Πέμπτη, 21 Απριλίου 2022 16:39

O Νικήτας Σινιόσογλου ως Καρπός της Ασθενείας του

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

siniosoglou2Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Ο καρπός της ασθενείας μου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη, ο συγγραφέας Νικήτας Σινιόσογλου κάνει μια βουτιά στα αθέατα του ανθρώπου και συλλέγει σπάνια ευρήματα που μας τα παραδίδει σε μορφή συνέντευξης.

 Mπορώ να τον φανταστώ να τα πίνει με τον Κωστή Παπαγιώργη στον «Ένοικο» («μπαρ και μπαράκια/ και τα κουμπαράκια» που έλεγε και ο Μίλτος Σαχτούρης στο ποίημά του Lynne). Θα ταίριαζαν τα χνώτα τους. Είναι και οι δύο δύσκολοι χαρακτήρες, που σημαίνει αβόλευτοι, που σημαίνει ευεπίφοροι, που σημαίνει, εντέλει, σε εγρήγορση να πετούν τα περιττά και να εστιάζουν στα ουσιώδη με τον δικό τους τρόπο. Ο Νικήτας Σινιόσογλου ήρθε με δύναμη στα εκδοτικά πράγματα.

Το πρώτο του βιβλίο «Αλλόκοτος ελληνισμός» (εκδ. Κίχλη) μάς υπενθύμισε πως η σπάνια τέχνη του δοκιμίου μπορεί να είναι μια αναγνωστική εμπειρία κι όχι μια στεγνή παράθεση ευφυολογημάτων. Ακολούθησαν τα βιβλία «Μαύρες διαθήκες» (εκδ. Κίχλη), «Λεωφόρος ΝΑΤΟ» (εκδ. Κίχλη) και τώρα ο «Καρπός της ασθενείας μου» (εκδ. Κίχλη). Όλα τόσο ιδιαίτερα.

Τα βιβλία του διαβάζονται μετά μανίας. Κάποιοι τον βλέπουν ως γκουρού, άλλοι ως τον ιδανικό συμπότη-συμπαίκτη. Σίγουρα όλοι αναγνωρίζουν το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Τα κείμενα του στον Χάρτη γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε θα κατανοήσετε γιατί ο Νικήτας Σινιόσογλου είναι -κατά μία έννοια- η συνέχεια αυτού που άφησε εκκρεμές ο Κωστής Παπαγιώργης με τον αδόκητο θάνατό του. Πού ξέρει κανείς, μπορεί να τα λέμε με τον δικό τους τρόπο στον «Ένοικο» ή στο »Au Revoir» παρέα, πάντα, με εκλεκτό αλκοόλ.

– Aπό τον τίτλο του νέου σας βιβλίου βρίσκει κανείς μια ενδιαφέρουσα παραδοξολογία: το δοκίμιο, ένα πνευματικό προϊόν, έχει σάρκα και οστά. Πώς το ορίζετε;

Τα έργα του πνεύματος ζουν και μας αγγίζουν σαν επισκέπτες ή επιδρομείς. Ανοίγεις δυο βιβλία, διαβάζεις για λίγες ώρες, τα κλείνεις: Ακόμη κι αν νομίζεις ότι σε συγκίνησαν ψυχή τε και σώματι, εκείνα παραμένουν κάπως ξένα στον αιθέριο «πνευματικό» κόσμο τους, όπου δεν μπορείς να τ’ ακολουθήσεις με το σώμα. Αλλά και τα πνευματικά προϊόντα είναι αποκλεισμένα από τη γλυκιά εφημερία του κόσμου σου, ακόμη κι αν την επηρεάζουν. Σου μιλούν από μια θέση ισχύος και απόμακρη. Έχουν κάτι από έναν υποβολέα στο σκοτάδι. Υποθέτουμε ότι η εμπειρία που μας χαρίζουν είναι ανώτερης τάξης, αλλά είναι κι ελλειμματική, επειδή ακριβώς παραείναι πνευματική, ασώματη, και περιστασιακή. Αυτό είναι το παράπονο που ένιωσα πως κρύβεται πίσω από την αυθόρμητη επιθυμία για «δοκίμια με σάρκα και οστά», μια σκωπτική αλλά και θλιμμένη διατύπωση του Μονταίν, την οποία δανείστηκα για τον υπότιτλο του «Καρπού της ασθενείας μου».

 – Θα μπορούσε να υπάρξει σωματική γραφή;

Η σωματική γραφή, τα «δοκίμια με σάρκα και οστά», αν γινόταν να υπάρξουν τέτοια δοκίμια, θα ήταν ανώτερη από τα δοκίμια που παραμένουν δέσμια του εγγραφισμού τους. Το δοκίμιο, όπως το κατανοώ, είναι μια δοκιμή για υβριδικές αποτυπώσεις του εαυτού μέσω του λόγου που ζητάει αδύνατα πράγματα. Κακώς συγχέεται με τις φιλολογικές και λοιπές μελέτες των πανεπιστημιακών, ή με τον πατερναλισμό που θυμόμαστε από το μάθημα της «Έκθεσης». Το δοκίμιο είναι το πιο πειραματικό και απαιτητικό είδος του λόγου, επειδή ενσωματώνει τη μελέτη, το παράθεμα και τον αφορισμό (εξού η συγγένεια με την ποίηση), την εξομολόγηση και το αυτοχρονικό. Και παρόλο που για μένα το δοκίμιο προϋποθέτει κλασικές σπουδές, ωστόσο ελκύεται από το φευγαλέο και το εφήμερο της καθημερινότητας, από το ακατάγραπτο συμβάν και τις ελάχιστες, καθημερινές μετατοπίσεις του εαυτού μας. Επιπλέον, το δοκίμιο διαθέτει μια «παραστασιακή» ή επιτελεστική και θεατρική πλευρά, που νομίζω ότι απομένει να μελετηθεί.

 – Η ζωή είναι μεγαλύτερη από τη ζωή μας; Μας καπακώνει;

Η ενδόρρηξη, μου εξηγούσε ένας φίλος με σπουδές φυσικής (γιατί γοητεύτηκα από τη λέξη, γενικά με γοητεύει η ακούσια ποίηση των επιστημονικών όρων), συμβαίνει όταν οι εξωτερικές πιέσεις είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές, με αποτέλεσμα να μην εξισορροπούνται οι δυνάμεις. Η ενδόρρηξη, λοιπόν, είναι το αποτέλεσμα ενός εσωτερικού κενού. Στον «Καρπό της ασθενείας μου», ο αφηγητής νιώθει κάποτε πως τόσο ο ίδιος, όσο και η πόλη ολόγυρα κινδυνεύουν από μια τέτοιου είδους ψυχική ενδόρρηξη, σαν το υποβρύχιο που κατεβαίνει πιο βαθιά από τις προδιαγραφές του. Σήμερα, μάλιστα, έμαθα ότι κάπως έτσι λειτουργούν τα θερμοβαρικά όπλα: με την ανάφλεξη ρουφούν το οξυγόνο από τα κτίρια δημιουργώντας εσωτερικό κενό, το οποίο οδηγεί σε μια κατάρρευση προς τα μέσα. Ένα τέτοιο εσωτερικό κενό στην ψυχή προκαλούν ορισμένες εκδοχές της ζωής, που απειλούν να μας συντρίψουν, πάντως προκαλούν την απώλεια σθένους (μ’ αυτήν την έννοια αντιλαμβάνομαι την «ασθένεια» στο βιβλίο).

 

– Πού εντοπίζετε αυτές τις συνθήκες απώλειας; 

Πόσες φορές ο εγωισμός, η απάθεια, η σκληρότητα, ο ναρκισσισμός δεν μας έχουν απειλήσει με μια ενδόρρηξη, δεν μας έχουν καταδικάσει στο προσωπικό μας εσωτερικό κενό; Το πρόβλημα είναι πως οι εκδοχές της ζωής που μας γονατίζουν κάθε μέρα επιβραβεύονται δαρβινικά, όσο κι αν τις αποδοκιμάζουμε σε ηθικό επίπεδο. Δηλαδή, ο νάρκισσος ανελίσσεται χωρίς ρωγμές, ο εγωιστής ενδέχεται να προχωρά άκοπα και απροβλημάτιστα, κι αυτός που μανατζάρει καλά το υλικό του (και τους άλλους) συνήθως κερδίζει εκείνον που έχει το ταλέντο. Φαίνεται πως η φύση και η κοινωνία καλοδέχονται την κτηνώδη επιβίωση και αναπαραγωγή, γιατί αυτές συμβάλλουν στη συνέχειά τους. Η «πνευματικότητα», που λέγαμε, δεν λειτουργεί πολύ καλά στο πεδίο. Όσο νωρίτερα αποδεχθείς ότι έτσι έχουν τα πράγματα, ότι θα βρίσκεις απέναντί σου συνεχώς στοιχειώδεις εκδοχές της ζωής και της βίας που θα θριαμβεύουν πάντα, τόσο πιο ελεύθερος μπορείς να ψάξεις για τις άλλες, τις πιο μυστικές κι ανώτερες. –

 

 Υπάρχουμε ως εξόριστοι σ’ αυτόν τον κόσμο; Είμαστε νησιά που ζουν στη μοναξιά τους;

Σας λείπει ένας μόνον άνθρωπος κι ορίστε, τα πάντα γύρω σας αδειάζουν απ’ όλους τους ανθρώπους!, λέει ο Λαμαρτίνος (Un seul être vous manque et tout est dépeuplé). Γενιές και γενιές μαθαίνουν απέξω τον στίχο αυτόν που δεν λέει να χάσει την ισχύ του, γιατί είμαστε όντα φύσει ευάλωτα στη μοναξιά, και γινόμαστε ακόμη πιο επιρρεπείς, όσο ο κόσμος βουίζει από τα ίχνη και τις πληροφορίες των ανθρώπων. Υποτροπιάζουμε στη μοναξιά γιατί αυτή είναι κατά βάθος η φυσική μας κατάσταση, μια εξορία. Αν την αγαπήσουμε, μπορούμε, ίσως, να τη μετατρέψουμε σ’ ένα μονοπάτι για τη συνάντηση με τους άλλους ανθρώπους;


 – Γιατί ήρθαμε πιστεύετε; Ποιο σκοπό έχουμε να επιτελέσουμε;

Από την ιστορία της φιλοσοφίας προκύπτει ότι η ζωή έχει το νόημα που της δίνουν οι άνθρωποι. Και θα προσθέταμε ότι αμέσως σχεδόν η ζωή στερείται νοήματος, εάν πείσουμε γι’ αυτό τον εαυτό μας. Ο κόσμος υπάρχει με τον τρόπο που υπάρχουμε! Είναι φοβερή αυτή η εξουσία που ’χει στα χέρια του ο καθένας, να μπορεί να μετατρέπει τον κόσμο σε παιδικό παιχνίδι και να παίζει μαζί του όπως κι όποτε κρίνει, ή και να το σπάσει ακόμη, ξαφνικά και αναίτια. Ανέκαθεν η πολιτική και η θρησκεία τρέμουν αυτήν ακριβώς τη δύναμη που φέρει ο καθένας, ότι μπορεί να βγει από τον κατευθυνόμενο όχλο, ή απ’ το καβούκι του, και να πει: ζω για να δημιουργώ, ή ζω επειδή πιστεύω, ή ζω για να χορεύω, ή ζω για να φέρω παιδιά στον κόσμο και να συνεχίζεται ότι λέγεται «ζωή», ή ζω για να μπορώ να γελώ με όσους ζουν. Όπως, άλλωστε, μπορώ να παραιτηθώ, να πω ότι δεν επιθυμώ να δώσω κανένα νόημα, ούτε να παίζω άλλο στο παιχνίδι του κόσμου. (Μήπως δεν ξέρουμε πώς καταλήγουν τα περισσότερα παιδικά παιχνίδια;)

 

 – Δεν είμαστε, όμως, διαρκώς ελεύθεροι… 

Αν κάτι μετριάζει και συγχρόνως ενισχύει τις διαθέσιμες επιλογές μας κάθε στιγμή, κι όλη αυτή την ελευθερία που έχουμε να εφευρίσκουμε σκοπούς ή να τους απομαγεύουμε, είναι ο τρόπος των προγόνων, αυτός που οι Ρωμαίοι ονόμαζαν mos maiorum, ένα αποθετήριο γνωμών και γνώσεων που αναλόγως την ερμηνεία μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά τη σχέση του προσώπου με τον κόσμο. Αυτός ο τρόπος των προγόνων σαν να χάνεται σήμερα, γίνεται κτήμα των ελίτ, ή τον παρερμηνεύουν οι ηλίθιοι. Στον «Καρπό της ασθενείας μου», ο αφηγητής στρέφεται στην ελληνορωμαϊκή αλλά και στη νεώτερη ιστορία των ιδεών, ιδιαίτερα στον Πλούταρχο και στον Μονταίν, προκειμένου να αντλήσει σθένος, έστω και αν αντιλαμβάνεται σωστά ότι ούτε καν οι «πηγές» της σκέψης είναι πανάκεια, μάλιστα το νιώθει ότι είναι γερασμένες και αποδυναμωμένες κι αυτές, σαν να ’χουν αρχίσει να στερεύουν. Πια οι ισορροπίες είναι λεπτές, κι η μοναξιά μεγαλύτερη απ’ όσο άλλοτε, ιδίως για όποιον αρνείται την εύκολη ένταξη.

 – Μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ή συνομιλούμε επί ματαίω;

Συνομιλούμε και κάτι συνεχώς «λέγεται» μέσα από εμάς, το οποίο μας υπερβαίνει, γιατί άλλοτε είναι περισσότερο απ’ αυτό που εννοούμε και άλλοτε απελπιστικά λιγότερο, συχνά μάλιστα κάτι αλλιώτικο. Ποιος αντέχει να ’ναι σαν τις κούκλες του εγγαστρίμυθου; Εργαζόμαστε για την καλύτερη δυνατή συνεννόηση. Ορίστε, όμως, που κι η άψογη συνεννόηση είναι κάποτε πολύ φτωχό πράγμα: Μια διευθέτηση των πραγμάτων, μια διεκπεραιωτική επικοινωνία είναι μεν ανώδυνη και ξεκούραστη, ιδίως όταν έχεις να κάνεις με το Δημόσιο ή με οχληρές καταστάσεις, όμως υπάρχουν τομείς όπου μας λείπει η ανεξέλεγκτη φλόγα, η σκοτεινιά της ποίησης, μια γλυκιά ματαιότητα του λόγου.

 

 – Λέτε σε ένα σημείο: «Όσο σκάβεις μέσα σου βρίσκεις κάτι που δεν είσαι εσύ». Πόσα πρόσωπα μάς κατοικούν;    

Οι άνθρωποι είναι καλοί και κακοί πολλαχώς. Οι αντιφάσεις τους, όπως τις προσλαμβάνουμε, είναι ένα υπέροχο φαινόμενο για μελέτη! Ο ένας είναι έντιμος αλλά τόσο δειλός που καταλήγει ανέντιμος. Ο άλλος είναι εμπνευστικός αλλά εγωπαθής. Ένας τρίτος μπορεί ν’ αγαπάει βαθιά αλλά να είναι ανυπόφορα κακότροπος! Πότε βγαίνει μπροστά το ένα πρόσωπο και πότε το άλλο, όπως σε κάτι αρχαία –και πολύ δημοκρατικά– πολυθεϊστικά συστήματα. Έπειτα, ακόμη κι οι αρετές εξαρτώνται από τη χρήση τους: εσχάτως με ενοχλούν ιδιαιτέρως οι άνθρωποι που επιστρατεύουν την αρετή της μετριοπάθειας για ν’ ανελίσσονται επαγγελματικά, άνθρωποι ανώδυνοι και άοσμοι που εντέλει δεν αφήνουν τίποτα ουσιώδες πίσω.

 

  – Κουβαλάμε, λοιπόν, καλές και κακές πλευρές ταυτοχρόνως… 

Γενικώς, οι «καλές» κι οι «κακές» ποιότητες συμβιώνουν στους ανθρώπους σε δόσεις και προσμείξεις που μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα. Αυτό αντιλαμβάνεται ο αφηγητής στον «Καρπό της ασθενείας μου» και το αποδέχεται θέλοντας και μη… Όταν παρατηρείς τον εαυτό σου καλό είναι να κοιτάς και για χαρακτηριστικά άλλων ανθρώπων, στοιχεία κοινά. Και το αντίθετο – όταν θυμάσαι τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή σου, μπορεί και ν’ ανακαλύψεις σ’ αυτούς όψεις εντελώς δικές σου. Άσε που με τον χρόνο γινόμαστε ό,τι είχαμε άλλοτε καταδικάσει, ή μαλακώνουμε με τρόπους που ήταν αδιανόητοι. Αλλάζουμε συνεχώς και οι αλλαγές ορίζουν μια κοινή ανθρώπινη επικράτεια, αλλά και μια κοινή μοίρα, που ξεφεύγει από την ψυχολογία και τη φιλοσοφία. Πάντως, σπάνια βλέπουμε το υποτιθέμενο «αληθινό πρόσωπο» ενός ανθρώπου, διότι δεν έχουμε τον χρόνο να το ανασύρουμε, ή την υπομονή και τη διάθεση να το ζυγιάσουμε, πιο πολύ βλέπουμε τα προσωπεία του, ή του φτιάχνουμε μερικά ακόμη και τα κρίνουμε αδίστακτα.

– Έχετε μια ενδιαφέρουσα εικόνα στο βιβλίο για το είδωλο μιας αγαπημένης (ή του αγαπημένου). Λέτε πώς το κουβαλάμε μέσα μας επειδή είναι το δικό μας. Άρα, το εγώ ψάχνουμε στον έρωτα;

Στο βιβλίο, πράγματι, η Ζ. είναι το αντεστραμμένο είδωλο του αφηγητή. Βλέπει σ’ εκείνην ό,τι αυτός μοιάζει να στερείται: τη χαρά για τη ζωή, μια υγιέστερη σχέση με τους ανθρώπους και τον κόσμο, με δυο λέξεις: τη φρέσκια ζωτική ορμή (élan vital) με όλα τα σέα και τα μέα της. Δεν θα μπορούσαν ο Οδυσσέας κι η Πηνελόπη να είναι ένα πρόσωπο, να εκφράζουν λανθάνουσες και δυνητικές, συμπληρωματικές ή παραπληρωματικές εκδοχές του εαυτού;

 

– Αυτός είναι, λοιπόν, ο έρωτας;

Νομίζω πως παραδοσιακά ο έρωτας –αν δεν είναι χλιαρός και χρηστικός–, προϋποθέτει ακριβώς τη σύγχυση των ειδώλων, έναν κίνδυνο καταστροφικής παρεκτροπής. Αρχετυπικά φιλμ νουάρ, όπως η «Λάουρα» του Πρέμινγκερ, αποτύπωσαν ωραία αυτήν την αντινομική, αυτοπαθή και παραβατική ποιότητα της ερωτικής σχέσης: ο νουάρ αντιήρωας φτάνει στο σημείο να ερωτεύεται μια απουσία, ένα πρόσωπο που γνωρίζει μόνον μέσα από το σαγηνευτικό πορτραίτο σ’ έναν τοίχο και από αφηγήσεις τρίτων. Αντιθέτως, σήμερα διανύουμε μια εποχή όλο και πιο ξεκαθαρισμένων ορίων και οριοθετήσεων, ψυχικών χαρακωμάτων και αυστηρών διευθετήσεων. Δεν χάνουμε την πραγματικότητα από τα μάτια μας! Ευτυχώς, που αυτό το ψυχολογίστικο, κανονιστικό και ευνουχιστικό πλαίσιο που μας έχει καπελώσει δεν καταφέρνει να ελέγξει πλήρως την επικράτεια της δημιουργίας: Η συγγραφή ήταν ανέκαθεν ένας τόπος εξορίας των ειδώλων μας, ένας τόπος όπου οι καθρέφτες λειτουργούν ακόμη και γεννούν διαθλάσεις. Παραμένει ένας περίπου νόμιμος τρόπος να υπερβαίνει κανείς τα όρια κάθε λογής.

 

– Πόσο ικανοί είμαστε να μάθουμε τον εαυτό μας;

siniosglouΈχουμε τα εφόδια, λέγανε κάποιοι φιλόσοφοι. Το πρόβλημα είναι πως κι όταν μαθαίνουμε τον εαυτό μας, είναι συνήθως αργά… Ορίστε, ο κίνδυνος: να ‘χεις περάσει τη ζωή σου σε μια προετοιμασία για κάτι που όταν έρχεται είσαι πολύ μεγάλος ή πολύ αδύναμος να το δεξιωθείς. 

 

– Τι είναι η μέσα ζωή για εσάς;

Η μέσα ζωή είναι χώρος και περιεχόμενο. Αυτήν που οφείλεις να διαφυλάσσεις, ό,τι και αν συμβαίνει απέξω, όσα πλήγματα και αν έχεις δεχθεί φαινομενικά. Είναι η πίσω γωνιά του εαυτού, η arrière-boutique, όπως το θέτει ο Μονταίν, ένα αποθετήριο που δεν φαίνεται απ’ τη βιτρίνα κι απ’ το δρόμο, η ένδον ακρόπολη του Μάρκου Αυρήλιου.

 

– Ζούμε στο παρελθόν περισσότερο από όσο στο παρόν; Λέτε σε ένα σημείο πως κάθε ανάμνηση γίνεται το χρονικό προηγούμενων αναμνήσεων.

Η αναμνημόνευση συνιστά και έναν εμπλουτισμό του αρχικού βιώματος, άρα και την αλλαγή του απ’ τη θέση του παρόντος, το οποίο συμπλέκεται μαζί του. Η γραμμική αντίληψη του χρόνου είναι μια ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, το παρελθόν συνεχώς πλάθεται σε χρόνο παρόντα, όπως όταν βλέπουμε τυχαία κάποιον στο μετρό και μας θυμίζει για μια στιγμή ένα πρόσωπο που δεν ζει πια. Κάθε τέτοιο επαναβίωμα συνιστά μια αιφνίδια ρωγμή στη γραμμικότητα του χρόνου. Και κάθε τέτοια μυστική στιγμή αίρει την υποτιθέμενη ομοιομορφία του χρόνου, την πλάνη ότι όλοι σ’ έναν χώρο μοιραζόμαστε τον ίδιο χρόνο – διότι μια τέτοια στιγμή είναι «δική μας» μόνον.

 

– Τι είναι ο χρόνος για εσάς; 

Νομίζω ότι ο χρόνος είναι κόκκοι που πέφτοντας ξανά και ξανά σχηματίζουν νέους συνδυασμούς, όπως συμβαίνει στις κλεψύδρες. Δεν τους δίνουμε σημασία γιατί μας ασκείται τεράστια βία από την ομοιομορφία της εποχής, από την ευθύγραμμη και μαζική κίνηση των πραγμάτων, όλη αυτήν τη μανία και την ακόρεστη φιλοδοξία να «προχωράμε μπροστά», μια βία που συνιστά τον βαθύτερο πανωλεθρίαμβο του καπιταλισμού.

– Η ασθένωση είναι ο αληθινός πυρήνας του δοκιμιού, σημειώνετε. Είναι και της ζωής;

Στο βιβλίο η αποδρομή του βιώματος και η εξασθένηση του κόσμου δημιουργούν στην ψυχή του αφηγητή έναν νέο και πρωτόγνωρο χώρο ίασης, όπου ο εαυτός κινητοποιείται και ενδυναμώνεται. Την ιδέα διατύπωσε θεολογικά ο Παύλος («η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»), παρόλο που την παρέλαβα από την κλασική γραμματεία και από μια παράδοση πιο εσωτερική. Συμπτωματικά, εχθές βρήκα το εξής μότο σ’ ένα πολύ όμορφο έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (Κάπου περνούσε μια φωνή, Εκδόσεις Ερατώ 2011): «ὡραῖος ἦν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν ὁ ἐμὲ θανατώσας καρπός». Ωραίος και νόστιμος ο καρπός που με σκότωσε! Αυτός ο φοβερός στίχος που διάλεξε ο Λαπαθιώτης μπορεί να διαβαστεί ως ο απολογισμός ενός ανθρώπου που δάγκωσε το μήλο της αμαρτίας, ως προειδοποίηση για τους κινδύνους της φιληδονίας και της φιλοκοσμίας. Όμως, νομίζω ότι ο ηδονικός Λαπαθιώτης οικειοποιήθηκε τον στίχο με πιο δραματικό τρόπο, ως κατάφαση του κοσμικού βιώματος σε όλη την έντασή του, παρά ως αποτροπαϊκή νουθεσία. Σαν να λέει πως ναι, μας θανατώνει η ομορφιά του κόσμου κι η γεύση του, κι εμείς υποκύπτουμε ασμένως και εξασθενούμε περήφανα για χάρη τους.

 

– Πόσο ωραία το λέει ο Μάρκος Αυρήλιος: «Να κρατώ και να μην παρακρατώ». Να το κάνουμε μότο ζωής; Είναι εύκολο;

Καθόλου εύκολο. Είναι φορές που η ωραιότατη αυτή «εντολή» δεν λειτουργεί κι ας την επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά! Παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως οι άνθρωποι που καταφέρνουν ευκολότερα να «μην παρακρατούν» δεν είναι οι Στωικοί, αλλά αυτοί που ούτως ή άλλως δεν τους πολυνοιάζει αυτό που κρατούν, όσοι χειρίζονται τις καταστάσεις χωρίς να συνδέονται αληθινά μαζί τους. Αυτοί είναι οι πιο ψύχραιμοι επιβάτες της ζωής! Νομίζω πως το ζήτημα είναι να «κρατάμε και να μην παρακρατάμε» εφόσον γνωρίζουμε, όσο είναι δυνατόν, ότι έχουμε κάνει το «εφ’ ημίν», ό,τι ήταν στο χέρι μας. Για το «ουκ εφ’ ημίν», για ό,τι ξεπερνά τις δυνάμεις μας, δεν είμαστε τυπικά υπεύθυνοι, οπότε ας πάει στο καλό. Πόσο καλά, όμως, ξέρεις να υπολογίζεις τι και κατά πόσο είναι στο χέρι σου;  

 

– Γιατί το καλό ταυτοποιείται δυσχερέστερα;

Γιατί είμαστε εθισμένοι ν’ ανιχνεύουμε τις κακές στιγμές των άλλων και παραμονεύουμε το λάθος τους σαν κακόβουλοι δικαστές, οπότε μας διαφεύγουν οι αμυδρές αποχρώσεις του καλού, αυτές που μπορεί να σκάνε δίπλα μας πολύ φυσικά και αθόρυβα. Σαν να είμαστε άριστα εκπαιδευμένοι να εντοπίζουμε το στραβό, αλλά τυφλοί όταν πρόκειται για την εσωτερική ομορφιά προσώπων και πραγμάτων.

 – Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε καλά τη ζωή μας;

Αν ήξερα, θα διόρθωνα τη δική μου πρώτα… Πάντως κοιτώ τώρα μπρος μου το κουτάκι ενός αναψυκτικού. Είναι ένα «ενεργειακό ποτό», για να με κρατήσει αυτή τη νύχτα. Γράφει πάνω το εξής με μικρά γράμματα: «Κάποιοι άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με τίποτα. Μόλις πάρουν αυτό που νόμιζαν ότι ήθελαν, θέλουν πάντα περισσότερα…». Ενδιαφέρον που αυτό δηλώνεται με περηφάνια! Το νόημα είναι πως εφόσον θες συνεχώς το καλύτερο, θα γίνεσαι καλύτερος συνεχώς, θα φτιάχνεις καλύτερα ποτά και παρομοίως εσύ που τα καταναλώνεις θα πετυχαίνεις υψηλότερους στόχους. Κι όντως, συχνά στοχεύοντας όλο και ψηλότερα καταφέρνεις περισσότερα.

 

– Είναι αυτό που λέμε ότι το καλό είναι ο εχθρός του καλύτερου; 

Μόνον που εξίσου συχνά καταλήγει κανείς να χάνει κάτι καλό επιδιώκοντας το καλύτερο, οπότε συμβιβάζεται εντέλει με κάτι κακό για ν’ αποφύγει το χειρότερο… Πότε, λοιπόν, πράγματι οφείλεις να νιώθεις και να δηλώνεις «ικανοποιημένος», ποια είναι η σωστή στιγμή για ν’ αποφύγεις την ύβρη; Δύσκολη υπόθεση, μοιάζει λίγο με την περίπτωση του χαρτοπαίκτη που πρέπει να σταματήσει εγκαίρως. Υπάρχει κάτι ακόμη που μας εμποδίζει να ζήσουμε «καλά» της ζωή μας. Η ακρασία: Η κατάσταση όπου ξέρεις το σωστό αλλά ζορίζεσαι στην εφαρμογή του, το να γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις αλλά να μην το κάνεις παρασυρμένος από μια αδύναμη βούληση.

– Ο λόγος αντιστρατεύεται τη φθορά;  

Ο λόγος συμφιλιώνει με τη φθορά. Αυτή είναι η ανώδυνη απάντηση κι ίσως η πλέον ιαματική για τον περισσότερο κόσμο. Δια του λόγου αποδεχόμαστε τη φυσική τάση των πραγμάτων ν’ αποδράμουν και να υποχωρούν σχεδόν ολοσχερώς. Μόνον που το πραγματικό είναι τόσο μισερή υπόθεση! Κι από τον λόγο ζητώ πολύ περισσότερα, μια πιο επιθετική προσέγγιση απέναντι στη φθορά, ένα είδος αντίστασης σε ό,τι χάνεται, μέσα από την υποδοχή και ανασκευή της εμπειρίας. Να τι περιμένω από την τέχνη, ένα είδος αντάρτικου απέναντι στην κοσμική φθορά, ακόμη κι όταν το επαναβίωμα είναι φθαρτό, και αυτό.

– Ο μισάνθρωπος είναι παρεξηγημένο ον; Αγαπάει κατά βάθος τους ανθρώπους;

Ο μισάνθρωπος είναι φιλάνθρωπος κατά βάθος, αρνείται τους ανθρώπους επειδή ακριβώς τον απογοητεύουν και προδίδουν την υπερβολική αγάπη του (μα υπάρχει αγάπη χωρίς υπερβολή;), ίσως να περίμενε o μισάνθρωπος – κακώς! – πάρα πολλά απ’ αυτούς. Στον «Καρπό της ασθενείας μου» η μισανθρωπία είναι μια μέθοδος αποστασιοποίησης και παρατήρησης των ανθρώπων. Ο μισάνθρωπος δεν βλάπτει τους ανθρώπους. Αυτοί που είναι επικίνδυνοι είναι οι άνθρωποι χωρίς συναισθήματα, οι νάρκισσοι και –λόγω βλακείας– οι ματαιόδοξοι. Αυτοί είναι ασταμάτητοι.

 

– Τα φθαρτά καθημερινά αντικείμενα κρατούν κάτι από τον ίσκιο μας; Ζούμε μέσα σ’ αυτά;

Τις προάλλες ένας μεσίτης μου έδειξε ένα σπίτι στην οδό Κοδριγκτώνος, το οποίο είχε μείνει ανέγγιχτο σχεδόν από τη δεκαετία του εξήντα. Υπήρχαν κάθε λογής αντικείμενα, από ένα ειδικό έπιπλο για τα περιοδικά μέχρι απίθανες ταπετσαρίες εκ Παρισίων, αλλά και μια αύρα γύρω από τα πράγματα, που έκανε το μέρος σωστή μηχανή του χρόνου. Κι αν έβρισκα μια γραφομηχανή θα ξεκινούσα να γράφω επιτόπου. (Για κάποιο λόγο θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή ότι στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Shakespeare&Co στο Παρίσι υπήρχε πάντα μια παλιά γραφομηχανή έτοιμη για χρήση και οι επισκέπτες του βιβλιοπωλείου ήταν ευπρόσδεκτοι να υποκύψουν στην έμπνευση της στιγμής «χτυπώντας» κάτι δικό τους.) Όσο πιο ψηφιακός γίνεται ο κόσμος, τόσο αυξάνει η νοσταλγία που γεννά η ύλη.

– Έχουν και τα πράγματα τη δική τους μνήμη… 

Συχνά αισθάνομαι ότι τα αντικείμενα κλέβουν παιγνιωδώς κάτι από τον ίσκιο των ανθρώπων, ότι παρακρατούν αλλοτινά βιώματα σχεδόν συνειδητά. Υπάρχουν χώροι που προκαλούν το ίδιο φαινόμενο, σκέφτομαι τώρα μια παλιά βίλα στη Ρώμη, ένα ρημαγμένο πλοίο, κάποιους ξεχασμένους αγγλικούς σταθμούς τρένων. Κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον απόκρυφο αυτόν κόσμο και τον αφουγκράζονται, ενώ άλλοι αδιαφορούν πλήρως. Θα ’ναι κουρασμένοι από τις δουλειές τους, ή θα σκέφτονται τις αυριανές.

 

– Λογοτεχνία ή φιλοσοφία; Τι χρειάζεται περισσότερο ο άνθρωπος;  

Δεν είμαι βέβαιος ότι η φιλοσοφία υφίσταται ακόμη σε καθαρή μορφή. Είτε απορροφήθηκε από την καριερίστικη, νεοσχολαστική και διδασκαλική «φιλοσοφία» στα Πανεπιστήμια, είτε συγχωνεύθηκε με τη λογοτεχνία, με τις Καλές Τέχνες και με τις κοινωνικές επιστήμες. Ούτως ή άλλως, ένας διαχωρισμός της φιλοσοφίας από τη λογοτεχνία έχει ευρετικό και ταξινομικό χαρακτήρα μάλλον. Ο δοκιμιογράφος και συγγραφέας του «Τούνελ», ο William Gass, ήταν καθηγητής φιλοσοφίας, μάλιστα στο Κορνέλ είχε πάρε-δώσε με τον Βιτγκενστάιν. Τι «δείκτη απήχησης» (impact factor) θα μπορούσε να είχε το βιβλίο του Gass στο σινάφι των διορισμένων δασκάλων φιλοσοφίας; Μηδενικό! Κι ας έχει αρκετή φιλοσοφία μέσα που δεν έχουν εκατοντάδες εξειδικευμένα, υποτίθεται, άρθρα… Νομίζω ότι από τον Ηράκλειτο ως τον Εμίλ Σιοράν και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν βλέπει κανείς τον φιλοσοφικό στοχασμό να δοκιμάζει τις λογοτεχνικές τροπές του λόγου, μέσα από τις οποίες καταφέρνει να «δείχνει» κάτι παρά να το κατονομάζει και να το ορίζει. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί, ότι οποιοσδήποτε γράφει λογοτεχνία μπορεί να διαβάσει φιλοσοφία, όπως δεν μπορεί ο καθένας να καταλάβει ένα εξειδικευμένο άρθρο πυρηνικής φυσικής, χρειάζεται προπαιδεία, τεχνική εκπαίδευση και κατάρτιση πολλών ετών. Είναι εντυπωσιακή η άγνοια κινδύνου με την οποία άσχετοι άνθρωποι καμώνονται ότι διαβάζουν και καταλαβαίνουν βαριά φιλοσοφικά κείμενα. Το πιο αστείο, βέβαια, είναι ότι τα κρίνουν κιόλας!

– Τι σας κάνει πραγματικά ευτυχισμένο;

Μικρές, συνωμοτικές στιγμές. Η ακατάγραπτη ιστορία της καθημερινότητας, τα μικρά συμβάντα που μένουν αδιήγητα και ξεφεύγουν από τους ιστορικούς, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες. Ένα χαμόγελο, ένα χαζό δώρο, ένας αστείος σελιδοδείκτης, ένα στιγμιότυπο στον δρόμο. Μια γάτα στον ήλιο που μου δείχνει την κοιλιά της. Επίσης, η φρέσκια μπίρα μιας καλής μικροζυθοποιΐας σερβιρισμένη στο σταμπωτό ποτήρι της.

 

– Τι μπορεί να σας ρίξει σε ένα τέναγος θλίψης;

Οι άνθρωποι χωρίς ρωγμές. Το σπαταλημένο ταλέντο. Και τα νεοελληνικά τριήμερα. «Η εξαφάνιση και αυτοεξορία του θεού κινητοποιεί τον δικό μας πολιτισμό» (Φωτογραφία: Ελένη Ονάσογλου).  

 

–Υπάρχει θεός ή απλώς τον περιμένουμε ως άλλοι Βλαντιμίρ και Εστραγκόν;

Για κάποιο λόγο δεν ένιωσα ποτέ ότι στον κόσμο αυτόν θα μπορούσε να παρεμβαίνει ένας θεός με βούληση αποκλειστικά δική του, δηλαδή ένα πρόσωπο εξωκοσμικό. Πιο πολύ με ενδιαφέρει ο θεός ως παραπομπή στη ριζική ετερότητα, ως ένα άγνωστο «Εσύ», μάλιστα ως ένα «Εσύ» ακαθόριστο, θρυλούμενο, αντιφατικό και βυθισμένο στη σιωπή του, ο θεός ως απουσία. Θα μπορούσε η απουσία ή και η ανυπαρξία ενός θεού να είναι δραστική και ομιλούσα μ’ έναν δικό της τρόπο; Ο «Καρπός της ασθενείας μου» είναι επηρεασμένος από μια τέτοια καμπαλιστική παράδοση, η οποία διαβάζει τον κόσμο ως αποτέλεσμα μιας απόσυρσης και αυτοεξορίας του θεού.

 

– Τι προκαλεί αυτή η απόσυρση; 

Αυτή η εξαφάνιση και αυτοεξορία του θεού κινητοποιεί τον δικό μας πολιτισμό: από την πρώτη στιγμή τους οι άνθρωποι αναπτύσσουν τις τέχνες και τις επιστήμες επειδή ο θεός είναι απών, επειδή τους προέκυψε ένας άδειος χώρος που τον διεκδικούν και τον γεμίζουν με δικά τους έργα. Κι ίσως – είπε κάποιος – είναι αυτός ο τρόπος που ‘χει ο θεός ν’ αποκαλύπτεται στους ανθρώπους, αυτοαφανιζόμενος ως την πλήρη εκμηδένιση, δωρίζοντάς τους όλον τον χώρο για να δημιουργούν. Κάπως έτσι, η απουσία και η σιωπή αναβαπτίζονται σε κινητήριες δυνάμεις της δικής μας παρουσίας. Ακόμη κι η πιθανότατη ανυπαρξία του θεού απλώς διευκολύνει ακόμη περισσότερο την εκδίπλωση της ανθρώπινης ύπαρξης ελεύθερα και αμείλικτα, ώστε μ’ έναν τρόπο ο θεός υπάρχει στον βαθμό, ακριβώς, που δεν υπάρχει. Αυτά όλα ας μην τα πάρει κανείς στα σοβαρά, πιο πολύ είναι παιχνίδια με τις λέξεις…

Πηγή:  andro.gr/empneusi

Τα βιβλία του Νικήτα Σινιόσογλου στην βάση της  biblionet.gr  

Περί του Καρπού της Ασθενείας Μου και του σύγχρονου ελληνικού δοκιμίου του Δημήτρη Καράμπελα. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 26 Απριλίου 2022 18:41

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση