Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2022 09:41

Βασικό εισόδημα για όλους; Δύο Βέλγοι πανεπιστημιακοί πιστεύουν πως είναι εφικτό

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

van parijs vanderborghtΘοδωρής Αντωνόπουλος. Μπορεί η χορήγηση ενός στάνταρ «μηνιάτικου» σε κάθε πολίτη να μας απαλλάξει από την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης και τον εφιάλτη της ανεργίας, αμβλύνοντας τις ανισότητες και αναβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής μας ή μήπως πρόκειται για «χίμαιρα»; Οι Βέλγοι πανεπιστημιακοί Φ.Β. Παρέις και Γ. Βαντερμπρόχτ πιστεύουν ακράδαντα το πρώτο και εξηγούνται.

Αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη και την ελπίδα για το μέλλον των κοινωνιών μας, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την καθιερωμένη γνώση, να απαλλαγούμε από τις προκαταλήψεις μας και να μάθουμε να ενστερνιζόμαστε ριζοσπαστικές ιδέες. Μια τέτοια ιδέα, απλή αλλά καίρια, είναι ένα άνευ όρων βασικό εισόδημα που να καταβάλλεται προς όλους, σε ατομική βάση, χωρίς προηγούμενο έλεγχο πόρων ή οποιαδήποτε υποχρέωση εργασίας». Έτσι ξεκινούν το πόνημά τους «Βασικό εισόδημα για όλους - Μια ριζοσπαστική όσο και ρεαλιστική πρόταση για μια ελεύθερη κοινωνία» οι Φιλίπ Βαν Παρέις, διδάκτορας Φιλοσοφίας στην Οξφόρδη και Κοινωνικών Επιστημών στη Λουβαίν, καθώς επίσης συνιδρυτής του Basic Income Earth Network (Bien), και Γιανίκ Βαντερμπόρχτ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στη Λουβαίν και τις Βρυξέλλες.

Σε αυτό αναλύουν και διερευνούν διεξοδικά μια ελκυστική όσο και πολυσυζητημένη ιδέα που δεν είναι μεν καινούργια, ξαναμπαίνει όμως δυναμικά στο τραπέζι τα τελευταία χρόνια ως «ανάχωμα» στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων που προκαλούν η συγκέντρωση διαρκώς περισσότερου πλούτου στα χέρια λίγων και η φτωχοποίηση ολοένα μεγαλύτερων πληθυσμιακών στρωμάτων. Ένα χάσμα που επιτείνουν η παρατεταμένη οικονομική όσο και η υγειονομική, πλέον, κρίση που βαθαίνει την πρώτη, συν οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις.  

Ακούγεται πράγματι ιδανική η προοπτική μιας κοινωνίας όπου καθένας και καθεμιά θα μπορούν να συμβάλλουν στην οικονομική δραστηριότητα με τα μέσα που διαθέτουν, σε έναν δε βαθμό και καταπώς επιθυμούν, απολαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την ίδια κοινωνική προστασία με όλους τους συμπολίτες τους. Με τον τρόπο αυτό, παρότι βέβαια οι οικονομικές ανισότητες δεν θα εξαλειφθούν, τουλάχιστον θα αμβλυνθούν, το άγχος της καθημερινής επιβίωσης θα καλμάρει, η παραβατικότητα που σχετίζεται με την ανέχεια θα υποχωρήσει, φρονούν πολλοί υποστηρικτές της. Μήπως όμως κι εδώ ισχύει το «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός» ή μήπως το θέμα δεν είναι πόσο «καθαρός» μπορεί να είναι αυτός ο χρυσός αλλά το πόση αξία θα του προσδώσουμε; Το βασικό εισόδημα, ένα μέτρο που ήδη εφαρμόζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε διάφορες χώρες, έχει το «παράδοξο» να διαθέτει ένθερμους υποστηρικτές αλλά και φανατικούς πολέμιους σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, από τους συντηρητικούς, τους κεντρώους και τους φιλελεύθερους μέχρι τους σοσιαλδημοκράτες, τους «πράσινους» και την επαναστατική αριστερά. Διχασμένοι εξάλλου εμφανίζονται απέναντί του τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες. Για άλλους αποτελεί μια μετεξέλιξη του κοινωνικού συμβολαίου του Ρουσό και του κράτους πρόνοιας, για άλλους πάλι ενθαρρύνει την απραξία και τον «κοινωνικό παρασιτισμό», όπως γενικότερα τα επιδόματα, στην ίδια λογική. Άλλοι θεωρούν πολλαπλά προβληματική την αποσύνδεση της εργασίας από το εισόδημα, άλλοι πάλι τη βρίσκουν – όχι άδικα– έως και απελευθερωτική.

«Το βασικό εισόδημα δεν είναι απλώς ένα έξυπνο μέτρο… είναι επίσης βασικός πυλώνας μιας ελεύθερης κοινωνίας όπου θα κατανέμεται δίκαια σε όλους η πραγματική ελευθερία να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους εντός κι εκτός εργασίας. Αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής πρότασης απέναντι τόσο στον σοσιαλισμό όσο και στον νεοφιλελευθερισμό, μιας ρεαλιστικής ουτοπίας που υπόσχεται πολύ περισσότερα από την απλή διαφύλαξη των κατακτήσεων του παρελθόντος ή την αντίσταση στις επιταγές της παγκόσμιας αγοράς. Αποτελεί κρίσιμο συστατικό του οράματος που χρειαζόμαστε για να μετατρέψουμε τις απειλές σε ευκαιρίες, την παραίτηση σε αποφασιστικότητα και την απελπισία σε ελπίδα», δηλώνουν οι δύο συγγραφείς στην εισαγωγή του βιβλίου. Το ύψος του, λένε, μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε πολίτη, με μόνο προαπαιτούμενο τη φορολογική του δήλωση.

van parijs vanderborght 1Αφού κάνουν μια συνοπτική αναφορά στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, οι Παρέις και Βαντερμπρόχτ συγκρίνουν το καθολικό βασικό εισόδημα με τα «ξαδέρφια» του – αρχικό βασικό κεφάλαιο, αρνητικός φόρος εισοδήματος, φορολογικές εκπτώσεις σε εισοδήματα από εργασία, μισθολογικές επιδοτήσεις, εγγυημένη απασχόληση, εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα με έλεγχο πόρων, συμμετοχικό εισόδημα–, βρίσκοντας ότι πλεονεκτεί. Στη συνέχεια επιχειρούν μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή στην προϊστορία της δημόσιας αρωγής και της κοινωνικής ασφάλισης, από τον Τόμας Μορ, τον Ζαν Λουί Βιβς, την εκκλησιαστική φιλανθρωπία, τα πρώτα δημοτικά προνοιακά προγράμματα (15ος αι.), τους αγγλικούς «Νόμους περί Πτωχών» και τις αντιδράσεις σε αυτούς και γενικότερα στις κοινωνικές πολιτικές από διανοητές όπως οι Τόμας Μάλθους, Φρίντριχ Χέγκελ και Αλέξις ντε Τοκβίλ με επιχειρήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους πολέμιους του βασικού εισοδήματος. Περνούν έπειτα στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, διότι ναι μεν ο όρος «βασικό εισόδημα» καθιερώθηκε με τη σημερινή του έννοια το 1953 από τον George D.H. Cole, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στην Οξφόρδη, η πρώτη όμως περί αυτού νύξη πιστώνεται σε έναν από τους «πατέρες» του Διαφωτισμού, τον Ζαν Ζακ Ρουσό: «Τα χρήματα που έχει κανείς στην κατοχή του είναι το μέσο που οδηγεί στην ελευθερία. Αυτά που πασχίζει να αποκτήσει είναι το μέσο που οδηγεί στη δουλεία», έγραφε στις «Εξομολογήσεις» του, ρήση που κοσμεί και την εισαγωγή του παρόντος βιβλίου.

Η πρώτη συνταγματική κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων έγινε το 1793 από τον Ροβεσπιέρο, με τον επικεφαλής της συντακτικής επιτροπής Κοντορσέ να θέτει επί τάπητος, όντας ήδη διωκόμενος από πολιτικούς του αντιπάλους, την κοινωνική ασφάλιση. Το επαναστατικό εκείνο Σύνταγμα δεν μακροημέρευσε, ούτε και οι δύο προαναφερθέντες. Στο μεταξύ, όμως, και άλλοι μεγάλοι στοχαστές καθώς και οικονομολόγοι φλέρταραν με αυτή την ιδέα, από τον Καντ, τον Φίχτε, τον Τόμας Πέιν, τον Φουριέ και τον Τζον Στιούαρτ Μιλ μέχρι τους πιο σύγχρονους Τζέιμς Μιντ, Μίλτον Φρίντμαν, Τζέιμς Τόμπιν και Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, καθώς επίσης επίσης τους Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Αντρέ Γκορζ, με καθέναν να την προσαρμόζει στη δική του κοσμοθεωρία: ο Φρίντμαν λ.χ. μιλά για έναν «αρνητικό φόρο εισοδήματος», ο Μιντ για καθολικό επίδομα εν είδει κοινωνικού μερίσματος, ο ύστερος Γκορζ θα το εντάξει σε «μια κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, πολύμορφη και πλήρως αυτοδιαχειριζόμενη, όπου όλοι θα μπορούν να εργάζονται μεν, ελάχιστα δε».   

Σε επίπεδο κρατών, η Γερμανία του Μπίσμαρκ ήταν η πρώτη χώρα που θέσπισε την υποχρεωτική ασφάλιση η οποία κάλυπτε ασθένειες, αναπηρίες και συντάξεις γήρατος με τη συμμετοχή εργοδοτών και συνδικαλιστών. Ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς αρχικά αντέδρασε, βλέποντάς τη ως υπονομευτική απόπειρα συμφιλίωσης του καπιταλισμού με το προλεταριάτο. Η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες σύντομα ακολούθησαν, ενώ στις ΗΠΑ η κοινωνική ασφάλιση καθιερώθηκε επί προεδρίας Φ.Ρούσβελτ (1932-1945) – την ίδια περίοδο δρομολογήθηκε και στην Ελλάδα. Όσο για την κοινωνική αρωγή, πρωτοπόρες υπήρξαν ήδη από τη δεκαετία του ’50 οι σκανδιναβικές και οι Κάτω Χώρες. «Σήμερα τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. διαθέτουν κάποια μορφή ελάχιστου εισοδήματος σε εθνικό επίπεδο… βασικές εξαιρέσεις, η Ιταλία και η Ελλάδα», σημειώνουν οι συγγραφείς, με τα εν λόγω προγράμματα, παρά τις διαφορές τους, να αποσκοπούν σε «ένα δίχτυ ασφαλείας για τα νοικοκυριά που δεν έχουν επαρκή εισοδήματα από την εργασία, τις αποταμιεύσεις ή την κοινωνική ασφάλιση». Φαίνεται μάλιστα ότι παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο σε χώρες «με εκτεταμένη ανεπίσημη οικονομία» (Ν. Αφρική, Βραζιλία, Μεξικό, Χιλή κ.ά.).

Αναφορές γίνονται, βεβαίως, και σε χώρες ή διοικητικές ενότητες όπου το βασικό εισόδημα είτε εφαρμόστηκε πειραματικά είτε έχει ήδη καθιερωθεί, όπως η Αλάσκα (ΗΠΑ), η Μανιτόμπα (Καναδάς), η Μάντια Πραντές (Ινδία), το Οτζιβέρο της Ναμίμπια, σε σχετικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες που έλαβαν χώρα στη Γερμανία και το Βέλγιο, καθώς επίσης και σε αντίστοιχα «πειράματα» με τον αρνητικό φόρο εισοδήματος σε Καναδά, Ολλανδία, Φινλανδία και αλλού. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές, οι Ολλανδοί και οι Βραζιλιάνοι Εργατικοί, οι Βρετανοί «Πράσινοι», οι Σκωτσέζοι εθνικιστές, οι Podemos, το Die Linke, το «δικό μας» ΜέΡΑ 25 και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν επίσης υιοθετήσει τέτοιες θέσεις. Οι Ελβετοί, εντούτοις, απέρριψαν το ’16 με δημοψήφισμα τη θέσπιση ενός καθολικού βασικού εισοδήματος με ένα εντυπωσιακό 76,9% κατά, ίσως επειδή δεν το έχουν και τόσο ανάγκη!

Στο κεφάλαιο «Ηθικά Δικαιολογημένο: Λαθρεπιβάτες έναντι δίκαιων μεριδίων» εξετάζονται οι ενστάσεις περί κατάχρησης, διάκρισης ή μεροληψίας τέτοιων πολιτικών και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν άλλα ζητήματα που μπορεί να προκύψουν, όπως η «επιλεκτική μετανάστευση», με τους συγγραφείς να υπερασπίζονται «τον ακριβοδίκαιο χαρακτήρα του βασικού εισοδήματος χωρίς προϋποθέσεις στο όνομα της διανεμητικής δικαιοσύνης» που ιδανικό θα ήταν, λένε, να αποκτήσει οικουμενική εφαρμογή, με τις πλούσιες χώρες να συνδράμουν προς τούτο τις φτωχότερες, ακόμα και εντός πολυεθνικών οντοτήτων όπως η Ε.Ε.

Αφού εκθέτουν μια σειρά ακόμα θέσεις υπέρ και κατά αυτής της πρακτικής, από φιλελεύθερες μέχρι σοσιαλίζουσες, καταπιάνονται με το ερώτημα κατά πόσο, πέρα από την ωφελιμιστική του διάσταση, μπορεί το βασικό εισόδημα να γίνει προϋπόθεση ευτυχίας και ευημερίας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται, ακόμη, και ο ρόλος του σε σχέση με τους φυσικούς πόρους, το χρήμα, την κατανάλωση, το πόσο κοινωνικά δίκαιος αλλά και πολιτικά εφικτός είναι ένας τέτοιος στόχος, πώς τον εκτιμούν κόμματα, συνδικάτα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως και πόσο θα επηρέαζε την αγορά εργασίας, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ανάλογα πάντα με το πώς θα εφαρμοστεί. Από τις πιο ενδιαφέρουσες «τροφές για σκέψη» είναι αφενός η εργασιακή προβληματική, εφόσον η μία άποψη λέει ότι το βασικό εισόδημα θα ενδυναμώσει τη θέση του εργαζόμενου, που δεν θα εξαρτάται απόλυτα πλέον από την εργασία και τον μισθό που λαμβάνει, ενώ η άλλη ότι θα πριμοδοτήσει την εργοδοτική αυθαιρεσία και εκμετάλλευση –φέρνουν μάλιστα ως παράδειγμα το πόσο δημοφιλής είναι η ιδέα αυτή στην ελίτ της Silicon Valley–, αφετέρου η αντίστοιχη φεμινιστική, που παρουσιάζεται επίσης διχασμένη, καθώς η μία πλευρά φρονεί ότι θα ευνοήσει την ανεξαρτησία των γυναικών ενώ η άλλη ότι θα ενισχύσει τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας, κλείνοντάς τις «πίσω στο σπίτι».   

«Είναι όσα υποστηρίζουμε ουτοπικά; Ασφαλώς… Είναι όμως ξεκάθαρο ότι πολλά από αυτά που θεωρούμε σήμερα δεδομένα φάνταζαν κάποτε εξίσου ουτοπικά, όπως η κατάργηση της δουλείας, η φορολόγηση του προσωπικού εισοδήματος, το καθολικό δικαίωμα ψήφου, η δωρεάν παιδεία και η ύπαρξη της Ε.Ε.», γράφουν οι Παρέις – Βαντερμπρόχτ στον επίλογο, συμπληρώνοντας ότι τυχόν εφαρμογή του θα άνοιγε τον δρόμο για πολλές άλλες ουτοπικές αλλαγές. Αντιπαραθέτουν, μάλιστα, τη δική τους ουτοπία στη «νεοφιλελεύθερη ουτοπία της δικτατορίας της αγοράς» του Φρίντριχ Χάγιεκ. «Τα ουτοπικά οράματα δεν αποκτούν σάρκα και οστά σε μια μέρα, όμως μας καθοδηγούν και μας στηρίζουν την προσπάθειά μας. Και θα έρθει κάποτε εκείνη η μέρα που θα αναρωτιόμαστε γιατί χρειάστηκε τόσος καιρός για να βάλουμε κάτω από τα πόδια μας ένα σταθερό έδαφος, πάνω στο οποίο μπορούμε όλοι να σταθούμε. Αυτό που άλλοτε θεωρούνταν φαντασίωση μια χούφτας τρελών θα έχει μετατραπεί σε μη αναστρέψιμο και αυτονόητο επίτευγμα», καταλήγουν.

Πηγή:  lifo.gr/culture/vivlio

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση