Διηγήματα

Διηγήματα (83)

doro1Το Δώρο του Στέφανου Ξενάκη αποτελεί ένα Τετράδιο Θαυμάτων. Κάθε μέρα είναι ένα Δώρο. Να το ανοίγεις. Μην το πετάς. Η ζωή η ίδια είναι Δώρο. Να τη ζεις. Μην την προσπερνάς. 
Το Δώρο εκτυλίσσεται μέσα από μια σειρά καθημερινών ιστοριών, μια σειρά θαυμάτων που συμβαίνουν σε όλους μας. Αυτά που συχνά τα προσπερνάμε. 

Διαβάζοντας τη μία ιστορία μετά την άλλη, αργά αλλά σταθερά, θα βυθιστείς στον εσωτερικό σου κόσμο, θα αναμετρηθείς με τις αποφάσεις που έχεις πάρει, με τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεσαι, με τον τρόπο με τον οποίο ζεις. Και δεν θα ξεχάσεις ούτε στιγμή ότι η ζωή η ίδια είναι Δώρο.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018 16:00

Σινέ Τρύπα, του Μήτσου Ευαγγέλου

Συντάκτης

duvariΈνας τοίχος ήτανε, που στεκότανε μονάχος πάνω από δέκα χρόνια. Μέχρι το Γενάρη του 44, ήταν η Ανατολική πλευρά ενός μονόχωρου σπιτιού με κεραμιδοσκεπή. Σ'αυτό ερχόταν κι έμενε καλοκαίρι καιρό ο Τζίμης,  μετανάστης στον Καναδά από τα είκοσί του χρόνια! Όταν πενηντάρισε, άρχισε να περνά έναν μήνα στην Πατρίδα κάθε χρόνο. Είχε βάλει σκοπό να βρει γυναίκα, να παντρευτεί. Τα προξενιά που του έφερναν ήταν για μεγαλοκοπέλες, όχι ιδιαίτερου κάλλους που τα απέρριπτε ασυζητητί.

Η καρδιά του λαχταρούσε φρέσκια και νοστιμούλα συμβία κι όχι κατιμάδες, απ'αυτές μάτσο εύρισκε στο Τορόντο. 

thimosΥπάρχουν στιγμές που ο θυμός σε αιχμαλωτίζει. Θέλεις να αποφύγεις το ξέσπασμα, προσπαθείς να βρεις διέξοδο, μα δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγεις τον θυμό, παρά μόνο μέσα από τον θυμό. Καλύτερα τότε όλα να γίνουν γρήγορα, ελπίζοντας ότι όλα θα περάσουν μεμιάς. Ανώδυνα. Δίχως να μείνει επάνω μας το ίχνος της οργής. 

Επιβάτης 1: Τι κοιτάς ρε; 

Επιβάτης 2: Συγγνώμη; 

Επιβάτης 1: Λέω, τι κοιτάς; 

Επιβάτης 2: Τίποτα.

skampardonisΜεγάλωσα στην περιοχή Χαριλάου, στη φτωχοσυνοικία ακριβώς κάτω από το άλσος της Νέας Ελβετίας, στην οδό Νέα Ηρακλέους 47, σε μια μονοκατοικία τεσσάρων δωματίων με ελάχιστη αυλή. Και δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει αυτό το δασάκι πεύκων με τη Ζιρίχη ή τη Λοζάνη και το ονόμασαν Νέα Ελβετία – ίσως την ίδια που έχει στη Χαλκιδική η Σίβηρη με τη Σιβηρία.

 

Στη γειτονιά υπήρχαν μόνο χωματόδρομοι και η απόσταση απ’ το σπίτι ως την αφετηρία των λεωφορείων Χαριλάου, στην προέκταση της οδού Νέας Ηρακλέους, ήτανε γύρω στο χιλιόμετρο. Ξεποδάριασμα. Οπότε, όλο τον χειμώνα και κάθε χειμώνα επί τριάντα χρόνια, για να πάρουμε το λεωφορείο περπατούσαμε χίλια μέτρα λάσπης κι άλλα τόσα στην επιστροφή.

lifo166Έχω έναν πολύτιμο φίλο, λεβεντάνθρωπο και έξω καρδιά. Κάποιοι θα τον έλεγαν και ιδιόρρυθμο. Εγώ όχι.    

Έβγαλε το Βαρβάκειο, έβγαλε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο αλλά έκανε καριέρα ψαρά στη Βαρβάκειο Αγορά.   

Δεν άντεχε να κλειστεί σε γραφείο. 

Προτιμούσε να πουλάει ψάρια, να φωνάζει και να καλαμπουρίζει ελεύθερος.  

 

lakis41ΦΕΥΓΕΙ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ, ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΒΡΟΧΕΣ ΤΟΥ στον υπόνομο, καταρρέουν οι βιτρίνες του -λουλούδια και κουφετί υφάσματα συνοψίζουν την άνοιξη, που έρχεται με αέρα από τη δεκαετία της επανάστασης.

ΒΗΧΩ ΚΑΙ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΝΕΡΑΤΖΙΕΣ, ΠΟΥ ΒΑΡΑΙΝΟΥΝ από γονιμότητα και αισιοδοξία. Αλλεργική. Και στον γάτο του διπλανού μπαλκονιού, που θέλει χειραψία με την ουρά του, αλλά του νιαουρίζω το εμπόδιο και μάλλον δείχνει να καταλαβαίνει. Περισσότερο φως. Με διάρκεια. Μαζί με τους υπόλοιπους λογαριασμούς και μια ανώνυμη ειδοποίηση ότι θα ερωτευτούμε κάπου στα μέσα του Απρίλη.

zateli1«Αν ήταν δυνατόν να ξαναγυρίσω σ' εκείνη την εποχή, δεν θα ήθελα ν' αλλάξω τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω»

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

ΤΑ ΠΕΡΑΣΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΥΝΟ -στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου «Μαγικό Βουνό»-, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες.

dimart6Το τελευταίο διήγημα του Πάλομαρ (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, Αστάρτη 1985, Καστανιώτης 2011) «Πώς μαθαίνει κανείς να είναι νεκρός». Σε αυτό, το τελευταίο διήγημα του τελευταίου βιβλίου που δημοσίευσε λίγο προτού πεθάνει ο Ίταλο Καλβίνο ( Σαντιάγκο Κούβας, 1923 - Σιένα Ιταλίας,1985) η τελευταία λέξη είναι: «πέθανε». Τα αποσπάσματα του διηγήματος προέρχονται από blog «τα εν οίκω μη εν δήμω»]

naum3κάτι μεγαλύτερο από αυτές. Κρατούν συχνά σακούλες, μα κι οι τσάντες θυμίζουν μπόγους που κουβαλούν με δυσαρέσκεια. Έχουν χάσει τη θηλυκή τους υπόσταση. Τα πρόσωπα θυμίζουν χωράφι και σκασμένους δρόμους. Δεν διαλέγουν τα ρούχα τους. Φορούν πρόχειρα ότι βρουν και πάνε. Ένας αόρατος ζυγός τις τραβά προς τα κάτω, είθε να τις τράβαγε εντός. 

fb19μου τον γύρισε ανάποδα, τον μισοξεκόλλησε και τον άφησε μισοστερεωμένο-μισοκρεμασμένο. Ο οδηγός αισθάνθηκε πολύ λεβιές, μου ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη και σημείωσε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο γεμάτο στοιχεία και άλλων θυμάτων, για να κάνει δήλωση. Συνεργεία κλπ με παρέπεμπαν για αντικατάσταση μετά τις γιορτές και έτσι βρέθηκα με έναν καθρέφτη που αν τον κοιτάξεις σου δείχνει τρία τετράγωνα πίσω, σου δείχνει τη ζωή σου μια βόλτα, σου δείχνει τον εαυτό σου παιδί, αλλα αν περνάει μηχανάκι/ νταλίκα/ τανκ από δίπλα, δεν στο δείχνει.

Σελίδα 1 από 6