Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013 18:09

Μπορεί η ιστορία να επαναλαμβάνεται όχι ως φάρσα αλλά ξανά ως τραγωδία;

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο Παναγής Σκουζές* το 1841 έκατσε και έγραψε ένα χρονικό για τη σκλαβωμένη Αθήνα, την περίοδο του τυράννου Χατζή Αλί Χασεκή**. Το βιβλίο αυτό επανακυκλοφόρησε το 1945 και το 1984. Ο Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής της σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας στο ΑΠΘ,

 

 

διάλεξε αποσπάσματα από αυτό το χρονικό και τα συσχέτισε με την κατάσταση που ζούμε σήμερα. Και παίρνοντας αφορμή από το παρόν κάνει κάποιες μαύρες σκέψεις για το μέλλον μας. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών τη Δευτέρα 22/7/13 και μπορείτε να το διαβάσετε παρακάτω ή και πατώντας  εδώ. 

Πιθανόν κάποιους αμαθείς ή αθώους να τους ξενίσει η εν καιρώ "ειρήνης" βαρβαρότητα που εδώ φαίνεται να πηγάζει από μία μανιακή διάθεση κατοχής υλικών αγαθών. Αλλά αυτό είναι ένα στοιχείο που διατρέχει όλους τους πολιτισμούς. Πάντα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες υπάρχουν άνθρωποι που μασουριάζουνε με κάθε μέσον που έχουν στη διάθεσή τους και που τίποτα δεν τους σταματάει. Δεν ξέρω αν αυτή η διάθεση κατοχής γιατρεύεται. Όμως και κάτι άλλο μιλάει εδώ και μας λέει " μη γελάτε, είμαι το κεφάλαιο και δεν έχω ούτε πατρίδα, ούτε θρησκεία, ούτε ομάδα και το μόνο που είμαι είναι ν'αυξάνoμαι επ'άπειρον". Πέρα από αυτά τα μαύρα, πιστεύω πως όλοι θα έχουμε ξεχωρίσει αρκετούς ανθρώπους, συνηθισμένους ανθρώπους, συχνά μπερδεμένους, μερικές φορές απελπισμένους, που ζουν μέσα σ'αυτήν την ατομικίστικη και καταναλωτική κοινωνία. Και τους ξεχωρίζουμε γιατί δίχως να είναι ξενέρωτοι και μακριά από τις απολαύσεις, οι μέσα τους άνεμοι οδηγούν τη ζωή τους σε πράξεις που διαφέρουν όσο η μέρα από τη νύχτα απ' αυτές των αρπακτικών. Έχω ακούσει επίσης πως υπάρχουν και κάποιοι που σπανίζουν και που πορεύονται με τα ελάχιστα προς σ'έναν ουρανό του τίποτα, σκορπώντας γύρω τους ένα γλυκύτατο φως. Λοιπόν, να εμπνεόμαστε από αυτές τις δύο ομάδες συνανθρώπων μας; Γιατί όχι;   

 

 

* Ο Πανγιώτης Σκουζές γεννήθηκε στην Αθήνα το 1777 και ήταν γιος του Δημητρίου Σκουζέ και της Σαμαλτάνας Παναγιωτάτζη. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και την δυστυχία λόγω της οικονομικής δυσπραγίας του πατέρα του αλλά και λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Αρχικά έκανε διάφορες δουλειές και το 1804 έγινε ναύτης.

Ταξίδεψε μέχρι την Αμερική και παρακολούθησε τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. Απέκτησε μεγάλη περιουσία και επέστρεψε στην Αθήνα πριν το ξέσπασμα της επανάστασης. Αμέσως επιδόθηκε σε αγορές εκτάσεων γης και ακινήτων καθιστώντας τον σε έναν από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής. Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και το 1822 εκλέχτηκε δημογέροντας της Αθήνας. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες κατά τη διάρκεια της επανάστασης και μετά την απελευθέρωση επιδόθηκε στο εμπόριο. Άνοιξε μάλιστα και δική του τράπεζα.

Το 1841 συνέγραψε τα απομνημονεύματά του, τα οποία αναφέρονται στην ιστορία της Αθήνας στην περίοδο 1772 - 1796. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1848 και γιοι του ήταν οι Γεώργιος και Σπυρίδων Σκουζές.

 
** Το 1772 ο Χατζή Αλί Χασεκί αγόρασε τον Μαλικανέ των Αθηνών και τρία χρόνια αργότερα διορίστηκε βοεβόδας των Αθηνών και ξεκίνησε την επιχείρησή του να βγάλει όσα λεφτά μπορούσε από τους Αθηναίους. Το 1777 ορδές Τουρκαλβανών λυμαίνονταν την περιοχή και ο βοεβόδας με την συμμετοχή των Ελλήνων έκτισε ένα χαμηλό τοίχο γύρω από την πόλη, τον Σερπετζέ, για να προστατεύεται η πόλη. Τότε για το κτίσιμο του τείχους χρησιμοποιήθηκαν πολλά μαρμάρινα και πέτρινα τμήματα από τα αρχαία μνημεία. Η διοίκηση του Χασεκί διήρκεσε 20 σχεδόν χρόνια, μέχρι το 1792 οπότε ο Σουλτάνος τον έδιωξε από βοεβόδα και τον τιμώρησε, μετά από πολλά παράπονα των Αθηναίων.

 

Εικόνες από το μακρινό χθες και το επερχόμενο αύριο.

 

«Αφού εδιαλύθη η συνέλευσις, έκαμαν οι άρχοντες κοτζιαμπάσηδες, οπαδοί και κόλακες του τυράνου, μιαν ομολογίαν, ότι χρωστεί το κοινό της Αθήνας, χώρα και χωριά, μοναστήρια και όλοι, του ενδοξότατου και υψηλότατου Χατζή Αλή, εφέντη Μαλικιανέ Σαϊπί μας, γρόσια τετρακόσιες χιλιάδες δι’ άλλα τόσα οπού μας εδάνεισε ως μετρητά και εγγυούμεθα ο εις υπέρ του άλλου, βάζοντας όλα μας τα κτήματα, ακίνητα και κινητά, εις υποθήκην, έως την τελείαν εξόφλησην, με διορίαν μήνας δύο.

 

»Την υπόγραψαν πρώτον οι κοτζιαμπάσηδες, έπειτα ο λαός, τα εσινάφια. Την επικύρωσε και το δικαστήριο.

 

»Ευθύς έβαλε φύλακας εις τας πόρτας, έριξε δόσιμο τόσα γρόσια, κατά την κατάσταση. Κάθε οικογένεια καλή τόσα ξεστιά λάδι, τόσα γρόσια και τόσα ξεστιά. Οι φυλακές εγέμωσαν, αντρίκια φυλακή και γυναίκια φυλακή. Δεν έλειπαν από τας δύο φυλακάς από εκατόν πενήντα έως διακόσιοι πενήντα άντρες και εις τη γυναίκια από εικοσιπέντε έως ογδόντα γυναίκες….

 

»…Εις την αντρίκια φυλακή εκρέμετο ο φάλαγκας. Μετά οχτώ ημέρας της φυλακίσεως, όποιος δεν επλήρωνεν εδέρετο με τες έτοιμες βέργες, οπού οι αγροφύλακες ήτο εις χρέος, κάθε δυο ημέρες, να φέρνουν ένα δεμάτι πικροδάφνες προς ραβδισμόν των φυλακισμένων…

 

»…το χρηματικό ετελείωσε, παρομοίως και τα τζιοβαρικά, στολίδια των γυναικών, ομοίως και το μπακιρικό, οπού το κάθε οσπίτιον, ως και το ελάχιστο οσπίτι, θα είχε πενήντα οκάδες χαλκό. Αλλά, από τα 1788 έως τα 1790, ετελείωσαν όλα από τους δυστυχείς Αθηναίους, όλους, εκτός των οπαδών του τυράνου, χρήματα, ασημικό, μαλαματικό, μαργαριτάριον, χάλκωμα και ψιλικά, ρούχα και τα λοιπά.

 

»Οι άνθρωποι, τόσον οι άντρες, καθώς και αι γυναίκες, ήτον ενδυμένοι ως ζήτουλες, ομού και τα παιδιά: και αν εις κανέναν ήτο τι μεινεσμένο φόρεμα, δεν το έμβαζε, διότι άμα τον έβλεπαν, του έβαζαν βάρος δοσίματος περισσότερο….

 

»Ο τύρανος εξόδευε, ύστερον οι Αθηναίοι τα επλήρωναν. Οταν εκινούντο εις αγωγήν, εξόδευαν και αυτοί, αλλά εξόδευε και αυτός – τους τα έπαιρνε τρίδιπλα. Οι άνθρωποι από την τυρανία και φόβο του τυράνου υποκοντρίασαν, οι γεροντότεροι απόθαναν, εδυστύχησαν, εχαύνωσαν. Το θανατικό, εις τα 1788, έκαμε φθοράν πολλή.

 

»Αφού όλη αυτή η δυστυχία ήρθεν εις τους Αθηναίους, εγνώρισε ο τύρανος, πως δεν υπάρχει πλέον χρηματικό, διότι οι Αθηναίοι τελείωσαν τα πάντα, οπού ήρχοντο από άλλες πολιτείες επίτηδες, άνθρωποι και τα αγόραζαν. Ηκούστη, ότι εις Αθήνα πωλιούνται ευθηνά….

 

»Αρχισε ο τύρανος και αγόραζε κτήματα, παίρνοντας του καθενός το κτήμα, τα χρήματα από τα χέρια του πωλητού….. Η Αθήνα ήτον ως τριάντα έξη μαχαλάδες, ενορίες. Οποιος έφευγε από αυτή την ενορία, το δόσιμο αυτουνού ήτον εις χρέος να το πληρώσουν οι ενορίτες όλοι. Οι ενορίτες τι έκαμαν; Ανοιγαν το σπίτι του φευγάτου, αλλά τίποτες δεν έβρισκαν μέσα, ή μήπως και πριν φύγει είχε και τίποτες; … Εκατέβαζαν τα κεραμίδια της σκεπής των οσπιτιών και ξυλική, και τα επουλούσαν, διότι ακίνητο πράγμα δεν επουλιόντο, μήτε κανένας το αγόραζε, ήτον όμως απελπισμένοι οι Αθηναίοι, αλλά πλέον ήλπιζαν εξ ύψους βοήθειαν….» (Παναγή Σκουζέ, «Χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας στα χρόνια του Χατζαλή», Αθήνα, 1841- επανέκδοση 1948, 1984). Στην τότε τραγική ιστορία των Αθηναίων υπήρξε «ευτυχές τέλος»! Η τυραννία του Χατζή Αλή Χασεκή τέλειωσε στα 1795, με τον τρόπο που τελειώνουν όλες οι «ιστορίες επιτυχίας» στον κόσμο των Οθωμανών: εξόριστος στην Κω αποκεφαλίστηκε έπειτα από παρέμβαση του Πατριάρχη στην Πύλη και το αλατισμένο κεφάλι του κατέληξε στην Μπαμί-Χουμαί, στην Κόχη της Ντροπής, στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου έβρισκαν θέση όλα τα κεφάλια των εχθρών του σουλτάνου. Μη φανταστείτε, όμως, ότι το τέλος της τυραννίας ήταν για όλους ευτυχές. Οι Αθηναίοι που ξεγυμνώθηκαν για να αποπληρώσουν το χρέος που οι χριστιανοί προύχοντες –πιστοί συνεργάτες του τυράννου Χασεκή– επέβαλαν στους ομοθρήσκους τους –όπως και στους αλλόθρησκους ταπεινούς της πόλης– δεν επανέκτησαν τίποτα από τις χαμένες περιουσίες τους. Αυτά, θα λέγαμε στον σημερινό μας κόσμο, έγιναν «συγκέντρωση κεφαλαίου» και εκποιήθηκαν από την εξουσία σε ισχυρούς της πολιτικής και του πλούτου. Ούτε οι φίλοι του Χασεκή έχασαν υπερβολικά. Ελίχθηκαν αποτελεσματικά και πολύ γρήγορα ξαναβρέθηκαν, οι περισσότεροι, στους εκλεκτούς κύκλους που κυβέρνησαν έκτοτε την πόλη.

 

Από τα μεγάλα έργα του Χασεκή, εκείνο που στη συνέχεια εντυπωσίαζε τους επισκέπτες της πόλης ήταν το τείχος που έζωνε πλέον τις συνοικίες της. Χτίστηκε με πρόσχημα την άμυνα της πόλης, στην πραγματικότητα, όμως, όπως απέδειξαν τα γεγονότα του 1821, στην Ελληνική Επανάσταση, το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα, κακοσχεδιασμένο, είχε ελάχιστη στρατιωτική αξία. Αντίθετα, στο ενδιάμεσο, είχε τεράστια οικονομική σημασία. Τα διόδια που πλήρωναν άνθρωποι, ζώα και αγαθά για να περάσουν τις πύλες του, αποδείχθηκαν σταθερή πηγή εσόδων για την τυραννική εξουσία του Χασεκή, όσο και για τη λιγότερο τυραννική που την ακολούθησε.

 

Θυμήθηκα την παλιά ιστορία του Χασεκή ξεφυλλίζοντας τον πρόσφατο ελληνικό Τύπο. Στους πέντε μήνες που απόμειναν στο σωτήριο έτος 2013, οι Ελληνες πλέον –όχι μόνο οι Αθηναίοι– θα κληθούν να πληρώσουν τον Φόρο Εισοδήματος, την Εισφορά Αλληλεγγύης, το Τέλος Επιτηδεύματος, τον (αναδρομικό δύο χρόνων και ενισχυμένο) Φόρο Ακίνητης Περιουσίας, το Εκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων, τον Φόρο Πολυτελείας, από κοινού με όλες τις κλασικές φορολογικές επιβαρύνσεις. Από κοντά και οι ποινές: διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, κατάσχεση μισθού, καταθέσεων, κινητών και ακινήτων, φυλάκιση. Για όλα προβλέπουν οι νόμοι των κοτζιαμπάσηδων στον «νομικό πολιτισμό» που αδιάκοπα παράγουν στην πλάτη των φτωχών, των νεόπτωχων, των κατεστραμμένων, των ανέργων…

 

Μα οπωσδήποτε υπάρχουν πολλές διαφορές στις τότε δυστυχίες του λαού μας και στις σημερινές. Σήμερα, λόγου χάρη, δεν έχουμε Κόχη της Ντροπής. Και των τυράννων τα κεφάλια δεν τα αλατίζουμε… Εκτοτε έχουν εφευρεθεί τα ψυγεία…

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013 12:25
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση