Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2022 17:59

«Υγεία, καύλα και επανάσταση»: Τώρα και σε βιβλίο

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

yke2Θοδωρής Αντωνόπουλος. Συζητώντας με τη Δήμητρα Τζανάκη για τον συλλογικό τόμο που επιμελήθηκε, οι συγγραφείς του οποίου αμφισβητούν το κυρίαρχο αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο για την κρίση ευθύνεται η «καύλα» και όχι ο καπιταλισμός.

Το «Υγεία, καύλα και επανάσταση» ακούστηκε και γράφτηκε πολύ μετά τα Δεκεμβριανά του 2008, έπαιζε ωστόσο και παλιότερα, πιθανόν δε να ανάγεται στο μανιφέστο του Άμπι Χόφμαν «Επανάσταση για την καύλα της», ένα βιβλίο-ορόσημο για το κίνημα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60.

Ανεξάρτητα από το πόσο ισχύει αυτό, το εν λόγω σύνθημα, που ακούγεται μάλιστα ελαφρώς παραφρασμένο και στο ερασιτεχνικό queer ταινιάκι «Ξεπαρθενών», το οποίο τόσο ηθικό πανικό ξεσήκωσε, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές στο ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα. 

Όταν, λοιπόν, το είδα να «ονοματίζει» ένα βιβλίο με ακαδημαϊκές, μάλιστα, αξιώσεις, αναζήτησα τη συγγραφέα και ερευνήτρια Δήμητρα Τζανάκη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ) και ακαδημαϊκή υπεύθυνη ΚΕΔΙΒΙΜ-Κριτικές Ανθρωπιστικές Επιστήμες του ΕΚΠΑ, που το επιμελήθηκε για περαιτέρω διευκρινίσεις.

«Ειδικότερα, παρουσιάζουμε το πώς η αναγωγή της “καύλας” στο ζωώδες συνιστά αυτομάτως την ταξινόμηση της ζωής σε ανθρώπινη και φαντασιακή, μη-ανθρώπινη-άγρια-τερατώδη και ως εκ τούτου μια πολύτιμη αφετηρία από την οποία ξεδιπλώνεται ένας πατριαρχικός, αποικιοκρατικός, βιοϊατρικός λόγος που ορίζει ακόμα τόσο τις ζωές μας, τις κοινωνίες στις οποίες ζούμε, αλλά και το πώς η γνώση, η εξουσία αλλά και η πατριαρχία αναπαράγονται με τρόπους που ίσως δεν φανταζόμαστε…

Τα κεφάλαια προέρχονται, όχι τυχαία, από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους και από ανθρώπους που κάποιοι είναι στην αρχή μιας όχι υποχρεωτικά “ακαδημαϊκής πορείας”, σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε αυτή την ασυνέχεια μέσα από μια γραφή “από τα κάτω”, διεκδικώντας ένα όραμα μιας άλλης κοινωνίας με σχέσεις ετεραρχίας, άρα και μιας ανοικτής ακαδημίας που συνομιλεί μαζί της», μου λέει.  

Tο βιβλίο, συνεχίζει, χτίστηκε στο πλαίσιο των σεμιναρίων «Φύλο, σεξουαλικότητα, επιστήμη και βιοεξουσία» με στόχο να αναδείξει το πώς και το γιατί η «καύλα» διέθετε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που ταξινόμησαν τη ζωή εδώ και αιώνες σε «άξια» και «ανάξια».

 Η ίδια η λέξη καύλα, εξάλλου, συνοδεύεται, λέει, με απόρριψη, αποκλεισμό και άρνηση ακόμη και στον επίσημο ακαδημαϊκό λόγο, «κάτι που συνάγεται άμεσα από αυτό που μας θυμίζει ο Μισέλ Φουκό»: «Η εξουσία δεν έχει τη “δύναμη” να κάνει τίποτε στο σεξ και τις ηδονές, εκτός από το να τους λέει “όχι”. Αν φτιάχνει κάτι, είναι απουσίες και κενά. Εξαφανίζει στοιχεία, εισάγει ασυνέχειες, χωρίζει ό,τι είναι ενωμένο, χαράζει σύνορα»

Με άξονα το παραπάνω σκεπτικό περιπλανηθήκαμε από τις μεσαιωνικές αιρέσεις και την Παρισινή Κομμούνα στην πρώιμη ΕΣΣΔ και τον Β' Παγκόσμιο, από τον Μισέλ Φουκό και τη Σίλβια Φεντερίτσι στην ερωτική ποίηση του Κωστή Παλαμά και τον πρώιμο queer λόγο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, από τα αφροδίσια στην πανδημία του Covid, από το «κυνήγι μαγισσών» στις «φλύαρες» γυναίκες που τους πρέπει επίσης η «πυρά», από τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την αποικιοκρατία και την ευγονική στην ψυχική υγεία, τις ταξικές αντιθέσεις και τον καθωσπρεπισμό, είτε τον κυρίαρχο αστικό είτε τον κινηματικό, που ακολούθησε την «πεπατημένη», κaι από το αθηναϊκό underground του ’30 στην «κληρονομιά» των Δεκεμβριανών του ’08.

— Η επιθυμία θεωρείται ότι τέθηκε με όρους κινηματικούς για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’60, το βιβλίο όμως υπενθυμίζει ότι έχουμε και παλιότερα παραδείγματα τέτοιων αναφορών στο πλαίσιο κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων. 

Ακριβώς. Ειδικότερα, όπως έχει αναδείξει η Σίλβια Φεντερίτσι στο έργο της «Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα», η αναζήτηση μιας εναλλακτικής απέναντι στις φεουδαρχικές σχέσεις, καθώς και η αντίσταση σε μια ολοένα αναπτυσσόμενη εγχρήματη οικονομία από το μεσαιωνικό προλεταριάτο εκφράστηκαν από τις λαϊκές αιρέσεις.

Αυτές διέθεταν, καθώς αναφέρει, ένα κοινωνικό όραμα που κατέληγε σε ένα άλλο κοινωνικό «πρόγραμμα», το οποίο έπληττε στον πυρήνα της τη θρησκευτική παράδοση του ενός και μοναδικού Θεού αλλά και την έννοια της αμαρτίας. Οι αιρέσεις ήταν, στην πραγματικότητα, επαναστατικά κινήματα που έθεταν στον πυρήνα τους την απελευθέρωση της καύλας από την αμαρτία, άρα έδιναν το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης στον λαό, διαλύοντας την όποια αφήγηση περί ταξινόμησης της ζωής.

Παράδειγμα αποτελεί η αίρεση του πελαγιανισμού που κήρυττε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο απελευθερωμένο από το προπατορικό αμάρτημα. Αντίστοιχα, η αίρεση των Βογόμιλων, η οποία άνθησε στα Βαλκάνια μεταξύ δέκατου-δέκατου πέμπτου αιώνα και φαίνεται να επηρεάστηκε από εκείνη των Παυλικιανών, συμπεριλάμβανε διδασκαλίες για κοινοκτημοσύνη, ισότητα ανδρών και γυναικών, άρνηση της ιεραρχίας της Εκκλησίας και του κράτους, καταδίκη του πλούτου της Εκκλησίας και των δυνατών και αλληλεγγύη στους ταπεινούς. Τα μέλη αυτών των αιρέσεων κατηγορήθηκαν για «σοδομισμό» και οδηγήθηκαν στην πυρά. Σε ανάλογο πλαίσιο, η Παρισινή Κομμούνα (1871) κατηγορήθηκε ότι υποκινήθηκε από τις «πόρνες».

Το κίνημα Προλετκούλτ, το οποίο υποστήριξε τη «σεξουαλική αυτονομία» στην ΕΣΣΔ και το 1920 αριθμούσε 84.000 εγγεγραμμένα μέλη, έθετε επίσης στον πυρήνα της Οκτωβριανής Επανάστασης την επιθυμία των λαϊκών στρωμάτων για απελευθέρωση από την εξουσία του ενός ηγεμονικού πατριαρχικού Υποκειμένου και του κράτους του.

 Η διάλυση του Προλετκούλτ δεν ήταν παρά κομμάτι του παζλ σε αυτό που ακολούθησε μεταπολεμικά, μια και δαιμονοποιώντας τη λαϊκή επιθυμία ως ηθικά παρανοϊκή, μέσω του βιοϊατρικού λόγου, επιστρέψαμε με ακόμη πιο ύπουλα μέσα στη δίωξη της ανθρώπινης επιθυμίας των «αντιφρονούντων».

 Αυτό εντοπίζεται από τα ΛΟΑΤΚΙ κινήματα τη δεκαετία του ’60, από τον «δικό μας» Λουκά Θεοδωρακόπουλο επίσης τη δεκαετία του ’70: «Τα προοδευτικά άτομα, οι προοδευτικές εφημερίδες, τα επαναστατικά κόμματα μιλάνε άνετα και καθημερινά για “τα δίκαια λαϊκά αιτήματα, τα δίκαια φοιτητικά αιτήματα, τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων”. Γιατί δημιουργείται αναμφισβήτητο σοκ αν, αλλάζοντας μία μόνο λέξη, μιλήσουμε για “τις λαϊκές επιθυμίες, τις φοιτητικές επιθυμίες, τις επιθυμίες των εργατών;” - Γιατί δεν θα δούμε τις εκφράσεις αυτές σε καμιά επικεφαλίδα δημοκρατικής ή αριστερής εφημερίδας; Γιατί η λέξη “επιθυμία” έχει εξοστρακιστεί από το πολιτικό λεξιλόγιο της χώρας μας; Για έναν απλούστατο λόγο: διότι τα “αιτήματα” είναι από τη φύση τους μικροαστικά  [...] Αντίθετα, η Επιθυμία είναι άπειρη. Δεν συμβιβάζεται με τίποτα⋅ άμα απελευθερωθεί, είναι ένας τυφώνας που γκρεμίζει τα πάντα στο πέρασμά του. Μοναδικός της στόχος είναι η Απόλαυση. Να γιατί η εξουσία έχει κάθε λόγο να υποβιβάζει και να αποστειρώνει τις Επιθυμίες των καταπιεσμένων σε απλά, υπολογίσιμα και ανταλλάξιμα Αιτήματα που χορηγούνται βάσει μιας περίπλοκης στρατηγικής της μονοδιαστατοποίησης: λιτότητα (το φίμωμα της επιθυμίας) ή κοινωνία της κατανάλωσης (το μπούκωμα της επιθυμίας), ανάλογα με τις περιστάσεις», γράφει. 

— Πώς μπορεί να συνδυαστεί η υγεία με την καύλα και την επανάσταση σε καταστάσεις υγειονομικής κρίσης όπως αυτή που διανύουμε; 

Η ερμηνεία της υγιειονομικής κρίσης διαβάζεται με όρους ατομικής ευθύνης· η αντιμετώπιση, δηλαδή, δεν στρέφεται στη νόσο αλλά στα «φυσικά» σώματα από τα «κάτω» που δεν εφαρμόζουν τα μέτρα.

 Έτσι, ενώ η κύρια αιτία εκδήλωσης της πανδημίας είναι η υπερεκμετάλλευση της φύσης και της ζωής, αυτή η διαπίστωση γρήγορα έδωσε θέση στη ρητορική της ατομικής ενοχής των λαϊκών στρωμάτων που δεν εμβολιάζονται ή των ατόμων άνω των 60, που με έναν τρόπο μετουσιώνονται σε μη-αναπαραγωγικά όντα και άρα σε αντικείμενα-βάρος για την κοινωνία ως οργανισμό. Με αυτόν τον τρόπο εν μέσω πανδημίας μιλάμε ξανά για διαχείριση του ανθρώπινου είδους που προκαλεί την ίδια την ασθένεια με τον βίο του.

Στην πραγματικότητα, εν μέσω πανδημίας έχουμε την επανακωδικοποίηση μιας αυταρχικής σεξιστικής, ταξικής, φυλετικής, ρατσιστικής ηθικής, μέσω της οποίας το κράτος καλείται, υποτίθεται, να φέρει την ασφάλεια, αξιοποιώντας μια ολοένα μεγαλύτερη αστυνόμευση εναντίον αυτού του ανήθικου βίου και της «ανάξιας» ζωής. 

Έτσι, το 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε 63 φορές από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να μειώσουν τις δαπάνες για την υγεία και να προχωρήσουν σε ιδιωτικοποιήσεις. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2020, με τη «Μεγάλη Επανεκκίνηση», ξεκινά μια εποχή που δεν στοχεύει στην παγκόσμια βιωσιμότητα ούτε στην «κοινωνική δικαιοσύνη», αλλά σε ένα υψηλότερο καθεστώς τεχνολογικής πραγματικότητας με στόχο την εξουσία της παγκόσμιας οικονομικής τάξης.

Βασικός εμπνευστής της «Επανεκίννησης» αυτής είναι το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και ο ιδρυτής του Κλάους Σουάμπ. Η διχοτόμηση ατομική - κοινωνική ευθύνη προβάλλεται ως η θεμελιώδης ερμηνεία των χιλιάδων θανάτων που προκαλούνται λόγω του ανήθικου βίου.

ykeΤέλος, το «Υγεία, καύλα και επανάσταση» είναι ένα κάλεσμα από τα «κάτω» που αποζητά τη διάλυση του αστικού μύθου της δυτικοευρωπαϊκής αστικής κανονικότητας και αλήθειας που, ενώ χτίστηκε μέσα από πατριαρχικές, ταξικές, ρατσιστικές, ageist και αποικιοκρατικές ερμηνείες πάνω στις επιθυμίες και τα σώματα των λαών, προβάλλεται μέσω ενός υποτιθέμενου αντικειμενικού αστικού βιοϊατρικού λόγου ως το μέσο ίασης από τη λιβιδινική ανθρώπινη φύση.

— Εκτός από την ερωτική επιθυμία καθαυτή σε όλο της το φάσμα, το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την αποικιοκρατία, την ευγονική, την ψυχική υγεία, τις ταξικές αντιθέσεις, τον καθωσπρεπισμό επίσης, ενδυματολογικό και όχι μόνο. Υπάρχει κάποιο νήμα που συνδέει όλες αυτές τις έννοιες; Πόσο σχετίζεται αυτό με τον κυρίαρχο αστικό βιοϊατρικό και βιοπολιτικό λόγο, όπως διαμορφώθηκε μετά τον δέκατο όγδοο αιώνα;  

Αν υπάρχει ένα τέτοιο νήμα, είναι αυτό της πατριαρχίας-ηθικής-αλήθειας των αφροδισίων, που στόχο έχει την καθυπόταξη των ανυπάκουων και ως εκ τούτου εκθηλυμένων ψυχικά λαϊκών στρωμάτων στο όνομα της ασφάλειας και της υγείας του ανώτερου δυτικοευρωπαϊκού φαλλικού πολιτισμού.

Ο βιοϊατρικός λόγος των νεωτερικών και ύστερων νεωτερικών χρόνων που καταπιάνεται με την καύλα, όσον αφορά την ανάγνωσή μου δεν είναι παρά επανακωδικοποίηση της ηθικής των αφροδισίων, όπως μας την έχει περιγράψει ο Μισέλ Φουκό. Δηλαδή, ένα σύστημα ηθικής το οποίο ταξινομεί τη ζωή σε ενεργητική (υποκείμενο) και παθητική (ανυποκείμενο), αλλά και ένα σύστημα πατριαρχικής ερμηνείας που απαιτεί την υποτέλεια της παθητικής ζωής.

Επομένως, τα υποκείμενα που δεν σέβονται αυτή την ιεραρχία υφίστανται την ασθένεια και τον θάνατο, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους απογόνους τους. Αυτή η ηθική θα εισέλθει, μέσω της καύλας, με την ιατροδικαστική ως δίκαιο και μέσω της ψυχιατροδικαστικής, της βιολογίας, της ανθρωπολογίας, της εγκληματολογίας κ.ά. ως επιστημονική αλήθεια στις ύστερες νεωτερικές κοινωνίες. 

— Από πού και ποιους, επιπλέον, εκπορεύεται αυτός ο λόγος, ποιες πολιτικές και συμφέροντα εξυπηρετεί και πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα; 

Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος εκπορεύεται από την ηθική των αφροδισίων, που είναι αναγκαία για την πατριαρχική-καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, μια και κρατά τον λαό υποτελή στην εξουσία των «αρίστων» ακριβώς μέσα από τον στιγματισμό του λαού σε όχλο και παθητική, λιβιδινική μάζα.

Για να κατανοήσουμε πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στο μεταξύ αλλά και το γιατί –για παράδειγμα το κίνημα των Αγανακτισμένων το 2011 στιγματίστηκε για «εκθηλυσμό»–, πρέπει να προσφύγουμε θεωρώ στο παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας. Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο στους νεωτερικούς χρόνους, ύστερα από το οποίο η αστική τάξη διεκδίκησε ξανά για τον εαυτό της το μονοπώλιο του να είσαι άνθρωπος και προέβαλε, μέσα από τη δαιμονοποίηση των νεκρών κομμουνάρων, τη διεκδίκηση μιας Παγκόσμιας Δημοκρατίας ως φρικτής προοπτικής, ενώ η επανάσταση στιγματίζεται ως ένα γεγονός που υποκινήθηκε από τους ξένους και τις «πόρνες».

Μια τέτοια ερμηνεία προάγει τον ηθικό πανικό εναντίον του «ανήθικου, εκθηλυμένου, λιβιδινικού άλλου», ανοίγοντας έτσι την πόρτα στο πατριαρχικό δίκαιο, τον αστικό βιοϊατρικό λόγο και ένα πολιτικό discourse, όπου η υποτέλεια της καύλας αυτών των εκθηλυμένων θηλυκοτήτων που τολμούν να «επαναστατούν» γίνεται κομμάτι αξιακό στα «νέα» κράτη του Μεσοπολέμου αλλά και σε εκείνα της μεταπολεμικής Ευρώπης. 

Σήμερα αντίστοιχα, που η φτώχεια πλήττει όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού, η Ελλάδα ακολουθεί βήμα-βήμα τη «Μεγάλη Επανεκκίνηση».

Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρώ καθόλου τυχαία τη συζήτηση γύρω από τις φλύαρες γυναίκες και τη διασύνδεσή της με τη θηλυκοκτονία, όπως πρόσφατα ακούσαμε στη δημόσια σφαίρα. Ο στιγματισμός της φλυαρίας που αφορά τις θηλυκότητες αποτελεί κομμάτι του πατριαρχικού discourse που επανακωδικοποιείται για να κλείσει τα στόματα των «από κάτω».

Σήμερα δεν έχουμε τη ζώνη (scold’s bridle) που εφαρμοζόταν τον δέκατο έκτο αιώνα στο στόμα όσων γυναικών τολμούσαν να μην ακολουθήσουν τον δρόμο της σιωπής, ξεριζώνοντας ακόμη και κομμάτια σάρκας. Η υπενθύμιση όμως της γυναικοκτονίας λόγω φλυαρίας δεν ανήκει στο φαντασιακό αλλά σε μια μνήμη που χτίστηκε πάνω στον ανθρώπινο βασανισμό και τη θανάτωση, αφού κάποιες θανατώνονταν από την πόλη με πνιγμό, ενώ την ίδια εποχή εγκαθιδρύεται ο Μεγάλος Εγκλεισμός των γυναικών. 

— Αναφορικά με την Ελλάδα, πότε θα λέγαμε ότι ξεκινά μια συστηματική προσπάθεια κανονικοποίησης και ελέγχου των διαφορετικών σεξουαλικοτήτων, των «εκτροχιασμένων» συμπεριφορών κ.λπ. στο όνομα του κυρίαρχου αφηγήματος περί τάξης και ηθικής; Πόσο ιδεολογικά ουδέτερος ή φορτισμένος αποδεικνύεται ο επιστημονικός λόγος της εποχής, ιατρικός, ψυχιατρικός κ.λπ.;  

Ως αφετηρία θα έθετα το 1871, χρονιά της Παρισινής Κομμούνας. Έλληνες ψυχιατροδικαστές, εγκληματολόγοι κ.λπ. που σπούδαζαν στη Γαλλία και ειδικότερα στο Γενικό Νοσοκομείο του Παρισιού μετέφεραν, μετά την παλινόρθωση του καθεστώτος, την αστική ηθική στο ελληνικό δίκαιο και στον βιοϊατρικό λόγο.

Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι μπορούμε να μιλάμε για μια ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς μετά το 1871 οργανώνεται μια δίωξη με όρους παγκοσμιοποίησης ενάντια σε αυτό το «ανάξιο» sexualis που στην ουσία συνιστά ένα ανδρόγυνο-γύνανδρο θυμικό, όπως εντοπίζεται από τους ειδικούς ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και τις «άγριες» φυλές.

Έτσι, ενώ το 1834 η «βλάβη των ηθών» περιλάμβανε υποτίθεται τη δίωξη ενάντια στην «παρά φύσιν ακολασίαν», οι μελέτες επισημαίνουν ότι τόσο στην ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή νομική σκέψη αυτή η δίωξη δεν αφορούσε το κράτος και την επιστήμη. Ήταν δηλαδή ένα ζήτημα φιλοσοφικό. 

Αυτό αλλάζει συθέμελα μετά την Παρισινή Κομμούνα. Το κράτος και οι θεσμοί του, κάτω από την ομπρέλα του αστικού βιοϊατρικού λόγου και μάλιστα της ευγονικής ως προτάγματος, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, παρότι υπήρχαν και φωνές που αντιστάθηκαν και γι’ αυτό περιθωριοποιήθηκαν, αναλαμβάνει ρόλο του θηριοδαμαστή που καλείται να κόψει ό,τι περισσεύει ή υπολείπεται, με στόχο [υποτίθεται] το ξερίζωμα της «ανάξιας» ζωής-βίου-sexualis που ευθύνεται για τη φτώχεια, την εξαθλίωση, την ασθένεια (ψυχική και σωματική), τον βίαιο θάνατο και κυρίως τη μη-αναπαραγωγή, αφού αποσκοπεί στην ηδονή.

Έτσι, το δίκαιο του Οιδίποδα επιβάλλεται όχι επειδή είναι δίκαιο αλλά επειδή είναι κοινωνικά αναγκαίο, μια και μόνο μέσω της αναπαραγωγής του είδους «υγιών απογόνων» μπορεί η κοινωνία να αποκτήσει υγεία, ασφάλεια, πρόοδο, εξέλιξη και την πολυπόθητη διαιώνιση. Κάτι που δικαιώνει και τη «θανάτωση» της ανθρώπινης, [υποτίθεται] χαοτικής, λιβιδινικής φύσης, φύλου, σεξουαλικότητας και του ίντερσεξ ως δυνατότητας εντός ενός κοινωνικού συμβολαίου στους ύστερους νεωτερικούς χρόνους, με στόχο τη δημιουργία του «κοινωνικού» άτρωτου όντος. 

— Γράφεις ότι η «καύλα» ταυτίστηκε με τον υποτιθέμενο ανήθικο, «λιβιδινικό» βίο των λαϊκών στρωμάτων και των «πρωτόγονων» ενστίκτων τους, εργαλειοποιήθηκε δε από τις κυρίαρχες τάξεις μετά την Παρισινή Κομμούνα και τουλάχιστον μέχρι τον Β' Παγκόσμιο. Γιατί έγινε αυτό και σε ποιο βαθμό συνέβη και αντίστροφα; 

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι δεν διώκεται η σεξουαλικότητα αλλά το sexualis (επιθυμία, θυμικό, καύλα), όπως αυτό εντοπίζεται ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, στις ιερόδουλες, στις μαύρες, στους μαύρους, στους κίναιδους, στις τριβάδες. Όταν ψυχιατροδικαστές όπως οι Ζαν Μαρτίν Σαρκό, Βαλεντίν Μανιά, Κραφτ Έμπινγκ, Χάβελοκ Έλλις και Άλμπερτ Μολ αναφέρονται στην ψυχοπάθεια sexualis και libido sexualis, αναφέρονται στην ελεύθερη-κοινή-ανδρόγυνη-γύνανδρη ζωή-βίο που αρνείται να υποταχτεί στην αστική ηθική του λευκού Δυτικοευρωπαϊκού Αστού Υποκειμένου και τολμά να διαπερνά τα όρια της ηθικής των αφροδισίων, αναστρέφοντας την αυθαίρετη αλήθεια άρρεν-θήλυ.

Αυτή η βιομάζα, που εντοπίζεται από τον κυρίαρχο βιοϊατρικό λόγο ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, την κοινή ζωή και τις άγριες φυλές, αποτελεί την ανήθικη φυλή-ανάξια ζωή που πλήττεται από την ψυχοπάθεια του sexualis, αφού κίνητρό της αποτελεί η καύλα για ηδονή και όχι το ενδιαφέρον για την αναπαραγωγή του είδους, ενώ αδιαφορεί για την έννοια της κανονικότητας, δηλαδή την υπακοή σε αυθαίρετα πατριαρχικά, ταξικά και σεξιστικά πρότυπα.

Για τους ειδικούς, αυτό αναδεικνύει τον «ψυχοσεξουαλικό ερμαφροδιτισμό» των εν λόγω υποκειμένων και την παράνοιά τους. Άλλωστε, ποιο είδος, σύμφωνα με αυτόν τον λόγο, δεν επιδιώκει τη διαιώνιση μέσω απογόνων; Αυτό αποτελεί και το κύριο επιστημονικό επιχείρημα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και τον Μεσοπόλεμο. 

Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και αν κατηγορούνται οι αριστοκράτες και οι μεγαλοαστοί για έκλυτο βίο, αυτό γίνεται σε ένα διττό επίπεδο. Αφενός, ως μέλος της «άξιας» ζωής, μπορεί ο «ανώτερος εκφυλισμένος», αν το επιθυμεί, να θεραπευτεί και αφετέρου το δίκαιο επ’ ουδενί δεν θα διώξει αυτό το ον που θεωρείται ότι σε μια στιγμή της ζωής του παρεξέκλινε, χωρίς όμως η προσωπικότητά του να έχει αλλοιωθεί. Με δυο λόγια, ο μεγαλοαστός μπροστά στο κράτος παραμένει άνθρωπος. Έτσι, αφενός το δίκαιο διαχειρίζεται εντελώς διαφορετικά τους ανθρώπους, ανάλογα με την τάξη τους, όπως προκύπτει τόσο από τις εφημερίδες όσο και από τα αστυνομικά αρχεία στον Μεσοπόλεμο.

Για παράδειγμα, ο «κίναιδος» που προέρχεται από τα λαϊκά στρώματα και αντιπροσωπεύει την παθητική ζωή συλλαμβάνεται για επαιτεία και ληστεία και όχι για σεξεργασία, ενώ ο αστός, με τον οποίο συνευρέθηκε, αφήνεται ελεύθερος και μάλιστα περιγράφεται ως το θύμα που ο «κίναιδος» αποπλάνησε με στόχο την κλοπή.

Αφετέρου, η όποια κριτική γίνεται ασκείται μέσω του αστικού βιοϊατρικού λόγου. Έτσι, ακόμη και αν οι «από κάτω» θα ήθελαν να κάνουν κριτική στον έκλυτο βίο, ο βιοϊατρικός λόγος και το κράτος θα φιλτράρουν αυτή την κριτική μέσω της ταξικής, σεξιστικής, αστικής ηθικής-κανονικότητας-δικαίου, ταξινομώντας την καύλα σε «άξια» και «ανάξια».

— Γιατί άραγε η Οκτωβριανή Επανάσταση και το κομμουνιστικό κίνημα, ενώ αρχικά ευνόησαν την αυτοδιάθεση του σώματος, γρήγορα υιοθέτησαν θέσεις πολύ πιο συντηρητικές, υπερθεματίζοντας σε αστική ηθική; 

Όπως λέει και ο Έντσο Τραβέρσο, ο κομμουνισμός πρέπει να κατανοηθεί σε όλη του την πολυπλοκότητα ως επανάσταση και καθεστώς, ως κίνητρο για τον αντιαποικιοκρατισμό και ως εναλλακτική μορφή σοσιαλδημοκρατίας, αλλά –προσθέτω– και ως ένα καθεστώς που δεν κατάφερε να απαλλαχθεί από την πατριαρχική δυϊστική ερμηνεία-ταξινόμηση της ζωής και άρα και της αστικής πατριαρχικής ηθικής. Η αποδοχή των 21 θέσεων του Λένιν που ενίσχυαν την εξουσία των κομμουνιστικών κομμάτων επί των μελών τους είναι το πρώτο αξιομνημόνευτο στοιχείο.

yke1Το δεύτερο είναι η τακτική του Στάλιν, ο οποίος για την ενίσχυση της εκβιομηχάνισης της χώρας ενσωμάτωσε τον αστικό βιοϊατρικό λόγο στο όνομα ενός σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Τα δύο αυτά στοιχεία υποδήλωναν ότι το όραμα της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν καταδικασμένο να αποτύχει μετά και τη διάλυση του Προλετκούλτ. Ο μεγάλος νικητής μετά τον Β’ Παγκόσμιο είναι η παγκοσμιοποίηση της αστικής ηθικής ως κανονικότητας. 

— Ποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ερωτική ποίηση και η επιστολογραφία του Κωστή Παλαμά που εξετάζονται στο παρόν βιβλίο; 

Η κριτική του Ά. Δόξα (Ν. Δρακουλίδη) αναφορικά με την επιστολογραφία του Κ. Παλαμά, η οποία έλαβε και τα εύσημα των συναδέλφων του ψυχιάτρων-ψυχαναλυτών της εποχής του, όπως παρουσιάζει στον τόμο ο Γ. Κόκκινος, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα γιατί σηματοδοτεί, πιστεύω, την επανακωδικοποίηση της πατριαρχίας στον Μεσοπόλεμο και μεταπολεμικά.

Αυτή η ερωτική ποίηση, η οποία, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει ο Κόκκινος, αναφέρεται στην ένσαρκη-άσημη-κοινή-δημόσια γυναίκα/πόρνη, η οποία δεν ζητά να εξιλεωθεί από τις «αμαρτίες» της ούτε επιθυμεί ν’ αλλάξει ζωή, δεν είναι παρά αυτή η εκθηλυμένη, ζωώδης ζωή που θέτει το αστικό οικοδόμημα σε κίνδυνο. Μια και αυτή η γυναίκα αφενός δεν ντρέπεται και αφετέρου σε αυτή την ερωτική ποίηση η υποκειμενικότητα που κατακλύζεται από τύψεις είναι ο ποιητής-πελάτης.

Ο τελευταίος δεν μπορεί να γευτεί τα θέλγητρά της, αφού είναι προσδεμένος στην αστική ηθική. Με δυο λόγια, αυτή η ποίηση αναφέρεται στην απόλυτη αναστροφή της ηθικής των αφροδισίων – γι' αυτό εξάλλου οι πρωταγωνιστές της, ποιητής και πόρνη, πλήττονται από την ασθένεια ως «κοινές ζωές». 

Έτσι, αυτή η ερωτική ποίηση αντιμετωπίζεται ως ψυχονευρωτική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαμόρφωση μιας ενσυναίσθησης που απαιτεί διαρκώς από το «κοινωνικό ον» την επιτελεστικότητα της αστικής ηθικής στο όνομα της ψυχικής και σωματικής υγείας, με στόχο [υποτίθεται] την ίαση από τα λιβιδινικά ένστικτα, αλλά κι ενός βιοϊατρικού λόγου που «παθολογικοποιεί» όσα όντα αρνούνται να συμμορφωθούν «στα κελεύσματα των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους».

Εν κατακλείδι, η «ιατρικοποίηση» της ερωτικής ποίησης, τόσο στον Μεσοπόλεμο όσο και μεταπολεμικά, δεν ήταν παρά ένα ακόμη σημείο σ’ ένα πελώριο παζλ της επανακωδικοποίησης της ηθικής των αφροδισίων στους (ύστερους) νεωτερικούς χρόνους, όπου η φαλλική-τοξική αρρενωπότητα, μέσω της «ιατρικοποίησης» της καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής δραστηριότητας, διαπερνά το ον και την κοινωνία όχι με μέσα καταστολής αλλά επανακωδικοποιώντας ένα πατριαρχικό καθεστώς εξουσίας-αλήθειας-ηθικής-κανονικότητας με ηγεμονικό τρόπο πάνω στις ζωές και στις επιθυμίες μας. 

— Πώς συνδέονται οι κουτσαβάκηδες, οι τεντιμπόιδες, οι κίναιδοι, οι πουτάνες και οι μπαϊρακτάρηδες αλλά και οι Λαμπράκηδες με την αστυνόμευση της ανθρώπινης λιβιδώς που αναφέρεις στο κείμενο που ανοίγει το β’ μέρος του βιβλίου; 

Κουτσαβάκηδες, τεντιμπόιδες, κίναιδοι και πουτάνες αναπαριστούν την εκθηλυμένη ζωή-βίο, τα ένστικτα των οποίων, εγκλεισμένα στην περιοχή του Ψυρρή, δηλαδή σε μια λαϊκή συνοικία, πρέπει να καθυποταχθούν από τους μπαϊρακτάρηδες-αστυνομικά όργανα του ελληνικού, φαλλικού, αστικού κοινοβουλευτισμού. Αυτή η επιστημονική αστυνόμευση των ενστίκτων, η οποία αρθρώνεται στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, με το Τμήμα Ηθών να δημιουργείται το 1926, δεν είναι παρά μια τεράστια δίωξη που ενισχύεται και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παίρνοντας τη μορφή μιας φαινομενικής και παράδοξης διαμάχης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1965 ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υποστήριζε στο Κοινοβούλιο πως ένα εξαιρετικά ύπουλο σχέδιο βρισκόταν σε εξέλιξη: νέες κοπέλες, μέλη της Νεολαίας Λαμπράκηδων, χρησιμοποιούνταν ως ερωτικά δολώματα με σκοπό την εξουδετέρωση εθνικόφρονων νέων, έχοντας μάλιστα ιδιαίτερη προτίμηση στους αξιωματικούς ή τους γιους τους, καθώς έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν πρόσβαση στο στράτευμα. 

Αντίστοιχα, οι λέσχες των Λαμπράκηδων προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν ένα αριστερό ήθος, που όμως με τραγικό τρόπο επαναλάμβανε το ηγεμονικό αστικό μοντέλο ηθικής/αλήθειας, επιδιώκοντας μέσα από τις λέσχες την απόσπαση των νέων από τα καφενεία, τη χαρτοπαιξία, τα κακόφημα κέντρα και τα νάιτ κλαμπ ως σημεία διαστροφής.

Με δυο λόγια, όλα τα σημεία συνηγορούν στο να κατανοήσουμε ότι αφενός η πατριαρχία καλά κρατεί στις μέρες μας με τριχοειδείς μορφές σε όλες τις διαστάσεις της ζωής μας και αφετέρου ότι μόνο διαλύοντας πατριαρχικές παραδοχές μπορούμε να οραματιστούμε μια παγκόσμια δημοκρατία με ετεραρχικές κοινωνικές δομές.

yke3— Δεκατέσσερα χρόνια από τα Δεκεμβριανά του '08, πού μπορεί να ανιχνευθεί κινηματικά το τρίπτυχο υγεία - καύλα - επανάσταση και πόσο «δικαιώθηκε» στο μεταξύ;

Ως απάντηση θα παραθέσω μια φράση του Λουκά Θεοδωρακόπουλου: «Οι Νέγροι, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι, οι τρελοί και οι ομοφυλόφιλοι ή μιλάνε τη γλώσσα του λευκού άντρα ή εξοβελίζονται, καρφώνονται στο κοντάρι, πεθαίνουν».

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φωνές ή κινήματα. Λ.χ. το 2013 η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επειδή δεν είχε θεσμοθετήσει σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Το 2011 ο Κ. Πλεύρης καταδικάστηκε για ομοφοβική εξύβριση. Το 2009 δημιουργείται το Πολύχρωμο Σχολείο και το 2010 ιδρύεται το Σωματείο Αλληλεγγύης Τραβεστί Τρανσέξουαλ Ελλάδος (ΣΑΤΤΕ), «πρόδρομος» του ΣΥΔ. Το 2011 δημιουργείται η Colour Youth, ενώ εμφανίζονται αυτοοργανωμένες φεμινιστικές-queer οργανώσεις που φέρνουν έναν δυναμικό νέο λόγο και όραμα, θέτοντας από τα «κάτω» την απόκτηση της γνώσης ως κοινό αγαθό. Ακόμα πιο πρόσφατα, το 2021, δημιουργείται το Σωματείο Intersex Greece. Επιπρόσθετα, έχουμε τη δημιουργία ομάδων που στόχο έχουν την αυτομόρφωση, όπως το Μωβ Καφενείο (2009-2017), ενώ βλέπουμε κι άλλες προσπάθειες διασύνδεσης της ακαδημίας με τον πληθυσμό σε μια απόπειρα να εδραιωθούν γέφυρες επικοινωνίας. 

Ωστόσο, η δίωξη των οροθετικών γυναικών και των τρανς εργαζόμενων στο σεξ (2012),  η σύσταση επιτροπών για τη σεξεργασία χωρίς τη συμμετοχή σεξεργατών/-τριών (2017) και η σύσταση επιτροπής για την αναγνώριση της ταυτότητας  φύλου (2017) χωρίς τη συμπερίληψη των ίντερσεξ στον νόμο αναδεικνύουν ακριβώς το πόσο η ταξινόμηση της ζωής σε «άξια» και «ανάξια» αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητάς μας.

Έτσι, σε αυτό το κομβικό σημείο βλέπουμε μια σειρά από γεγονότα, λ.χ., θηλυκοκτονίες, να δίνουν το πλαίσιο της κλιμάκωσης της μελέτης και του ελέγχου μιας συνεχούς αστυνόμευσης των ενστίκτων, ενός (υποτιθέμενου) ανθρωπόμορφου τέρατος, ενώ το κράτος καλείται να εισαγάγει μαθήματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Ίσως αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η τελευταία είχε προταθεί ως μέσο επιμόρφωσης για τη μεταξική νεολαία.

Εν κατακλείδι, η εξουσία επιζητά με όλο και πιο αυταρχικά μέτρα αστυνόμευσης τη σιωπή της «καύλας» των λαϊκών στρωμάτων, γι' αυτό ακριβώς θεωρώ ότι το σύνθημα «Υγεία, καύλα και επανάσταση» ως κοινό αγαθό είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Στη 2η φωτό είναι ένα πλάσμα από το χειρόγραφο Decretum Gratiani του 13ου αιώνα με σχόλια του Bartolomeo de Brescia.

Η 3η φωτό είναι ένας πίνακας του Γ.Τσαρούχη (Πειραιάς 1910- Αθήνα,1989) με τίτλο, "Εσατζής συλλαμβάνει το πνεύμα" (1965)

Πηγή:  lifo.gr/culture/vivlio  

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2022 18:35
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση