Διηγήματα

Διηγήματα (89)

naum3κάτι μεγαλύτερο από αυτές. Κρατούν συχνά σακούλες, μα κι οι τσάντες θυμίζουν μπόγους που κουβαλούν με δυσαρέσκεια. Έχουν χάσει τη θηλυκή τους υπόσταση. Τα πρόσωπα θυμίζουν χωράφι και σκασμένους δρόμους. Δεν διαλέγουν τα ρούχα τους. Φορούν πρόχειρα ότι βρουν και πάνε. Ένας αόρατος ζυγός τις τραβά προς τα κάτω, είθε να τις τράβαγε εντός. 

fb19μου τον γύρισε ανάποδα, τον μισοξεκόλλησε και τον άφησε μισοστερεωμένο-μισοκρεμασμένο. Ο οδηγός αισθάνθηκε πολύ λεβιές, μου ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη και σημείωσε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο γεμάτο στοιχεία και άλλων θυμάτων, για να κάνει δήλωση. Συνεργεία κλπ με παρέπεμπαν για αντικατάσταση μετά τις γιορτές και έτσι βρέθηκα με έναν καθρέφτη που αν τον κοιτάξεις σου δείχνει τρία τετράγωνα πίσω, σου δείχνει τη ζωή σου μια βόλτα, σου δείχνει τον εαυτό σου παιδί, αλλα αν περνάει μηχανάκι/ νταλίκα/ τανκ από δίπλα, δεν στο δείχνει.

lazlo3Πούθε οι ανισότητες μεταξύ και των ανθρώπων; Η πρώτη αυθόρμητη απάντηση είναι, μα από την κοινωνία, προφανώς. Ανισότητες πλούτου, δύναμης, γοήτρου, θέσης, μόρφωσης και άλλες ων ουκ έστιν αριθμός που οι συνέπειες τους είναι οι άπειρες μικρές και μεγάλες αδικίες. 

Άλλη μητερούλα των ανισοτήτων; Η φύση; Εμ, η φύση βέβαια. Τώρα για ποιο λόγο η φύση γεννοβολάει αβέρτα ανισότητες, δηλαδή στο δια ταύτα αδικίες και τι ρόλο παίζει σ'αυτήν την επιλογή της η καταγωγή των ειδών του Δαρβίνου, θα σας γελάσουμε αν ισχυριστούμε πως κατέχουμε την αλήθεια.

Απόπειρα απάντησης:

milionis"Γεγονός που έγινε", συνηθίζει να λέει χαριτολογώντας ένας φίλος μου, όταν θέλει να βεβαιώσει του λόγου το αληθές. Όπως αισθάνομαι την ανάγκη να πω κι εγώ τώρα,γιατί έχω διηγηθεί ένα σωρό ιστορίες που έγιναν και δεν έγινα όπως τις έχω διηγηθεί. Και μήτε ξέρω πια πως έχουν γίνει. Ένα μονάχα ξέρω: Πως είναι πιο αληθινές από την ίδια την αλήθεια.

Κι όχι πως αυτό καθ'εαυτό είναι κανένα συνταραχτικό γεγονός - όπως άλλωστε θα διαπιστώσετε.

depoΜεσημεράκι και Σεπτέμβριος που κοντοστέκεται. Έφυγα από το κάμπινγκ, από εκεί που οι λίγοι, τσίλικοι νεογέροντες που απέμειναν είναι όλοι δοξάστε με, έκλεισα το κινητό και πήγα με το ψαροντούφεκο παραδίπλα, σ'έναν όρμο, μόνος με τον πόνο μου. Σκέφτηκα να πιάσω κάνα χταπόδι στα βράχια που κατέβαιναν κάθετα στο νερό και συνεχόζονταν σε εναλλαγή με πέτρες, κατρακύλια και πλάκες που χάνονταν στη χλαίνη του βυθού μέσα σε δάση νυμφώνων, ποσειδωνία και τράγανες.

zateliΤο Τετράδια ονείρων ( εκδόσεις Καστανιώτη) είναι ένα παράξενο και απρόσμενο βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, όπου η Ζυράννα Ζατέλη αποκαλύπτει τις θρυαλλίδες της γραφής της, τις μύχιες εικόνες που δημιούργησαν το μαγικό της σύμπαν. Είναι ένα γοητευτικό ταξίδι στον κόσμο των ονείρων της - πρωταρχική ύλη της πεζογραφίας της -, με τα αινίγματα του υποσυνειδήτου που η ίδια επέλεξε να καταγράψει ανσύροντάς τα από το χάος της ενύπνιας ζωής.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017 10:43

Του ηθοποιού. Κώστας Χατζηχρήστος

Συντάκτης

xatzixrΠρέπει να ήταν το 1949 ή ίσως λίγο αργότερα, όταν πρωτολάνσαρα τον Θύμιο, αυτόν τον παμπόνηρο βλάχο με τα γλωσσικά του μπουρδουκλώματα.

(Εγώ γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, από γονείς Κωνσταντινουπολίτες, κι ήμουν πολύ μικρός όταν μετακομίσαμε στην Αθήνα – στο Παγκράτι).

Ο τύπος αυτός, που έγινε για μένα ισόβιος ρόλος, δεν ήταν δική μου ιδέα. Τον επινόησε ο Κώστας Νικολαΐδης-Ελευθερίου-Λυμπερόπουλος, κι αγαπήθηκε από τον κόσμο όσο κανένας άλλος χαρακτήρας.

Όποιο πρόσωπο κι αν υποδύθηκα (αστυφύλακας, αεροπόρος, μπακαλόγατος, φουστανελάς βοσκός, κληρονόμος, έμπορος ή φαντάρος), ο βλάχος ήταν πανταχού παρών με τις ατάκες του.

Η αλήθεια είναι πως δούλεψα πολύ για να χτίσω τον Θύμιο.

istoria1

Εκεί ξαναβρήκα ολόκληρο το απόσπασμα με τη φράση που είχα δει στην Πλας ντε λα Ρεπουμπλίκ. Βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ, στο πρώτο κεφάλαιο μετον τίτλο "Το Παρίσι μελετημένο στο κύτταρό του" μία ωδή στο χαμίνι της πρωτεύουσας που γυρνά σαρκάζοντας τους πάντες, σαν βασιλιάς των δρόμων. Διαβάζουμε εκεί:

"Να προσπαθούμε, να αντιστεκόμαστε, να επιμένουμε, να μην το βάζουμε κάτω, να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας, να αντιπαλεύουμε σώμα με σώμα τη μοίρα, να εκπλήσσουμε την καταστροφή με την αφοβία που δείχνουμε μπρος της, να αντιμαχόμαστε κατά μέτωπο την άδικη δύναμη και να λοιδωρούμε την κούφια νίκη, να στακόμαστε ακλόνητοι, να βαστάμε ταμπούρι. Από τέτοιο παράδειγμα έχουν ανάγκη οι λαοί, τέτοιο φως πρέπει να τους ηλεκτρίζει". 

mermigkaΤο «Ανοιχτό βιβλίο» της Εφημερίδας των Συντακτών,  για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.

lifo78Έξι Έλληνες συγγραφείς θυμούνται το καλοκαίρι εκείνο

που η πόλη έγινε σκηνικό μιας αξέχαστης ιστορίας.

Μεγίστη λάβρα, Γλυκερία Μπασδέκη

Η πόλη ήταν η Λάρισα. Το καλοκαίρι ήταν το πρώτο που ήξερα ότι η μάνα μου δεν θα ζούσε για πολύ ακόμα. Είχε ξαναμπεί στο νοσοκομείο, το πάλευε και δεν το πάλευε εκείνον το βαθύ Αύγουστο. Στην πτέρυγα είχα δει ήδη πεντέξι να τους βγάζουν με το σεντόνι, ζούσα στα χαρντ κορ της παθολογικής, τίποτε δεν κυλούσε και τίποτε δεν κελαηδούσε. Μεγίστη λάβρα όλα. Πήγαινα μεσημεράκι, έφευγα κατά τις δέκα το βράδυ.