Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015 23:27

Τρώγοντας ψάρια με τα μάτια στο σινεμά

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το θέμα μας "Συνταγές με ιστορία" είναι φανερό ότι δεν τράβηξε, ως δύσκολο; Δεν ξέρω. Μήπως γιατί μαγειρεύουμε όλο και πιο λίγο και τρώμε με όλο και πιο λίγη όρεξη; Που να ξέρω; Ίσως διότι πολλές συνταγές τις ξεσηκώνουμε από την τηλεόραση ή από βιβλία και κατά κανόνα δεν πειραματιζόμαστε όπως οι παλιοί; Πιθανόν.

Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που αδυνατώ να τους σκεφτώ. Είναι βέβαιο πάντως πως ένας λόγος, που δεν έχει να κάνει ειδικά με το θέμα αυτό, είναι γενικά η έλλειψη διάθεσης των πολλών να εκφραστούν γραπτώς ενισχυμένης από ένα απροσδιόριστων γονέων φόβο να εκτεθούν δημόσια μέσω της γραφής. 

Αλλά κι αυτό είναι μία υποκειμενική διαπίστωση που η ερμηνεία της με ξεπερνάει. Να πω κι ένα παράπονο, που το πιο πιθανό είναι ότι προέκυψε εξαιτίας της αποστροφής της συγγραφής. Περίμενα λοιπόν, ακόμα πέντε έξι άρθρα με συνταγές με ιστορίες που μου τις είχαν υποσχεθεί φίλοι και γνωστοί, που τελικά δεν ήρθαν. Αλλά στο κάτω κάτω γι’αυτό υπάρχουν οι φίλοι μας. Για να τους συγχωρούμε όταν αθετούν τις υποσχέσεις τους, που μας τις έδωσαν για να μη μας χαλάσουν το χατήρι.

Σκέφτηκα για κλείσιμο να αναφέρω κάποιες ταινίες που έχουν στο κέντρο τους το μαγείρεμα, τα φαγητά, τις γεύσεις σε συνδυασμό με τις σχέσεις των ανθρώπων που περιστρέφονται σε κουζίνες και τραπέζια. Από στήθους θα αναφερθώ σ’αυτές τις ταινίες που τις παλιές φαίνεται ότι τις θυμάμαι γιατί μου άρεσαν. 

Η τελευταία που είδα σε βίντεο πριν τις γιορτές ήταν το φιλμ «Ένα ταξίδι 30,5 μέτρα μακριά». Με Ινδούς να πρωταγωνιστούν εκτός Ινδίας. Πρόκειται για μια οικογένεια που προσπαθεί να επιβιώσει σε μια επαρχιακή Γαλλική πόλη. Ανοίγοντας ένα παραδοσιακό εστιατόριο σε απόσταση 30,5 μέτρων από ένα γκουρμέ εστιατόριο που έχει βραβευτεί με ένα αστεράκι Michelin ο πόλεμος ξεκινάει. Μια ταινία που ξεχειλίζει από καλά αισθήματα και από προκατασκευασμένες συμπεριφορές είναι δύσκολο να μην την βαρεθείς ακόμα και αν έχει τσιμπήσεις την διάχυτη γραφικότητα που την διαπερνά. Ο 69χρονος Σουηδός Λάσε Χάλστρομ είχε σκηνοθετήσει πριν χρόνια το «Σοκολάτα», μια ταινία με τη σοκολάτα στο κέντρο της, που ήταν σαφώς καλύτερη απ’αυτήν.

Την ίδια εποχή είδα σε βίντεο πάλι, την ινδική ταινία του Ρίτες Μπάτρα «The Lunchbox». Ένα λάθος πλέκει μια ιστορία ανάμεσα σε μία νοικοκυρά και σε ένα χήρο στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης. Το λάθος αποδεικνύεται η κατάλληλη κίνηση εξ αιτίας του κενού στην συζυγική της ζωή και της ανάγκης των δύο πρωταγωνιστών για επικοινωνία και τρυφερότητα. Το λάθος αυτό συνέβη στην παράδοση ενός από τα 200.000 γεύματα που μεταφέρουν καθημερινά εδώ και έναν αιώνα 5000 ταχυδρόμοι στη Βομβάη. Γλυκόπικρη ταινία που πατάει γερά σε μια δουλεμένη έμπνευση. Κατάφερε να με διαπεράσουν οι διαταράξεις κανονικών ανθρώπων και μου πέρασε απαλά μία παλλόμενη πλευρά της Ινδικής ζωής. Τρέιλερ

Τρεις οι ελληνικές που δεν με συγκλόνισαν, αλλά δεν μου ήταν και αδιάφορες. Μου μετάδωσαν έναν ελαφρύ κυματισμό μέσω των σχέσεων και των γεύσεων, απ’αυτούς που σε νανουρίζουν και σε διεγείρουν ευχάριστα, μα δεν ξέρω γιατί δεν κυοφόρησαν καμία τρικυμία. Πρόκειται για τις ταινίες «Η καντίνα» του Σταύρου Καπλανίδη, η « Πολίτικη κουζίνα» του Ρωμιού Τάσου Μπουλμέτη και η «Επικίνδυνες μαγειρικές» του Βασίλη Τσελαμέγκο.

Τη γαλλοισπανική ταινία του Ντάνιελ Κοέν «Ο σεφ και ο σεφ του» την είδα στην τηλεόραση ένα βράδυ που η φασολάδα που είχα κάνει προς το νεροζούμι πήγαινε. Η ταινία όμως δεν κατάφερε να με αποζημιώσει. Είχε πάντως δύο πλευρές. Όσο τριγυρνούσε ο φακός μέσα στην κουζίνα, άχνιζε αυτό το ραφινάτο γαλλικό χιούμορ που σε κάνει να ξεχνάς κάποιες δυσάρεστες σκέψεις. Όταν όμως έβγαινε έξω και μιλούσε για τα προσωπικά των πρωταγωνιστών, μου ερχόταν να κλείσω την τηλεόραση. Δεν το έκανα, αλλά στο τέλος με πήρε ο ύπνος πριν τελειώσει το έργο.

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζον Φάβρο άρχισε κάποια στιγμή στη ζωή του να μαγειρεύει γκουρμέ πιάτα. Αυτή του η ενασχόληση του έδωσε την έμπνευση και τη δύναμη να ολοκληρώσει την ταινία « Chef». Η κάμερα παρακολουθεί ένα σεφ (τον σκηνοθέτη), που από τη στιγμή που απολύεται αποφασίζει να δημιουργήσει μία μετακινούμενη καντίνα με γκουρμέ φαγητά. Ξεκινάει από το Μαϊάμι με σκοπό να φτάσει στο Λος Άντζελες, επιδιώκοντας να αναγνωριστεί ως ένας εξαιρετικός σεφ. Για μερικά πιάτα παρακαλάς να περάσει αυτή η καντίνα από μπροστά σου.  Πέρα απ’αυτό το προτέρημα, η ταινία πιο πολύ ξεφεύγει από τις γνωστές συνταγές και ευκολίες , αποπνέοντας ένα φρέσκο και μυρωδάτο αεράκι. Και χιούμορ έχει και ανάλαφρη είναι, δίχως να καταλήγει στην κατηγορία «χαζή ταινία, χαρά γεμάτη». Τρέιλερ

«Το Μεγάλο φαγοπότι» είναι μια Γαλλική ταινία που δεν ήθελε ν' αφήσει τίποτα όρθιο. Όταν η καταναλωτική συμπεριφορά άρχισε να γίνεται ανεξέλεγκτη  μανία σε μια κοινωνία που ζούσε μέχρι εξαντλήσεως για το παρόν παρασύροντας όλα τα συγκρατήματα των ανθρώπων, τότε προέκυψε το μεγάλο φαγοπότι. Στην εποχή της η ταινία αυτή του Ιταλού Μάρκο Φερέρι είχε κάνει μεγάλο ντόρο. Η ιστορία μιλάει για τέσσερις φίλους στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 που αποφασίζουν να «αυτοκτονήσουν» τρώγοντας και κάνοντας έρωτα ασταμάτητα. Γι’αυτό κλείνονται σε μία βίλα επιδιώκοντας το θάνατό τους μέσα από την υπερβολή. Σ’αυτό το θανατηφόρο κατήφορο η ποσότητα εξορίζει την ποιότητα και η ύλη το πνεύμα. Αναπόφευκτα λοιπόν το παιχνίδι το κερδίζει ο θάνατος και το χάνει ο έρωτας για τη ζωή. Δε θυμάμαι να μου είχε δημιουργήσει σκέψεις βουτηγμένες σε συναισθήματα. Θυμάμαι ότι στο τσακ ήμουν να βαρεθώ, αλλά το δόλωμα της πρόκλησης και το γεγονός ότι εκτιμούσα τον Φερέρι, με κρατούσε στη θέση μου.

Ο Μάικλ Γουιντερμπότομ, με «Το ταξίδι», έφτιαξε ένα γευστικό-road movie. Την ταινία την είδα σε βίντεο και συνεχώς ήμουν στην κόψη του ξυραφιού to close or not to close. Ο πρωταγωνιστής του, ένας αξιοσέβαστος κριτικός γαστρονομίας, ταξιδεύει μαζί με έναν παλιό του φίλο, σε διάφορα εστιατόρια της Βόρειας Αγγλίας. Σε αυτή την περίπτωση, το κρυφό μπαχαρικό που συνοδεύει τους γευστικούς πειρασμούς, δεν είναι παρά το βρετανικό χιούμορ. Άλλοτε αφόρητο κι άλλοτε πνευματώδες. Δε θα την ξαναδώ ακόμα και αν με πληρώνουν γιατί ούτε μια γυναίκα δεν είναι παρούσα.

Η πρώτη ταινία που είδα στη ζωή μου με φαγητά και που ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της η προετοιμασία ενός γεύματος, ήταν «Η γιορτή της Μπαμπέτ». Μια έξοχη ταινία που με το ζόρι πήγα να την δω. Και τώρα που γράφω γι’αυτήν μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να την ξαναδώ μετά από τόσα χρόνια που την είχα ξεχάσει. Πρόκειται για μία δανέζικη ταινία που αφηγείται έξοχα την ιστορία της Μπαμπέτ, μιας Γαλλίδας προσφυγοπούλας εξ αιτίας της κομμούνας του Παρισιού, που μια μέρα φτάνει σε ένα Δανέζικο χωριό. Εκεί δύο μεγάλες αδελφές, κόρες του νεκρού παπά που συνεχίζουν το έργο του, την προσλαμβάνουν ως οικονόμο του σπιτιού τους. Το χωριό είναι μία κλειστή προτεστάντικη κοινότητα από όπου έχει εξοριστεί η χαρά. Όταν μετά από χρόνια  η Μπαμπέτ κερδίζει ένα λαχείο αποφασίζει να μαγειρέψει για όλο το χωριό. Με τη βοήθεια ενός στρατηγού που συμμετέχει στο δείπνο καταφέρνει να φέρει αντιμέτωπα τα "πρέπει" των χωρικών με την ηδονή της γεύσης και την δημόσια έκφραση των συναισθημάτων τους. Την ταινία τη σκηνοθέτησε ο Δανός Γκαμπριέλ Άλεξ, βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Κάρεν Μπελίξεν και κέρδισε το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 1988. Σ’αυτήν την ταινία χρωστάω, διότι κατάφερε να μου ξεκλειδώσει τις αμπάρες όπου κρατούσαν απ’έξω τα γκουρμέ πιάτα. Τα ειρωνευόμουνα ο άσχετος δίχως να τα έχω δοκιμάσει ποτέ μου, λόγω μιας κακώς ευνοούμενης λαϊκότητας που είχε τον ίδιο παρανομαστή με την απόρριψη π.χ του Μπετόβεν ως πεμπτουσία της αστικής κουλτούρας. Νεανικές χαζομάρες.  Τρέιλερ  .

Δεν θυμάμαι να είδα άλλες ταινίες για το φαγητό. Έχω ακούσει πως στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι ταινίες: «Γυναίκα από πάνω» με την Πενέλοπε Κρούθ , «Η υψηλή μαγειρική» που αναφέρεται στη μαγείρισσα του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιτεράν,  η «Τζούλι και Τζούλια» που ίσως και να την είδα εξ αιτίας της πάντα καταπληκτικής Μέριλ Στριπ και  «Το δείπνο μου με τον Αντρέ» του Λουί Μάλ. Τέλος το "Soul Kitchen", του μεγαλωμένου στη Γερμανία Τούρκου σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν, όπου ο πρωταγωνιστής στην ταινία και στην πραγματικότητα είναι ένας Έλληνας μετανάστης, είναι μία πολύ δυνατή ταινία, αλλά δεν την εντάσσω στην κατηγορία που έχουν στον πυρήνα τους το φαγητό. 

Αν πάλι ερωτευόμουνα θα ψήφιζα να πάμε στην ταινία "The lunchbox". Ως δάσκαλος σκηνοθεσίας αβλεπί «Το δείπνο της Μπαμπέτ». Ως οικογενειάρχης μαζί με τα πιτσιρίκια το «Chef». Από τις ελληνικές μάλλον θα ξανάβλεπα με τον Φάνη αυτή τη φορά, το «Πολίτικη κουζίνα» ως αντίδωρο που εξ αιτίας του δεν πήγαμε τελικά στην Κων/πολη που για χάρη του θα πηγαίναμε και απ’αυτές που δεν έχω δει, κλίνω να ψάξω « Το δείπνο με τον Αντρέ». Καλή σας όρεξη.

Το καινούργιο θέμα στη θέση αυτή, ελπίζουμε να κάνει την εμφάνισή του την Κυριακή των Βαΐων, στις 5 Απριλίου. Το περιεχόμενο το ψάχνουμε και αν θέλετε μπορείτε να μας βοηθήσετε με τις ιδέες σας.  

Διαβάστηκε 722 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015 10:30
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση