Κυριακή, 17 Απριλίου 2022 16:32

Στο μυαλό του Μίλτου Τεντόγλου. Μια φιλοσοφική συνέντευξη στον Παύλο Κόντο*.

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

tentoglou 2Στόχος της συνέντευξης: μια φιλοσοφική συζήτηση για το πώς βιώνει και πώς νοηματοδοτεί ένας μεγάλος αθλητής τον αθλητισμό, με ερωτήσεις που πηγάζουν από την αριστοτελική ηθική. Έναυσμα: ο μαγνητισμός που ασκεί η ιδιαίτερη προσωπικότητα του Μίλτου Τεντόγλου. Τόπος και χρόνος συνάντησης: Καλαμάτα, Απρίλιος 2022. Διάρκεια συνέντευξης: 47 λεπτά.

Αρχικά είχα μια μακρά συνομιλία με τον προπονητή του, τον εξαιρετικά ενδιαφέροντα άνθρωπο Georgi Pomaski. Μου μίλησε με απρόσμενη ειλικρίνεια, κυρίως για τον Μίλτο. Ήταν ξεκάθαρο ότι με προετοίμαζε για άτι. Μετά εμφανίστηκε ο Μίλτος, ακριβώς στην ώρα του, παρά ένα λεπτό, όπως πάντα.

 — Μίλτο, πόση σκέψη απαιτεί ο αθλητισμός;

Το άλμα εις μήκος, όπως όλα τα αθλήματα, είναι διανοητικό. Πρέπει να είσαι πολύ παρατηρητικός, να ξέρεις να κάνεις αλλαγές, να διορθώνεις τα λάθη σου. Βλέπω αθλητές που, αν και είναι στο αγώνισμα για χρόνια, κάνουν τα ίδια και τα ίδια λάθη. Και απορώ γιατί, γιατί δεν μπορούν να τα δουν, να τα σκεφτούν, να αλλάξουν κάτι. Το πώς δουλεύεις με το σώμα σου είναι ζήτημα σκέψης: το σώμα είναι για τον αθλητή αντικείμενο μελέτης. 

— Νιώθεις περισσότερο σαν γιατρός, μάγειρας ή ηθοποιός;
Ο αθλητής δεν μοιάζει με επιστήμονα, με γιατρό, μοιάζει όμως, σίγουρα, με τεχνίτη που δουλεύει για να παραγάγει ένα αποτέλεσμα. Μοιάζει και με καλλιτέχνη, γιατί υπάρχει περιθώριο να δημιουργήσει ένα προσωπικό στυλ. Ανάμεσα στις πολλές τεχνικές, επιλέγεις εκείνη που είναι καταλληλότερη για σένα. 

— Πόση μίμηση άλλων αθλητών χρειάζεται για να γίνεις Τεντόγλου;
Ναι, αντιγράφω συνέχεια, σαν κλεφτρόνι! [Γέλια.] Αν ήταν να κατασκευάσω το τέλειο άλμα, θα έφτιαχνα ένα μίγμα με τη φόρα του Carl Lewis, τα τελευταία δύο βήματα του Mike Powell και το άλμα του Ivan Pedroso. Αλλά μια τέτοια κατασκευή είναι ανέφικτη, καθώς το άλμα είναι ένα ενιαίο πράγμα. Θα πρέπει να δούμε σε ποιον τα παραπάνω στοιχεία ενώνονται καλύτερα σε ένα στυλ. Η οικειοποίηση στοιχείων από το στυλ των άλλων δεν είναι τόσο ένα είδος σεβασμού προς αυτούς ή η αίσθηση ότι ανήκουμε όλοι στη μεγάλη ιστορία του άλματος εις μήκος, αλλά η ιδέα ότι εφόσον αυτοί μπορούσαν να το κάνουν, τότε γίνεται. Άρα, μπορώ κι εγώ. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: εφόσον μπορώ εγώ, μπορούν και οι άλλοι, ας πούμε, οι νεότεροι από εμένα που με αντιγράφουν.

— Αν όλα είναι σκέψη, τι είναι το σώμα για έναν μεγάλο αθλητή, τι είναι για σένα; Είναι ένα απλό εργαλείο, ένας καθρέπτης του εαυτού ή, μάλλον, ο ίδιος ο εαυτός σου;
Είναι μέρος ενός ενιαίου όλου. Το σώμα είναι ένας τόπος από αυτοματοποιημένες κινήσεις, όπως έχουν εγγραφεί πάνω του μετά από τόσες επαναλήψεις στην προπόνηση. Επιπλέον, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, το σώμα του μεγάλου αθλητή αφομοιώνει και τις νέες κινήσεις, τις νέες τεχνικές, γρήγορα και αποτελεσματικά. Το σώμα είναι εκείνο το μέρος του εαυτού που δεν μπορείς να ελέγξεις πλήρως, προβάλλει αντίσταση με τρόπο «εκνευριστικό»: τραυματίζεσαι κάπου και αναρωτιέσαι γιατί τραυματίστηκα, πώς συνέβη κάτι τέτοιο, ενώ είχα λάβει τις προφυλάξεις μου. Και ακόμα περισσότερο, η σκέψη προσπαθεί να βρει τρόπους να θεραπεύσει πιο γρήγορα το τραύμα αλλά, στην πραγματικότητα, αδυνατεί. Αν ο εγκέφαλος δούλευε πιο αποτελεσματικά, θα μπορούσε. Χρησιμοποιούμε πολύ λίγο τον εγκέφαλό μας!

— Μίλτο, είναι ο αγώνας μια performance;
Ναι, αλλά αυτό που επιδεικνύεται και πιστοποιείται δεν είναι οι αθλητικές ικανότητες ή η τεχνική των αθλητών (αυτά φανερώνονται στην προπόνηση). Ο αγώνας είναι μια επίδειξη ψυχικής ετοιμότητας: πόσο ανεπηρέαστος μένει κανείς από δεύτερες σκέψεις, ανασφάλειες ή φόβους, πόσο συγκεντρωμένος είναι, σε πόση εγρήγορση βρίσκεται πνευματικά. Και, φυσικά, είναι μια επίδειξη αγωνιστικότητας και μαχητικότητας για την επικράτηση επί των άλλων. Δεν έχει σημασία ποιος έχει την καλύτερη επίδοση. Σημασία έχει να βρίσκεσαι σε ετοιμότητα και, προκαταλαμβάνοντας ότι οι άλλοι θα επιτύχουν καλύτερη επίδοση από αυτή που είχαν μέχρι τώρα, να κάνεις εκείνο το άλμα που επαρκεί κάθε φορά για να τους νικήσεις.

— Ωραία. Και εκείνη τη στιγμή, φαντάζομαι, είσαι ο πραγματικός Τεντόγλου. Τι εννοούσες, λοιπόν, όταν έλεγες, μετά τη νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ότι στα πρώτα πέντε άλματα δεν «ήσουν ο εαυτός σου»;
Όταν δεν καταφέρνω να δείξω την ετοιμότητα που έλεγα προηγουμένως, τότε δεν νιώθω ο εαυτός μου: δεν νιώθω ο αθλητής που ήθελα να είμαι, νιώθω να μην έχω τον έλεγχο πάνω μου, να μην με υπακούει το σώμα μου. Δεν εννοώ ότι περιμένω να τα κάνω όλα τέλεια, όλα αυτά τα μικρά πράγματα που πρέπει να προσέχω: το τρέξιμο, τον ακριβή διασκελισμό, την τέλεια εκτίναξη. Δεν είμαι μηχάνημα ή υπολογιστής που μπορεί να αναπαράγει το ίδιο άλμα συνεχώς. Άλλωστε, παίζουν σημαντικό ρόλο οι συνθήκες του αγώνα, για παράδειγμα, ο αέρας και το έδαφος. Διαφορετικά, όλοι θα έκαναν πάντα το τέλειο άλμα. Η επιτυχία σε έναν αγώνα εξαρτάται από το πόσο μπορείς να διορθώσεις τα λάθη που έκανες στα πρώτα άλματα. Είναι ένα διανοητικό παιγνίδι διόρθωσης λαθών. Τα λάθη τα εντοπίζει και τα υποδεικνύει ο προπονητής, τα καταλαβαίνω κι εγώ ο ίδιος. 

— Αυτό σχετίζεται με μια άλλη απορία μου. Ένας επιστήμονας ή ένας τεχνίτης, όταν μάθει την επιστήμη ή την τέχνη του, δεν χρειάζεται πια έναν δάσκαλο-προπονητή δίπλα του. Γιατί αυτό δεν ισχύει στον αθλητισμό;
Πολλοί μεγάλοι αθλητές θα ήταν σε θέση να λειτουργήσουν ως προπονητές του εαυτού τους. Είναι εφικτό. Τον προπονητή τον αντιλαμβάνομαι σαν έναν σκηνοθέτη (όχι σαν έναν στρατηγό), κι εγώ είμαι ο ηθοποιός (όχι ένας στρατιώτης). Αυτός δίνει οδηγίες και επιβάλλει πειθαρχία στις προπονήσεις, αλλά εγώ διατηρώ την ελευθερία να πάρω πρωτοβουλίες, να προτείνω πράγματα. Και το έργο που σκηνοθετείται κάθε φορά δεν είναι ένα επιμέρους άλμα, αλλά ένας αγώνας. Είμαι ο πρωταγωνιστής κάθε φορά ενός νέου έργου. 

— Μίλτο, είναι η αθλητική δραστηριότητα το κέντρο της ευδαιμονίας σου;
Μου αρέσει πολύ αυτή η λέξη αλλά η απάντηση είναι: όχι, περνάω πιο ευχάριστα με άλλες δραστηριότητες, παίρνω μεγαλύτερη ευχαρίστηση όταν παίζω παιγνίδια... [Τον διακόπτω με ένα νεύμα και καταλαβαίνει ότι καταλαβαίνω πως προσπαθεί να οχυρωθεί στις συνηθισμένες του υπεκφυγές, ενώ έχει πλήρη επίγνωση, όπως αμέσως παραδέχεται, ότι «ευχαρίστηση» και «ευδαιμονία» δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Ρίχνει το σώμα του προς τα πίσω με ανοικτά τα χέρια.] ...

Εντάξει, η απάντηση είναι ότι δεν ξέρω. Θα σου πω τι ξέρω. Ξέρω ότι η ζωή μου είναι οργανωμένη γύρω από το άλμα εις μήκος και ότι ο πρωταθλητισμός, αναγκαστικά, θα σταματήσει κάποια στιγμή για μένα γύρω στα τριάντα και ότι, μετά από αυτόν τον κύκλο, ανοίγεται μια δεύτερη ζωή. Θα ζήσω δυο ζωές. Αυτό δεν με αγχώνει καθόλου. Πώς θα εξελιχθεί η δεύτερη, θα το αποφασίσω όταν έρθει η ώρα. 

— Πόση ηδονή και πόσο πόνο κρύβει μέσα του ο αθλητισμός;
Η προπόνηση δεν εμπεριέχει καμιά ευχαρίστηση, μόνο ταλαιπωρία και πόνο. Είναι ένα αναγκαίο κακό που έχει αξία μόνο και μόνο επειδή είναι αδύνατον να γίνει ή να παραμείνει κανείς σπουδαίος αθλητής χωρίς προπόνηση. Μακάρι να γινόταν! Βέβαια, μέσα σε αυτόν τον πόνο προκύπτουν ηδονικές στιγμές, για παράδειγμα, όταν κάνω ένα σπουδαίο άλμα. Στην προπόνηση είναι που νιώθεις σπουδαίος άλτης, όχι στον αγώνα. 

— Να συμπεράνω ότι η μόνη ηδονή του μεγάλου αθλητή αναδύεται την ώρα του αγώνα, της perfomance, της νίκης;

tedoglou2Όχι, ούτε ο αγώνας ούτε η νίκη είναι κάτι ευχάριστο, ηδονικό. Μετά τον αγώνα, μετά τη νίκη, αυτό που κυριαρχεί μέσα μου είναι ότι δεν μπορώ να χαρώ, γιατί πριν και κατά τη διάρκεια του αγώνα έχω τόσο πολύ αποβάλει ή παγώσει κάθε συναίσθημα, είμαι τόσο απαθής (πράγμα που φαίνεται και στις συνεντεύξεις μου μετά τον αγώνα), που χρειάζεται χρόνος για να επαναλειτουργήσουν μέσα μου συναισθήματα. Χαίρομαι πολύ, αλλά πολύ αργότερα, κάποιες μέρες μετά. Πάντως, δεν είναι ο τίτλος αυτό που με γεμίζει, π.χ., «παγκόσμιος πρωταθλητής» ή «ολυμπιονίκης». Πάνω απ’ όλα, όσο κι αν ακουστεί περίεργο, ηδονή μού δίνει το ίδιο το μετάλλιο, το αντικείμενο. Να το αγγίζω, να το βλέπω. Αυτό είναι το πιο ηδονικό μετά τον αγώνα, αυτό είναι και το δυνατότερο κίνητρο πριν τον αγώνα: όταν είμαι στην πτήση στο αεροπλάνο της επιστροφής, να ψηλαφίζω το μετάλλιο μέσα στην τσέπη μου. 

H συνέντευξη τελείωσε εδώ και, αν μη τι άλλο, εξηγεί γιατί ο Μίλτος Τεντόγλου μαγνητίζει το βλέμμα ενός φιλοσόφου. Η δική μου σκέψη, πάντως, έχει καρφωθεί στην απρόσμενη εξομολόγηση ότι η στιγμή του αγώνα και της νίκης δεν έχουν τίποτα το ηδονικό, ότι η ηδονή έρχεται πολύ αργότερα. Γιατί αναιρεί την πεποίθηση ότι, όταν οι άριστοι σε κάποιον τομέα κάνουν κάτι σπουδαίο, η δραστηριότητά τους αυτή είναι από τη φύση της ηδονική (για τον ζωγράφο, τον ποιητή, τον τεχνίτη, τον φιλόσοφο κ.λπ.) και, άρα, ότι εάν δεν είναι ηδονική, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ούτε η δραστηριότητα βιώθηκε ως σπουδαία. Όχι στη ζωή του Μίλτου. Η ηδονή έρχεται από το άγγιγμα του μεταλλίου, μέρες μετά. 

Στην αρχή υπέθεσα ότι το μετάλλιο λειτουργεί σαν το ίχνος της πράξης που πέρασε, των στιγμιαίων αλμάτων που χάθηκαν, που δεν υπάρχουν πια. Δεν είναι έτσι, μου ανταπάντησε ο Μίλτος. Έχει δίκιο. Αφού στο αγώνα αυτό που μετράει γι’ αυτόν είναι η νίκη, το μετάλλιο θα πρέπει να συνιστά μάλλον το ίχνος της νίκης, το ίχνος της επικράτησης επί των αντιπάλων, όχι απλά των δικών του αλμάτων. Λάθος και πάλι. Δεν μπορεί το άγγιγμα του μεταλλίου να είναι ηδονικό ως ίχνος και ενθύμηση της νίκης, αφού η ίδια η νίκη δεν ήταν. Δύσκολα αναδύεται ηδονική η ανάμνηση κάποιου βιώματος που δεν ήταν, εκείνο το ίδιο, ηδονικό. Το καθοριστικό στοιχείο πρέπει να κρύβεται κάπου αλλού, ίσως στην αίσθηση της αφής και στο πόσο αυτή μας φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα.

Και τότε θυμήθηκα το «Βιβλίο της Άμμου» του Αργεντίνου συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, εκεί που συναντά σε ένα παγκάκι τον εαυτό του όπως ήταν κάποια χρόνια πριν και του δίνει, στη διάρκεια της συνάντησης, ένα τωρινό χαρτονόμισμα. Το διήγημα τελειώνει ως εξής: «Η συνάντηση ήταν πραγματική. [...] O άλλος με ονειρεύτηκε [...]. Ονειρεύτηκε, τώρα το καταλαβαίνω, την ανύπαρκτη ημερομηνία στο δολάριο» (μτφρ. Α. Κυριακίδης).

Ο Μίλτος στο αεροπλάνο, μεταξύ ονείρου και ανάμνησης, αναρωτιέται εάν όντως νίκησε στον αγώνα ή απλώς το φαντάστηκε⋅ το άγγιγμα του μεταλλίου δεν του θυμίζει μια προηγούμενη ηδονή, τον βεβαιώνει στο τώρα ότι, όντως, ο Τεντόγλου του αγώνα και ο Μίλτος, ο εικοσιτετράχρονος απλός νέος στο αεροπλάνο, είναι το ίδιο πρόσωπο. Η ηδονή που νιώθει προέρχεται, μάλλον, από τη συνειδητοποίηση ότι είναι ο εαυτός του. 

* Ο Π. Κόντος είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρόσφατα  βιβλία του: Aristotle on the Scope of Practical Reason (Routledge: 2021), (ed.) Evil in Aristotle (Cambridge  University  Press: 2018), Τα δύο ευ της ευτυχίας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης: 2018).

Πηγή:  lifo.gr/now/sport  

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση