Κυριακή, 09 Ιανουαρίου 2022 20:45

Δύο νέοι startuppers μιλούν για τις ευκαιρίες που δημιουργούνται

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

captureΨηφιοποίηση και καινοτόμος επιχειρηματικότητα αλλάζουν τη χώρα

 Αισιόδοξοι ότι η Ελλάδα μπορεί να μετασχηματιστεί και να ακολουθήσει τις τεχνολογικές εξελίξεις είναι ο Βαγγέλης Σκουλάς, υπεύθυνος τεχνολογίας και συνιδρυτής της Biomimetic, spinoff του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας στο Ηράκλειο Κρήτης και η Αφροδίτη Κονιδάρη, συνιδρύτρια και CEO της νεοφυούς επιχείρησης Tendertec, η οποία έχει δημιουργήσει έναν ψηφιακό φροντιστή ασθενών.

 Στη σκιά της πανδημίας και των αναταραχών που έχει προκαλέσει σε όλο τον κόσμο εδώ και περίπου δύο χρόνια, νέοι επιχειρηματίες ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στη γενιά τους, στο ταλέντο των Ελλήνων επιστημόνων και τις ευκαιρίες που προσφέρει αυτή η ζοφερή περίοδος προκειμένου η χώρα μας να καταφέρει να μετασχηματιστεί και να ακολουθήσει τις τεχνολογικές εξελίξεις. 

  Έχοντας ολοκληρώσει τις διδακτορικές τους σπουδές σε Ουαλία και Ελλάδα, δύο νέοι επιχειρηματίες – συνιδρυτές νεοφυών επιχειρήσεων, η Αφροδίτη Κονιδάρη και ο Βαγγέλης Σκουλάς, αποτιμούν θετικά τη χρονιά που εκπνέει, παραδεχόμενοι πως το τελευταίο διάστημα η Eλλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα σε τομείς, που πλέον αποδεικνύονται απαραίτητοι για την ουσιαστική ανάπτυξή της.

Αυτοί δεν είναι άλλοι από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά και την καινοτόμο επιχειρηματικότητα, τομείς σχεδόν ανύπαρκτους στη χώρα μας πριν από μερικά χρόνια. Κατά τους ίδιους, ωστόσο, χρόνια προβλήματα ανακόπτουν αυτή την ανοδική πορεία. Ανάμεσα σε αυτά, η ελλιπής στήριξη της έρευνας από ελληνικά κονδύλια, το περίπλοκο φορολογικό σύστημα, τα αυξημένα κόστη για εισαγωγές εξαρτημάτων με σκοπό να δημιουργηθούν προϊόντα hardware, η γραφειοκρατία κ.ά.

«Είμαι αισιόδοξη βλέποντας τις επενδύσεις που γίνονται στη χώρα μας, οι οποίες ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας πάνω σε νέα αντικείμενα. Νιώθω ικανοποίηση γνωρίζοντας νέους ανθρώπους από το εξωτερικό που επέλεξαν να εγκατασταθούν και να αγαπήσουν την Ελλάδα», αναφέρει στην Δέσποινα Κόντη η δρ Αφροδίτη Κονιδάρη, συνιδρύτρια και CEO της νεοφυούς επιχείρησης Tendertec, η οποία έχει δημιουργήσει έναν ψηφιακό φροντιστή ασθενών, το CareBox, που συλλέγει και αναλύει δεδομένα από θερμικούς αισθητήρες.

 

Αυτοί οι θερμικοί αισθητήρες καταγράφουν τις καθημερινές δραστηριότητες των ασθενών μέσα στο σπίτι (ανίχνευση πτώσεων, διαταραχών ύπνου κ.λπ.) και παράγονται από την ίδια την εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έπειτα ενημερώνεται η οικογένεια και οι επαγγελματίες υγείας μέσω ενός ψηφιακού ημερολογίου που παρέχει το CareΒox για τις καθημερινές δραστηριότητές τους ή για έκτακτα περιστατικά (π.χ. πτώσεις) ώστε να καταγραφούν σταδιακές αλλαγές στη συμπεριφορά τους οι οποίες ενδέχεται να υποδηλώνουν διαταραχή της κατάστασής τους.

Η εταιρεία, που έχει χρηματοδοτηθεί από το ελληνικό fund Metavallon VC, διατηρεί εργαστήριο έρευνας και ανάπτυξης λογισμικού και άλλων υπηρεσιών στην Ελλάδα, ενώ στην Ουαλλία αναπτύσσει το hardware, αλλά και ένα κομμάτι της έρευνας και ανάπτυξης υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης.

Αν και όλα ξεκίνησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κ. Κονιδάρη λόγω και του Brexit και των αλλαγών στις τελωνειακές σχέσεις Βρετανίας – Ευρώπης, αναζητεί μέρος για να μεταφέρει ένα κομμάτι από την τεχνολογία hardware που αναπτύσσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή η συγκυρία αποτελεί ευκαιρία για την Ελλάδα. Ωστόσο, η συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος hardware εδώ είναι δύσκολη υπόθεση: «Οι περισσότερες IoT/Connected hardware startups χρησιμοποιούν έτοιμα (off the shelf) εξαρτήματα και η πολυπλοκότητα των προϊόντων τους έγκειται στον σχεδιασμό και την κατασκευή της πλακέτας που τα ενσωματώνει όλα μαζί, στον σχεδιασμό και την κατασκευή του περιβλήματος και την τελική συναρμολόγηση».

 Για να επιτευχθεί αυτό στη χώρα μας, κάτι που γίνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη συνεργασία και άλλων μονάδων παραγωγής, η κ. Κονιδάρη τονίζει πως θα πρέπει να απλοποιηθούν οι διαδικασίες εισαγωγής και εξαρτημάτων ευρείας χρήσης, αλλά και να οργανωθούν γραφεία διασύνδεσης ώστε οι startups να μπορούν εύκολα να συνεργαστούν με μονάδες παραγωγής αλλά και πανεπιστήμια για τον σχεδιασμό και την παραγωγή hardware: «Με την τηλεργασία βρίσκω τον εαυτό μου να περνά περισσότερο χρόνο στην Ελλάδα, όμως θα χρειαστούν βελτιώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον για να καταστεί η χώρα πιο ελκυστική προς τις επιχειρήσεις και σε όσους μετανάστευσαν».

Κατά την ίδια, ο ψηφιακός μετασχηματισμός έχει προσφέρει διευκολύνσεις στην εταιρεία και συνιστά πραγματική «πηγή αισιοδοξίας» για το μέλλον της χώρας. Ωστόσο, «ο χρόνος που αφιερώνουμε για τη διεκπεραίωση υποχρεώσεων (λογιστικά, φορολογικά, μισθοδοσία, νομικά) σε μηνιαία βάση είναι τριπλάσιος σε σύγκριση με το Ηνωμένο Βασίλειο, ξοδεύοντας τα διπλάσια χρήματα».

Με τη σειρά του ο Βαγγέλης Σκουλάς, υπεύθυνος τεχνολογίας και συνιδρυτής της Biomimetic, spinoff του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας στο Ηράκλειο της Κρήτης, εναποθέτει τις ελπίδες του στους νέους και στις δυνατότητες που έχει η δική του γενιά για να αλλάξει ριζικά τη χώρα. «Εχω πολλές ελπίδες και είμαι αισιόδοξος πως αυτή η γενιά θα πάει την Ελλάδα μπροστά», αναφέρει στην «Κ», διακρίνοντας τελευταία σημάδια προόδου του οικοσυστήματος καινοτομίας και γενικότερα της χώρας.

Ωστόσο, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό και βλέποντας πόσο υποστηρίζουν άλλες χώρες την έρευνα, ο κ. Σκουλάς τονίζει πως η Ελλάδα πρέπει να κάνει πολλά βήματα σε αυτόν τον τομέα.  «Χωρίς την υποστήριξη της έρευνας δεν μπορεί να υπάρξει καινοτόμος επιχειρηματικότητα», δηλώνει, εκφράζοντας την ανησυχία πως η έρευνα στην Ελλάδα ακόμα «ζει» σχεδόν αποκλειστικά από τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Εχοντας πραγματοποιήσει το διδακτορικό του στο ΙΤΕ και το Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο κ. Σκουλάς είναι συνδημιουργός της Biomimetic, εταιρείας που αναπτύσσει μηχανήματα λέιζερ τα οποία μεταποιούν γυαλί με αντιανακλαστικές ιδιότητες. Η εταιρεία έχει λάβει χρηματοδότηση 900.000 ευρώ από το ελληνικό Big Pi Ventures και η τεχνολογία της αντλεί έμπνευση από τα αντιανακλαστικά φτερά των τζιτζικιών, γεγονός που επιτρέπει στο φως του ήλιου να τα διαπερνά, χωρίς να γίνονται εύκολα ορατά από τους θηρευτές τους.

Μιλώντας για τα βήματα που πρέπει να γίνουν τον επόμενο χρόνο, ο ίδιος δηλώνει πως «εάν η Ελλάδα θέλει να μετατραπεί σε ένα hub που πουλάει και εξάγει τεχνολογία πρέπει να επενδύσει στην έρευνα και τους ανθρώπους της». Οπως περιγράφει, πολλοί Ελληνες επιστήμονες φεύγουν στο εξωτερικό μετά τις διδακτορικές σπουδές τους, παραδεχόμενος πως «κατά πάσα πιθανότητα και εγώ εκεί θα ήμουν, εάν δεν είχα προχωρήσει στη δημιουργία της εταιρείας». Αυτό συμβαίνει διότι οι μισθοί στο εξωτερικό για κάποιον με διδακτορικό είναι τουλάχιστον 3-5 φορές υψηλότεροι, γεγονός που αποτρέπει την προσέλκυση ερευνητών από άλλες χώρες ώστε να καλυφθεί το κενό του brain drain. Τέλος, με λύπη διαπιστώνει πως η ομάδα του εισάγει όλες τις πρώτες ύλες για την παραγωγή των μηχανημάτων –από τα οπτικά μέχρι και τα μηχανικά μέρη–, κάτι που πρέπει από το 2022 και μετά να αντιμετωπιστεί, ώστε να αρχίσει η χώρα να αυτονομείται τεχνολογικά.

Πηγή:  kathimerini.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2022 18:43

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση