). Η πρώτη επιχειρεί να διαφωτίσει τις αμφίδρομες και εξαιρετικά περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στο γονιδίωμα και τη διατροφή, ενώ η δεύτερη μελετά τις εξατομικευμένες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον τρόπο διατροφής και τον γονότυπο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.

Απ’ όταν εμφανίστηκε η διατροφική γονιδιωματική έθεσε τον υπερβολικά φιλόδοξο στόχο, να καταφέρει να κατανοεί και να προβλέπει εγκαίρως το πώς ένα είδος τροφής επιδρά πάνω στα συγκεκριμένα γονιδιώματα, στα κύτταρα και άρα στο σύνολο του οργανισμού μας. Μόνο γνωρίζοντας επακριβώς το πώς επενεργούν οι συγκεκριμένες τροφές σε συγκεκριμένους ανθρώπινους οργανισμούς, μπορούμε να βελτιώσουμε γενετικά ή και, στο απώτερο μέλλον, να σχεδιάζουμε τροφές που δεν θα είναι επιβλαβείς για την υγεία του οργανισμού.

Η επίτευξη αυτού του στόχου θα ισοδυναμούσε για τα ανθρώπινα διατροφικά ήθη με μία επανάσταση εξίσου ανατρεπτική με την επινόηση της γεωργίας: να αποκτήσουμε δηλαδή την ικανότητα να δημιουργούμε, μέσω των τεχνικών της διατροφικής γενετικής, τις τροφές που θα ταιριάζουν στον κάθε άνθρωπο ανάλογα με τις ιδιαίτερες γονιδιακές του ανάγκες!

Ομως, για την έλευση αυτού του πλανητικού «διαιτολογικού παραδείσου» θα πρέπει να περιμένουμε πολύ, δεδομένων των τεράστιων διατροφικών ανισοτήτων που ήδη υπάρχουν και οι οποίες προβλέπεται, στο άμεσο μέλλον, να οξυνθούν εξαιτίας τόσο της οικολογικής κρίσης όσο και του υπερπληθυσμού.

Πηγή:  efsyn.gr/epistimi/mihanes-toy-noy  

Πώς η διαλειμματική νηστεία έφτιαξε τη σχέση μου με το φαγητό Η Άννα Κόκορη μιλάει με την Κέλλυ για τη διαλειμματική νηστεία, τα οφέλη, την ενέργεια που απέκτησε, την ψυχική ηρεμία αλλά και την κουλτούρα της δίαιτας που εγκλωβίζει τις γυναίκες, podcast, 28:44

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 10 Μαΐου 2022 03:25
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση