Διηγήματα

Διηγήματα (83)

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017 10:43

Του ηθοποιού. Κώστας Χατζηχρήστος

Συντάκτης

xatzixrΠρέπει να ήταν το 1949 ή ίσως λίγο αργότερα, όταν πρωτολάνσαρα τον Θύμιο, αυτόν τον παμπόνηρο βλάχο με τα γλωσσικά του μπουρδουκλώματα.

(Εγώ γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, από γονείς Κωνσταντινουπολίτες, κι ήμουν πολύ μικρός όταν μετακομίσαμε στην Αθήνα – στο Παγκράτι).

Ο τύπος αυτός, που έγινε για μένα ισόβιος ρόλος, δεν ήταν δική μου ιδέα. Τον επινόησε ο Κώστας Νικολαΐδης-Ελευθερίου-Λυμπερόπουλος, κι αγαπήθηκε από τον κόσμο όσο κανένας άλλος χαρακτήρας.

Όποιο πρόσωπο κι αν υποδύθηκα (αστυφύλακας, αεροπόρος, μπακαλόγατος, φουστανελάς βοσκός, κληρονόμος, έμπορος ή φαντάρος), ο βλάχος ήταν πανταχού παρών με τις ατάκες του.

Η αλήθεια είναι πως δούλεψα πολύ για να χτίσω τον Θύμιο.

istoria1

Εκεί ξαναβρήκα ολόκληρο το απόσπασμα με τη φράση που είχα δει στην Πλας ντε λα Ρεπουμπλίκ. Βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ, στο πρώτο κεφάλαιο μετον τίτλο "Το Παρίσι μελετημένο στο κύτταρό του" μία ωδή στο χαμίνι της πρωτεύουσας που γυρνά σαρκάζοντας τους πάντες, σαν βασιλιάς των δρόμων. Διαβάζουμε εκεί:

"Να προσπαθούμε, να αντιστεκόμαστε, να επιμένουμε, να μην το βάζουμε κάτω, να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας, να αντιπαλεύουμε σώμα με σώμα τη μοίρα, να εκπλήσσουμε την καταστροφή με την αφοβία που δείχνουμε μπρος της, να αντιμαχόμαστε κατά μέτωπο την άδικη δύναμη και να λοιδωρούμε την κούφια νίκη, να στακόμαστε ακλόνητοι, να βαστάμε ταμπούρι. Από τέτοιο παράδειγμα έχουν ανάγκη οι λαοί, τέτοιο φως πρέπει να τους ηλεκτρίζει". 

mermigkaΤο «Ανοιχτό βιβλίο» της Εφημερίδας των Συντακτών,  για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.

lifo78Έξι Έλληνες συγγραφείς θυμούνται το καλοκαίρι εκείνο

που η πόλη έγινε σκηνικό μιας αξέχαστης ιστορίας.

Μεγίστη λάβρα, Γλυκερία Μπασδέκη

Η πόλη ήταν η Λάρισα. Το καλοκαίρι ήταν το πρώτο που ήξερα ότι η μάνα μου δεν θα ζούσε για πολύ ακόμα. Είχε ξαναμπεί στο νοσοκομείο, το πάλευε και δεν το πάλευε εκείνον το βαθύ Αύγουστο. Στην πτέρυγα είχα δει ήδη πεντέξι να τους βγάζουν με το σεντόνι, ζούσα στα χαρντ κορ της παθολογικής, τίποτε δεν κυλούσε και τίποτε δεν κελαηδούσε. Μεγίστη λάβρα όλα. Πήγαινα μεσημεράκι, έφευγα κατά τις δέκα το βράδυ.

fordΟ συγγραφέας Ρίτσαρντ Φόρντ ( Τζάκσον, Μισισίπι, 1944) θα δώσει μία διάλεξη που την οργανώνουν το Αμερικάνικο Κολέγιο, η Αττική Παράδοση και οι εκδόσεις Πατάκη, στις 13 Ιουνίου στο Μέγαρο Μουσικής. Τα τρία βιβλία του που έχω διαβάσει, "Η χώρα όπως είναι" (2010), "Καναδάς", (2015) και "Ημέρα Ανεξαρτησίας", (1996) είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, με κορυφαίο για τα γούστα μου το "Η χώρα όπως είναι".

Κάθε σπίτι είναι γνωστό τοις πάσι ότι εκτός από το φίδι του έχει και μια σχισμή του χωρόχρονου που ενεργοποιείται όταν ο κάτοικος είναι ανοιχτός σε παραψυχολογικά φαινόμενα. Εκεί μέσα τις συνηθισμένες μέρες πέφτουν διάφορα αντικείμενα που όταν τα θέλεις δεν τα βρίσκεις ούτε και με τη βοήθεια του αγίου Φανουρίου. Σπανίως είναι η αλήθεια, αυτή η σχισμή απορροφά και κάποια ακατάτακτα συμβάντα κι επεισόδια που εφεξής ούτε από τα όνειρά σου δεν περνούν. Μα συχνά φτάνει κάποτε η στιγμή που ω του θαύματος, τσουπ ξαφνικά φανερώνονται μπροστά στα μάτια σου που δεν ξέρεις αν πρέπει να τα πιστεύσεις. Τις προάλλες έψαχνα την "Αγνή" του Τζόνοθαν Φράνζεν και έπεσα πάνω στο " Μαθήματα από την Αθηναϊκή Δημοκρατία", Εικοστός Πρώτος, 2014, ένα βιβλίο του πανεπιστημιακού Δημήτρη Κυρτάτα, που πριν ένα χρόνο είχα φάει τον κόσμο και δεν το έβρισκα με τίποτα.

Στον Ικαριώτη  φίλο και συνιδρυτή της σταγόνας Στέφανο τον Δραπετσωνίτη αρέσει ο Σκαρίμπας. Κι αυτός είναι ο πρώτος λόγος που αναδημοσιεύουμε αυτό το άρθρο του Δημήτρη Παπαχρήστου. Εξ ίσου πρώτος όμως είναι και το άρθρο που το βρήκαμε στα ΝΕΑ.gr και που μας άρεσε. Και πάνω σ'αυτά μας ήρθε σαν κερασάκι και το ποίημα του Σκαρίμπα "Ουλαλούμ" που το έκανε τραγούδι ο Άσιμος και αρέσει στον Οδυσσέα. Πριν χρόνια μας το σύστησε και έκτοτε αρέσει και σ'εμάς (υπάρχει στο τέλος). O Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας, 1983  - Χαλκίδα, 1984) ήταν ένας συγγραφέας, που έγραψε κριτικές, θεατρικά, ποιήματα και πεζά. Το "Σπασμένο καράβι" είναι ποίημα του Σκαρίμπα που τραγουδισμένο από τον Κώστα Καράλη έγινε ένα πολύ δημοφιλές τραγούδι από τον Γιάννη Σπανό. 

 

Ας πάμε στο τέλος της δεκαετίας του 50. Κατοικία, οδός Ανδρούτσου και Διστόμου (σήμερα Ευαγγελιστρίας) πάνω από τον, τότε, φούρνο της κυρά-Κούλας. Πραγματική γειτονιά μας η Ανδρούτσου, μεταξύ Διστόμου και Ελευθερίου Βενιζέλου ( πολλοί την έλεγαν ακόμα Ηφαίστου). Σ' αυτά τα εκατό μέτρα αρκετοί πιτσιρικάδες: Με σειρά ηλικίας ο Ηλίας, ο Στράτος, ο Μάκης, ο "Σαντορινάκιας" συχνός επισκέπτης στην γιαγιά του, ο Αποστόλης, ο Ηλίας, ο Βαγγέλης, ο Τάκης, ο Δημήτρης, ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Φώτης, ο Σπύρος και δύο εφτάχρονα, ο Γιώργος και ο Αντώνης. Υπήρχαν και μερικά κορίτσια μη εμφανιζόμενα. 

Στην άλλη άκρη της πόλης, μετά τη δουλειά και καθώς νυχτώνει, μια γλυκυτάτη νέα κοπέλα προχωρεί κατά μήκος τού δρόμου με τα μαγαζιά. Οι κράχτες τα ρομπότ, στέκονται μπροστά στις πόρτες τών καταστημάτων και παντού αναβοσβήνουν πολύχρωμα φώτα και λέηζερ που χορεύουν. Η νέα κοπέλα είναι ξανθιά, με τα μαλλιά της μαζεμένα γύρω στο λαιμό και μετά να χύνουνται στους ώμους. Ξανθιά, ροδοκόκκινη, γεμάτη φρεσκάδα, σταματάει σε εξώπορτα και βγάζει τα κλειδιά της. 

Ήταν τον καιρό που έβγαζα το ψωμί μου εξαπατώντας γριές. Την έστηνα έξω από έναν φούρνο με μια τράπουλα και έκανα πως προπονούμουν στον παπά. Αλλά το έκανα τόσο αδέξια που οι γριές σταματούσαν να με δουν, σχολιάζοντας περιπαικτικά. Ύστερα τις προκαλούσα να βρούνε τον παπά, τις άφηνα να κερδίσουν μερικές φορές κι ύστερα το ξανακάναμε, με στοίχημα το ψωμί που μόλις είχαν αγοράσει.