Τρίτη, 04 Μαΐου 2021 11:26

Ο ελληνικός γρίφος των υδρογονανθράκων

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets24Γιάννης ΚιμπουρόπουλοςΟι εξελίξεις που σηματοδοτούν τη σταδιακή εγκατάλειψη της ενεργειακής στρατηγικής δεκαετιών, τα ερωτήματα για την τύχη των χερσαίων και θαλάσσιων «οικοπέδων» εξόρυξης αερίου και πετρελαίου και οι αντιφάσεις της κυβερνητικής στρατηγικής, που δεν είναι σαφές αν επιλέγει ή απλώς ακολουθεί το ρεύμα.

Παρά τις διευκρινίσεις και αναδιατυπώσεις, η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών πριν από μία εβδομάδα ότι «η Ελλάδα δεν σχεδιάζει στο άμεσο μέλλον να γίνει χώρα παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου» συμπυκνώνει μια στρατηγική στροφή. Στροφή που δεν αφορά παρά ελάχιστα τις προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

 Στην πραγματικότητα τις ξεπερνά. Ο Νίκος Δένδιας αποτύπωσε την αντανάκλαση στη χώρα και στα στρατηγικά ενδιαφέροντά της μιας παγκόσμιας τάσης που έχει ξεκινήσει προ πολλού, αλλά η πανδημία την επιτάχυνε και την κατέστησε τελεσίδικη. Της εγκατάλειψης των υδρογονανθράκων ακόμη και από πολυεθνικούς κολοσσούς που για ενάμιση αιώνα εξασφάλισαν την εξόρυξή τους ακόμη και με ποταμούς αίματος.

Αυτό για τα καθ’ ημάς σημαίνει ότι τα 13 χερσαία και θαλάσσια «οικόπεδα» στα οποία έχει χωριστεί περίπου το μισό της ελληνικής επικράτειας -74.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα!- για την έρευνα και εξόρυξη πιθανών κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου, έπειτα από μια υπερδεκαετή ενεργειακή διπλωματία όλων των κυβερνήσεων, ενδέχεται να μείνουν απλές χαράξεις επί χάρτου. Κι αυτό, παρότι μόλις πριν από λίγους μήνες ολοκληρώθηκε η νομοθετική κύρωση των τελευταίων συμβάσεων παραχώρησης των ενεργειακών «οικοπέδων».

Με ολόφρεσκη ακόμη την υπογραφή του προηγούμενου υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κ. Χατζηδάκη σε αυτές τις συμβάσεις, η ισπανική Repsol ήταν η πρώτη που αποχώρησε από τα χερσαία «οικόπεδα» της Δυτικής Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία και Ιωάννινα), στο πλαίσιο της μαζικής αποεπένδυσης που δρομολόγησε στη διάρκεια του 2020, αφήνοντας 14 από τις 34 χώρες όπου που είχε δραστηριότητα έρευνας και εξόρυξης πετρελαίου και αερίου.

Η Repsol δεν είναι η μόνη που επανεξετάζει την παρουσία της στην Ελλάδα. Κατ’ αρχάς η Edison, με συμμετοχή σε δύο συμβάσεις (Πατραϊκός Κόλπος και Δυτική Κέρκυρα), είχε ήδη δρομολογήσει από τα μέσα του 2019 την πώλησή της στην ελληνική Energean, που ενώ εμφανίζει ζημίες στη μόνη εξορυκτική δραστηριότητα στη χώρα, στον Πρίνο, και ενισχύεται κρατικά γι’ αυτό, ταυτόχρονα εξαγόρασε την ιταλική πετρελαϊκή, αλλά και δικαιώματα έρευνας που εγκαταλείπουν άλλες εταιρείες.

Κυρίαρχος μύθος

Τα ΕΛΠΕ, επίσης -όπου κυριαρχεί ο Ομιλος Λάτση (47%)-, τα οποία συμμετέχουν μόνα ή σε κοινοπραξίες σε 8 από τα 13 οικόπεδα έρευνας, έχουν ήδη αποφασίσει να απεμπλακούν και απλώς αναζητούν τη φόρμουλα. Ακόμη και από το βαρύ πυροβολικό, την Total και την ExxonMobil που έχουν (μαζί με τα ΕΛΠΕ) τα τεράστια θαλάσσια «οικόπεδα» της Κρήτης, η πρώτη αποχώρησε διακριτικά από τη Δυτική Κέρκυρα, για να επικεντρωθεί στα νότια κοιτάσματα που «επικοινωνούν» με αυτά της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Κι όλες λίγο-πολύ πιέζουν για παρατάσεις στις σεισμικές έρευνες, που υπόκεινται σε προθεσμίες και ρήτρες.

Αυτές οι εξελίξεις, οι οποίες προφανώς θολώνουν τον κυρίαρχο μύθο της ενεργειακής και όχι μόνο διπλωματίας εδώ και δεκαετίες, περί θησαυρού υδρογονανθράκων στον βυθό του Ιονίου, του Λιβυκού ή του Αιγαίου, που η αποκάλυψή του θα καθιστούσε τη χώρα περιφερειακή υπερδύναμη, είναι το εγχώριο αποτύπωμα της παγκόσμιας μεταστροφής. Στην οποία συντείνουν γεωπολιτικοί, γεωοικονομικοί και τεχνολογικοί παράγοντες.

Πολύ πρόσφατη είναι η εκτίμηση διεθνών δεξαμενών σκέψης ότι η προαναγγελλόμενη εδώ και δεκαετίες «κορύφωση πετρελαίου (peak oil= το μέγιστο παραγωγής που θα σημάνει αντίστροφη μέτρηση για ραγδαία απομείωση των αποθεμάτων) θα έρθει το 2026, στα 101,6 εκατ. βαρέλια, 4 χρόνια νωρίτερα από προηγούμενη εκτίμηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.

Στον αντίποδα αυτής της εξέλιξης, η ηλιακή ενέργεια αυξήθηκε κατά 40% την τελευταία δεκαετία, η αιολική τρέχει αυξανόμενη 17% κάθε δύο χρόνια και συνολικά εκτιμάται ότι οι ΑΠΕ μπορούν πια να προσφέρουν ισχύ έως 100 φορές μεγαλύτερη από την ετήσια παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας. Επομένως, η εκτίμηση για πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στις επόμενες τρεις δεκαετίες φαίνεται ρεαλιστική.

Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα «δούλεψε» μέχρι και πέρσι με την κεκτημένη ταχύτητα των εξορύξεων, χρηματοδοτώντας με 751 δισ. δολάρια τις πετρελαϊκές. Ωστόσο, η επιστροφή των ΗΠΑ του Μπάιντεν στη Συμφωνία για το Κλίμα και, πολύ περισσότερο, το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ αλλάζουν και το μοντέλο χρηματοδότησης της ενέργειας. Η ποσόστωση 37% που επέβαλε η Κομισιόν στους πόρους του Ταμείου που θα κατευθυνθούν στην «πράσινη μετάβαση» και η κάλυψη μεγάλου μέρους του κοινού δανεισμού με τα «πράσινα ομόλογα» αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού και για τις ενεργειακές εταιρείες και για τους χρηματοδότες τους.

Σ’ αυτήν την ενεργειακή διελκυστίνδα δεν είναι βέβαια πάντα σαφές αν την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχει η πολιτική ηγεσία ή οι ορατοί κι αόρατοι υποβολείς της από την επιχειρηματική ελίτ, αλλά αυτό είναι δίλημμα που θυμίζει το αντίστοιχο για το αυγό και την κότα.

Επιχειρηματικά λόμπι

Τέλος, στην περίπλοκη ενεργειακή συνάρτηση μπαίνει και ο πολυδιαφημισμένος αγωγός EastMed, που σειρά γεωπολιτικών και οικονομικών ανατροπών ενδέχεται να του επιφυλάσσουν την τύχη του Nabucco, του χερσαίου αγωγού (ρωσικού) αερίου, που έπειτα από 10 χρόνια σχεδιασμών και πολλά εκατομμύρια επικοινωνιακής σπατάλης υπερνικήθηκε από τον TAP, τον διαδριατικό αγωγό (αζέρικου) αερίου.

Δεν είναι εύκολο να μετρηθεί ο βαθμός επίδρασης καθενός από τους παραπάνω παράγοντες στις ενεργειακές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που είναι αποδέκτης επιρροών από επιχειρηματικά λόμπι φιλικά της μεν, αλλά ενδεχομένως με αντίρροπες στρατηγικές.

Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, έσπευσε να προωθήσει τη βίαιη απολιγνιτοποίηση για να αποδυναμώσει τη δημόσια ΔΕΗ έναντι των ανταγωνιστών της, αλλά την ίδια στιγμή ενισχύει με κρατικές εγγυήσεις αλλά και πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης την Energean, που διακηρύσσει τη φιλοδοξία της να γίνει «ηγέτιδα ανεξάρτητη παραγωγός υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο», πιθανά βασιζόμενη και στη μακρόχρονη και στέρεη προσωπική σχέση των ιδρυτών της με το πρωθυπουργικό περιβάλλον.

Αλλά το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για το λόμπι των ΑΠΕ, στις οποίες μέσω δύο κυρίαρχων ομίλων αναδύεται και ευνοείται με ποικίλους τρόπους από την κυβέρνηση ένα κραυγαλέο «πράσινο» ολιγοπώλιο.

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 04 Μαΐου 2021 17:50

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση