Κυριακή, 24 Απριλίου 2022 07:58

Η πρώτη "Δίκη" του Φραντς Κάφκα, η δεύτερη του Όρσον Γουέλς και το Adagio in G minor του Αλμπινόνι

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

trialΜ.Παρασκευή στις 11 το βράδυ ευτυχώς δεν βάραιναν τα βλέφαρά μου  και ξαναείδα στην ΕΡΤ 3 τη "Δίκη" (1962) του Όρσον Ουέλς, βασισμένη στο μυθιστόρημα του εβραϊκής καταγωγής Φράντς Κάφκα (Πράγα, 1883- 1924). Το μυθιστόρημα αυτό το είχα διαβάσει στα νεανικά μου χρόνια, αποφάσισα όμως τώρα να το ξαναδιαβάσω. Ο Κάφκα με τον στεγνό ποιητικό τρόπο της καλπάζουσας φαντασίας του άπλωσε στη "Δίκη" του αυτό που θεώρησε σημαντικό στον κόσμο που ζούσε, ότι δηλαδή ο κάθε άνθρωπος είναι υποψήφιος για να ενοχοποιηθεί κάτι που προκύπτει από τη σχέση του με τα γραφειοκρατικά καθεστώτα της εποχής του που θέριευαν διαρκώς, κάτι που το ευνοούσε το πολιτισμικό του υπόβαθρο.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τα μυθιστορήματα του Κάφκα είναι πως στη διαθήκη του ανέθεσε στον επιστήθιο φίλο του Μαξ Μπροντ να κάψει όλα τα έργα του. Αυτός όμως αγνόησε την επιθυμία του φίλου του και ξεκίνησε να εκδίδει έργα του, όπως Η δίκη, Ο πύργος, Η Αμερική, τα αριστουργήματά του δηλαδή, όλα έργα ημιτελή.

 Ο Γουέλς πρόσθεσε και τα δικά του πάθη σ'αυτήν την ταινία που τη γύρισε το 1962. Το ένα ήταν πως έδωσε μια έντονη χροιά ολοκληρωτισμού σ'αυτά τα γραφειοκρατικά καθεστώτα, παίρνοντας αμπάριζα από την κόλαση του πολέμου που προκάλεσαν στην Ευρώπη και στον κόσμο όλο και το δεύτερο πως η δύναμή τους βασιζόταν στους απρόσωπους μηχανισμούς εξουσίας μιας υπαλληλικής στρατιάς μετριοτήτων που είχαν αλλεργία σε ότι θεωρούσαν ότι δεν είναι σαν κι αυτούς ή και λόγω κάποιων εντελώς αυθαίρετων λόγων στοχοποίησης. Στρατιές πάντα έτοιμες να τους ταλαιπωρήσουν μέχρι συντριβής με κάθε είδους ασαφείς απαιτήσεις κι εφιαλτικούς παραλογισμούς. Το τελευταίο αποτελούσε ένα ισχυρό βιώμά του Ουέλς από τον τρόπο που τον αντιμετώπισε ο χολιγουντιανός κόσμος. Αν εξαιρέσουμε την πρώτη του ταινία "Ο πολίτης Κέην" (1941) σε όλες τις επόμενες οι επεμβάσεις των παραγωγών ήταν απίστευτες. Σε κάθε στάδιο επέβαλλαν τις δικές τους προτιμήσεις, πιο πολύ εν ονόματι της εμπορικής τους επιτυχίας, παρόλες τις σκληρές μάχες που έδινε για να σώσει τα δημιουργήματά του.

Γι'αυτό με την πρώτη ευκαιρία έριξε μαύρη πέτρα στην Αμερική και γύρισε τη "Δίκη" στην Ευρώπη (στο Ζάγκρεμπ, στο Ντουμπρόβνικ, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στον κλειστό τότε ακόμη σταθμό Gare d’ Orsay του Παρισιού) όταν ευρωπαίοι παραγωγοί του έδωσαν το ελεύθερο να τη φτιάξει από την αρχή ως το τέλος και σε κάθε επίπεδο όπως ήθελε. Κάτι που συνέβη για δεύτερη φορά στη ζωή του μετά τον Πολίτη Κέην, που αυτή όμως αν και θριάμβευσε σε καλλτεχνικό επίπεδο την έθαψαν τα ΜΜΕ που ήλεγχε ο μεγιστάνας Χαόυαρντ Χιούζ μιας και αποτέλεσε μια από τις πηγές έμπνευσης του Γουέλς για τον Κέην. Αργότερα ξαναγύρισε να δουλέψει στην Αμερική αλλά οι συμπεριφορές του κόσμου του κινηματογράφου και όχι μόνο, ελάχιστα είχαν βελτιωθεί, τουλάχιστον απέναντί του.

Οι ερμηνείες ( Άντονι Πέρκινς, Ζαν Μορώ, Ακίμ Ταμίροφ, Ρόμι Σνάιντερ και Όρσον Γουέλς στο ρόλο του δικηγόρου), οι κινήσεις της μηχανής, το στήσιμο των σκηνών, τα περάσματα από πλάνο σε πλάνο, τα σκηνικά, η φωτογραφία, το μοντάζ, όλα εμπνευσμένα και ταιριαστά σ'αυτό το φιλμ που πατάει με το ένα πόδι στο θρίλερ και το άλλο στην σάτυρα, για να προκύψει ένα εξαιρετικά εμπνευσμένο αποτέλεσμα. 

orsonΝα πούμε εδώ ότι κατά κοινή ομολογία των μελετητών του κινηματογράφου ως τέχνη, ο Όρσον Γουέλς (Κενόσα, 1915 - Λος Άντζελες, 1985) θεωρείται ένας από τους τέσσερις σκηνοθέτες του κινηματογράφου που άλλαξαν άρδην το συντακτικό και τη γραμματική του. Οι άλλοι τρείς είναι ο Αμερικανός Ντέιβιντ Γκρίφιθ ( Κεντάκι,1885 - Λος Άντζελες 1948), ο Ρώσος Σεργκέι Αϊζενστάιν (Ρίγα, 1898-  Μόσχα, 1948) και ο Γάλλος Ζαν Λυκ Γκοντάρ ( Παρίσι, 1930).

 Πριν πολλά χρόνια που είχα δει τη Δίκη σε σινεμά αν και η κόπια είχε τα κακά της χάλια εν τούτοις το φίλμ με είχε πιάσει για τα καλά. Η αποκαταστημένη κόπια που προβλήθηκε στην ΕΡΤ3 έπαιξε κι αυτή θετικό ρόλο - ένα από εκείνα τα θαύματα της τεχνικής που υποκλίνεσαι - και η ταινία έγραψε πάλι μέσα μου. Αυτό που ένιωσα πιο έντονα από την πρώτη φορά ήταν η υπαρξιακή αγωνία του ήρωα και παρόλο το βαρύ μπαρόκ τρόπο της σκηνοθεσίας και το στενάχωρο του θέματος ήταν ότι ήρθα στη θέση του ήρωα κι αισθάνθηκα την ψυχή μου να υπερίπταται πάνω από το σώμα μου, παίρνοντας μαζί της παραδόξως τις έννοιες μου με τον τρόπο που η μεγάλη τέχνη καταφέρνει πάντα κάτι τέτοιο. Κι αυτό σκέφτηκα γιατί να μην ήταν ένας λόγος που μετά κοιμήθηκα σαν πουλάκι; 

Να πω επίσης πως για μια ακόμα φορά διαπίστωσα τον καταλυτικό ρόλο υπέρ της απόλαυσης της ταινίας που έπαιξε και το Adagio in G Minor του Τομάζο Αλμπινόνι ( Βενετία, 1671- 1751), που μέχρι το 1962 δεν ήταν γνωστό σε κύκλους έξω από τους λάτρεις της κλασσικής μουσικής. Μετά, εξαιτίας αυτής της ταινίας που τη διατρέχει, έγινε παγκόσμιο σουξέ. Να σημειώσουμε εδώ πως το Adagio ναι μεν το έγραψε ο Αλμπινόνι αλλά δεν είχε διασωθεί η παρτιτούρα του. Γι' αυτό, παρόλο που το Adagio αυτό είναι γνωστό με το όνομα του στην πραγματικότητα θεωρείται ότι αποτελεί σύνθεση και ενορχήστρωση του Ιταλού βιογράφου του Ρέμο Τζιατσόπο (1910-1998) που το παρέδωσε ολοκληρωμένο στην μουσική κοινότητα το 1958. Αυτός ισχυρίστηκε ότι βασίστηκε σε ένα μικρό κομμάτι χειρόγραφης παρτιτούρας του Αλμπινόνι το οποίο περιήλθε στην κατοχή του μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από την Κρατική Βιβλιοθήκη της Δρέσδης. 

Tomaso Albinoni - Adagio - live version

και το ίδιο μουσικό θέμα με σκηνές από τη Δίκη του Όρσον Γουέλς.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 28 Απριλίου 2022 17:43
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση