Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018 17:24

Αντώνης Καλογερόπουλος, ερευνητής του Ινστιτούτου Reuters/ Το μέλλον ανήκει στα ποιοτικά ΜΜΕ

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kalogerΜέλος της ερευνητικής ομάδας για τις ψηφιακές ειδήσεις, μιλά στον Θοδωρή Αντονόπουλο για τα συμπεράσματα που προέκυψαν στην Ελλάδα και διεθνώς, για τα «fake news», τη διαπλοκή, τα social media, το μέλλον της ενημέρωσης, αλλά και τις προκλήσεις που παρουσιάζει 

Αίσθηση έκανε η διεθνής έρευνα του Ινστιτούτου Reuters για τις ψηφιακές ειδήσεις που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (περίοδος 2012-16), σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία συμβαίνουν σοβαρές ανακατατάξεις στον ελληνικό αλλά και στον παγκόσμιο χάρτη των ΜΜΕ, ενώ επαναπροσδιορίζεται η όλη σχέση τους με το Ίντερνετ, ειδικά με τα κοινωνικά δίκτυα.

Στο εν λόγω εγχείρημα συμμετείχε κι ένας νέος Έλληνας ερευνητής, τον οποίο και αναζήτησα ώστε να έχουμε ευρύτερη ενημέρωση από «πρώτο χέρι». Ο Αντώνης Καλογερόπουλος σπούδασε αρχικά στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού. Ακολούθως έκανε μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία στο Μάντσεστερ και διδακτορικό στην Πολιτική Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο της νότιας Δανίας προτού εργαστεί ως ερευνητής (postdoc) στο Ινστιτούτο Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Στη συζήτηση που ακολουθεί επικεντρωθήκαμε στις ενημερωτικές προτιμήσεις του κοινού στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια και στο πώς αυτές διαμορφώνονται πλέον, στον βαθμό που εμπιστεύεται τα ΜΜΕ, ψηφιακά ή παραδοσιακά, στην αυξανόμενη πόλωση, στα fake news και στα filter bubbles, στα «διαπλεκόμενα» μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών και ΜΜΕ, στον ενημερωτικό ρόλο των κοινωνικών δικτύων και στις ανακατατάξεις σε αυτά, στις νέες προκλήσεις των καιρών, στο μέλλον της ενημέρωσης και της ακηδεμόνευτης δημοσιογραφίας.

Ο ίδιος θεωρεί μάλλον υπερβολική την όλη φιλολογία περί fake news αναφορικά με το πόσο αυτή επηρεάζει αποφασιστικά πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις.  

Εκτιμά ότι έτσι παραγνωρίζονται συγκεκριμένες πολιτικές, ενώ δίνονται αφορμές για συλλογική απαξίωση των ΜΜΕ από ακραία, αυταρχικά ή λαϊκιστικά καθεστώτα και πολιτικές κινήσεις. Θεωρεί ξεπερασμένο το ισχύον επιχειρηματικό και διαφημιστικό μοντέλο στα ψηφιακά ΜΜΕ, όπως και το αγχωμένο κυνήγι για «κλικ» και shares. Βλέπει να υπάρχει μέλλον στην επένδυση στην ποιότητα αντί της ποσότητας και, βέβαια, στην εξασφάλιση της οικονομικής ανεξαρτησίας των ΜΜΕ, καθώς μόνο έτσι μπορεί να στηριχτεί αποτελεσματικά μια ανεξάρτητη, δυνατή, ερευνητική δημοσιογραφία που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του κόσμου απέναντι στα μέσα, τουλάχιστον εκείνα που την αξίζουν.  

— Καταρχάς, πώς βρέθηκες στο Reuters;

Έκανα διδακτορικό στην πολιτική επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο της νότιας Δανίας με θέμα πώς επηρεάζουν οι οικονομικές ειδήσεις την πολιτική και καταναλωτική συμπεριφορά. Από το 2015 δουλεύω ως postdoc ερευνητής στο Ινστιτούτο Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ως μέλος της ερευνητικής ομάδας πίσω από το Digital News Report, μια συγκριτική έρευνα με θέμα την ενημέρωση στο Διαδίκτυο που ξεκίνησε το 2012 σε λίγες χώρες αρχικά και σήμερα έχει φτάσει τις 37, κυρίως στην Ευρώπη αλλά και σε Αμερική, Ασία και Αυστραλία.

— Ποια είναι τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας;

Καταρχάς, διαπιστώσαμε πως ο τρόπος που ενημερωνόμαστε στο Διαδίκτυο έχει αλλάξει αρκετά. Ολοένα περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν ειδήσεις διαδικτυακά, κυρίως μέσω του smartphone τους. Μέχρι πέρσι βλέπαμε, εξάλλου, ότι κύρια πηγή ενημέρωσης είχαν καταστεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Φέτος, όμως, για πρώτη φορά υποχώρησε η ενημερωτική χρήση του Facebook σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

— Πού έχει πάει αυτός ο κόσμος, όμως, που μέχρι πρότινος διάβαζε ειδήσεις κυρίως στο Facebook;

Πολλοί επιλέγουν πλέον πιο «κλειστά» μέσα ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως τα WhatsΑpp, Facebook Messenger, Telegram, Viber, Line στην ανατολική Ασία κ.ά.

— Γιατί συμβαίνει αυτό; Αναζητούν εκεί μεγαλύτερη αξιοπιστία, περισσότερη ασφάλεια ή μήπως επιθυμούν να «εκτίθενται» λιγότερο;

Κατά βάση, το τελευταίο. Σε χώρες όπου αρκετοί πολίτες δυσκολεύονται να εκφραστούν ελεύθερα, όπως το Χονγκ Κονγκ, η Μαλαισία ή η Τουρκία, πολλοί πράγματι προτιμούν να διαβάζουν και να μοιράζονται ειδήσεις χρησιμοποιώντας encrypted μέσα ανταλλαγής μηνυμάτων.

Ωστόσο, αυτό συμβαίνει και για άλλους λόγους σε χώρες που δεν αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Αρκετοί δηλώνουν ότι δεν θέλουν να συζητούν για ειδήσεις ή πολιτικές εξελίξεις μπροστά στην οικογένεια ή τους συναδέλφους τους.  

Ο κόσμος διαθέτει πια τόσους φίλους στο Facebook ώστε στρέφεται σε μέσα όπου μπορεί να ενημερώνεται και να ανταλλάσσει απόψεις με μεγαλύτερη ιδιωτικότητα. 

— Εδώ μπαίνει επίσης το σοβαρό ζήτημα της αξιοπιστίας ειδικά των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης που κατακλύζονται από πληθώρα κατευθυνόμενων ή fake news.

Υπάρχουν δύο συζητήσεις στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τις αλλαγές που έφερε η ενημέρωση στο Διαδίκτυο. Η μία έχει να κάνει με τα λεγόμενα fake news και η άλλη με τα filter bubbles. Εκτιμώ πως και οι δύο είναι προβληματικές. Καταρχάς, η συζήτηση για τα fake news ξεκίνησε μετά τις εκλογές του 2016 στην Αμερική, όταν είδαμε ότι αρκετές πλαστές ειδήσεις είχαν σκοπό να κατευθύνουν ψήφους προς τον Ντόναλντ Τραμπ, πιθανότατα από ρωσικές πηγές, όπως η δήθεν είδηση ότι τον στήριξε προεκλογικά ο Πάπας.

— Ειπώθηκε ότι ότι η εκλογή του Τραμπ καθαυτή ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη συστηματική διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Ναι, αυτό βέβαια είναι μάλλον υπερβολή. Έρευνες στην Αμερική έδειξαν ότι ένα πολύ μικρό κομμάτι του πληθυσμού εκτέθηκε σε πάνω από μία πλαστή είδηση κατά την προεκλογική περίοδο το 2016 και δεν έχουμε καμία ένδειξη πως αυτή η έκθεση επηρέασε αποφασιστικά την ψήφο του.  

Επίσης, έρευνα του Ινστιτούτου μας έδειξε ότι σε Ιταλία και Γαλλία η κίνηση σε domains που κατασκευάζουν ψευδείς ειδήσεις είναι πολύ μικρή συγκριτικά με τις παραδοσιακές σελίδες ενημέρωσης.

— Τι εννοούμε, τελικά, λέγοντας «ψευδείς ειδήσεις»;

Υπάρχει πράγματι πρόβλημα με τον ορισμό. Έχει καταρχάς ενδιαφέρον να δούμε τι θεωρεί «fake news» το κοινό. Σε focus groups που κάναμε στη Βρετανία ζητήσαμε από συμμετέχοντες να μας φέρουν κάποια παραδείγματα ψευδών ειδήσεων. Μας ανέφεραν ειδήσεις εν μέρει ανακριβείς ή υπερβολικά πολιτικοποιημένες ή κεκαλυμμένες διαφημίσεις προϊόντων, φαινόμενα διαδεδομένα και πριν από την έλευση του Διαδικτύου. Πολύ λίγοι ανέφεραν παραδείγματα ειδήσεων σκόπιμα κατασκευασμένων για να εξαπατήσουν. Υπάρχουν, επιπλέον, δύο μεγάλοι κίνδυνοι σε όλη αυτή την κουβέντα για τα fake news. Πρώτον, εστιάζοντας υπερβολικά εκεί, δεν συζητάμε για πιο ουσιώδη ζητήματα...  

— Ποια είναι αυτά;

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, και όχι μόνο, ένα σημαντικό ζήτημα σχετίζεται με τη δομική παθογένεια του πολιτικού συστήματος, η οποία επέτρεψε σε ένα υποψήφιο σαν τον Ντόναλντ Τραμπ να φτάσει τόσο ψηλά και να εκλεγεί εν τέλει Πρόεδρος. Αυτού του τύπου η παθογένεια, κατ' εμέ, είναι πιο καθοριστική από την παραπληροφόρηση στο Διαδίκτυο. Κατά δεύτερον, η υπερεκτίμηση του ρόλου των fake news επιτρέπει σε κυβερνήσεις που έχουν απολυταρχικές τάσεις να δυσφημούν και να απαξιώνουν με την πρόφαση αυτή συλλήβδην τα ΜΜΕ, ειδικά τα αντιπολιτευόμενα – ο Τραμπ π.χ. τα αποκαλεί «εχθρούς του λαού»! Το αποτέλεσμα είναι τα μέσα ενημέρωσης να βρίσκονται στο επίκεντρο της πόλωσης.

Από την έρευνά μας προέκυψε μία ακόμα ενδιαφέρουσα παρατήρηση: οι Αμερικανοί που αυτοπροσδιορίζονται ως συντηρητικοί δηλώνουν πλέον πολύ δύσπιστοι απέναντι στα ΜΜΕ, ενώ φιλελεύθεροι ή αριστεροί Αμερικανοί τα εμπιστεύονται περισσότερο απ' ό,τι πριν από τις εκλογές του 2016. Αρκετοί μάλιστα προθυμοποιούνται να γίνουν συνδρομητές σε αντιπολιτευόμενα μέσα που κάνουν ερευνητική δημοσιογραφία. Εντούτοις, το να αποκτά η ενημέρωση ένα αυστηρό αριστερό ή δεξιό, κυβερνητικό ή αντιπολιτευόμενο πρόσημο, δεν είναι υγιές.

Σε άλλες χώρες, βέβαια, όπως η Μαλαισία, η συζήτηση για τα «fake news» έχει ακόμα μεγαλύτερες επιπτώσεις. Εκεί η πρώην κυβέρνηση με το πρόσχημα αυτό ποινικοποίησε τον αντιπολιτευτικό λόγο.   

— Η αντίστοιχη εικόνα στην Ελλάδα;

Εδώ έχουμε αφενός ευρύτατη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αφετέρου η έρευνά μας δείχνει πως οι Έλληνες διαβάζουν ειδήσεις από πολλές ενημερωτικές σελίδες ταυτόχρονα, φαινόμενο που ίσως αυξάνει την πιθανότητα έκθεσης σε παραπληροφόρηση. Δεν έχω υπόψη κάποια συγκεκριμένη έρευνα για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων στην Ελλάδα, θεωρίες συνωμοσίας διαδίδονταν ωστόσο και πριν από το Ίντερνετ, η καχυποψία απέναντι στους θεσμούς και τα ΜΜΕ επίσης προϋπήρχε.

Φαινόμενα παραπληροφόρησης είχαμε ακόμα και στα παραδοσιακά μέσα. Παράδειγμα, οι προ δεκαετίας εκπομπές στην ΕΡΤ για τη φραπελιά που δήθεν γιάτρευε τον καρκίνο.

— Σωστά. Όντας μεγαλύτερος θυμάμαι, επίσης, έγκυρες, υποτίθεται, εφημερίδες να προβάλλουν με πηχυαίους τίτλους το νερό του Καματερού και την «αγία» Αθανασία του Αιγάλεω.

Έτσι ακριβώς! Δεν είναι, λοιπόν, κάτι καινούργιο η παραπληροφόρηση, είτε σε εγχώριο είτε σε διεθνές επίπεδο, γι' αυτό ξαναλέω ότι επικεντρώνοντας τη συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είτε στα fake news είτε στα filter bubbles, παραβλέπουμε πιο σοβαρά θέματα για την ενημέρωση στο Διαδίκτυο.

Στην Ελλάδα, εξάλλου, καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό ερωτώμενων που πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ της χώρας τους δέχονται αθέμιτες πολιτικές ή επιχειρηματικές επιρροές. Ελλάδα και Νότια Κορέα παρουσιάζουν, επίσης, το μικρότερο ποσοστό χρηστών του Διαδικτύου που εμπιστεύονται τις ειδήσεις ανάμεσα στις 37 χώρες της έρευνάς μας. Είμαστε καχύποπτοι ακόμη και απέναντι στις πηγές ενημέρωσης που εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε!

Όταν, μάλιστα, ζητήσαμε από τους ερωτώμενους να μας αιτιολογήσουν γιατί δεν εμπιστεύονται τα ΜΜΕ, είδαμε πως οι Έλληνες εκφράζονταν συχνά ακραία, ενίοτε υβριστικά και μάλιστα όχι για κάποια συγκεκριμένα μέσα αλλά για όλα συνολικά!

Είδαμε εντούτοις ότι και στις άλλες χώρες ο μέσος όρος των πολιτών που δείχνει εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ είναι 50%, δηλαδή υπάρχει ένα μάλλον γενικότερο ζήτημα αξιοπιστίας. 

— Στην Ελλάδα, πάντως, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες συνεταιριστικών εγχειρημάτων στον Τύπο και στα ηλεκτρονικά, κυρίως, μέσα, με συνδρομές κ.λπ.

Πράγματι, αυτή είναι μια θετική εξέλιξη που συμβαίνει χρόνια τώρα και στο εξωτερικό. Ένα παράδειγμα αποτελεί η ιστοσελίδα Μediapart στη Γαλλία. Έχει σκληρό paywall και βασίζεται μόνο στις συνδρομές των αναγνωστών.

Στην Ελλάδα, πάλι, έχουμε μεγάλο disruption. Πολλοί εγκατέλειψαν τα παραδοσιακά μέσα ακόμα κι όταν απέκτησαν ψηφιακή έκδοση, στρεφόμενοι σε καινούργια μέσα ενημέρωσης ή μπλογκ. Αντίθετα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που μελετάμε οι αναγνώστες έμειναν βασικά «πιστοί» στα μέσα από τα οποία ενημερώνονταν και πριν από το Ίντερνετ.

—  Μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού έχουν πάρει επίσης οι σκανδαλοθηρικές και συνωμοσιολογικές εφημερίδες και ιστοσελίδες, με ακραία, αγοραία συχνά γλώσσα.

Ισχύει αυτό, σκέφτομαι όμως πάλι ότι μία από τις πιο εμπορικές και επιδραστικές εφημερίδες στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά ήταν η «Αυριανή», δεν πρόκειται δηλαδή για καινούργιο φαινόμενο ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Το «Infowars», το υπερσυντηρητικό αμερικανικό μέσο ενημέρωσης, στο οποίο έχει δώσει και συνεντεύξεις ο Ντόναλντ Τραμπ, δεν είναι πολύ καλύτερο από το «Μακελειό» π.χ. Ο διευθυντής του ισχυρίζεται ότι οι ένοπλες επιθέσεις που γίνονται στα σχολεία των ΗΠΑ είναι στημένες, τις κάνουν με παιδιά-ηθοποιούς που υποκρίνονται τους νεκρούς και τους τραυματίες. Ιστοσελίδες σαν κι αυτή έχουν σημαντική αναγνωσιμότητα στο δεξιό ακροατήριο στην Αμερική.

— Μίλησες πριν για τα filter bubbles.

Ναι. Σύμφωνα με τη θεωρία των filter bubbles, η ενημέρωση από μέσα κοινωνικής δικτύωσης μας οδηγεί στην κατανάλωση ειδήσεων μόνο από μέσα από τα οποία θέλουμε να ενημερωνόμαστε, επειδή ο αλγόριθμος γνωρίζει τι μας αρέσει να διαβάζουμε.

Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ευθύνονται για την αυξανόμενη πολιτική πόλωση. Όμως πάντα τείναμε να επιλέγουμε τα μέσα ενημέρωσης που είναι εγγύτερα στις πεποιθήσεις μας.

Επίσης, αλλεπάλληλες έρευνες δείχνουν πως όσοι ενημερώνονται από τα κοινωνικά δίκτυα είναι πιθανότερο να δουν, έστω ακούσια, ειδήσεις και γνώμες από μέσα ακόμα και αντίθετου πολιτικού προσανατολισμού, π.χ. μέσω μιας ανάρτησης κάποιου από το πλήθος των «φίλων».

Και ενώ υπάρχουν σημαντικότερα προβλήματα σχετικά με την ενημέρωση στο Διαδίκτυο, όπως τα στρεβλά επιχειρηματικά μοντέλα των μέσων ενημέρωσης, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα fake news και τα filter bubbles.

— Πώς το εννοείς αυτό;

Το πρόβλημα με τα επιχειρηματικά μοντέλα των μέσων είναι παγκόσμιο, όμως στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα έντονο. Η διαφήμιση στο Διαδίκτυο δεν πληρώνει όσο η τηλεοπτική ή η έντυπη παλαιότερα. Επίσης, σύμφωνα με το ερευνητικό μας δείγμα είμαστε η πρώτη χώρα στη χρήση λογισμικού adblocking. Ειδικά ανάμεσα στους νέους, οι δύο στους τρεις χρησιμοποιούν adblocker.

Επιπλέον, όπως άλλωστε σχεδόν παντού, ο κόσμος δεν θέλει να πληρώνει για να ενημερώνεται από το Διαδίκτυο, με εξαίρεση ίσως τις σκανδιναβικές χώρες που έχουν ισχυρή παράδοση ανάγνωσης εφημερίδων. Στην Αμερική, πάλι, βλέπουμε τελευταία μεγάλη αύξηση σε συνδρομές μέσων που αντιπολιτεύονται τον Τραμπ, όπως οι «New York Times» και η «Washington Post», όμως αυτή είναι η εξαίρεση.

Υπάρχει, λοιπόν, πρόβλημα τόσο με το μοντέλο των συνδρομών όσο και με το διαφημιστικό μοντέλο. Ίσως αρχίσουμε να βλέπουμε και μειωμένη κίνηση στα ΜΜΕ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, που αποϊεραρχεί τις ειδήσεις στον αλγόριθμό του εδώ και μερικούς μήνες.

— Ένα θεμελιώδες ερώτημα είναι ακριβώς αυτό, αν και πώς μπορεί να έχει μέλλον η ανεξάρτητη, ελεύθερη δημοσιογραφία στις δεδομένες συνθήκες.

Πιστεύω πως έχει, αρκεί να καταφέρει να βρει εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης. Αυτό είναι το θεμελιώδες σήμερα. Στην Ελλάδα ειδικά, μια σειρά επιπλέον παραγόντων όπως η οικονομική κρίση, η υπερπληθώρα μέσων, οι σχέσεις αρκετών μέσων με πολιτικούς και επιχειρηματίες κάνουν την ανεξαρτησία των ΜΜΕ ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση.

— Μια δημοσιογραφία που στην ηλεκτρονική της εκδοχή έχει καταλήξει εν πολλοίς έρμαιο των κλικ και των shares μέσα από τα social media, κάτι που έχει γίνει σχεδόν αυτοσκοπός.

Πράγματι, μολονότι πρόκειται για ένα μοντέλο προβολής παρωχημένο κατ' εμέ, κάτι που γίνεται πιο φανερό αφότου τo Facebook ανακοίνωσε πως αποϊεραρχεί τις ειδήσεις, ενώ η ευρύτατη χρήση adblocking που προαναφέραμε ρίχνει ακόμα περισσότερο τα διαφημιστικά έσοδα. Γιατί, λοιπόν, να μην εστιάσουμε περισσότερο στην ποιότητα αντί στην ποσότητα των ειδήσεων που ανεβαίνουν;  

— Ξέρω, πάντως, αρκετό κόσμο, ακόμα και καλλιεργημένο, που αποφεύγει συνειδητά να παρακολουθεί ειδήσεις τα τελευταία χρόνια, ειδικά τις γεμάτες ανακρίβειες, κινδυνολογία και επιθετική υστερία τηλεοπτικές.

Αυτό το διαπιστώσαμε κι εμείς. Έλληνες και Τούρκοι ερχόμαστε πρώτοι στην αποφυγή έκθεσης σε ειδήσεις! Αρκετοί πολίτες έχουν απλώς κουραστεί από την υπερβολικά πυκνή και αγχώδη πολιτικοοικονομική επικαιρότητα της τελευταίας δεκαετίας. Η απογοήτευση από τις εξελίξεις και η έλλειψη εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ επίσης εξηγούν, εν μέρει, αυτή την «αποφυγή».

Ωστόσο, βλέπουμε ταυτόχρονα πως υπάρχει ένα άλλο, έντονα πολιτικοποιημένο κομμάτι Ελλήνων που τείνει να διαβάζει, να συζητά και να μοιράζεται ειδήσεις με μεγάλη συχνότητα. Αν το ενδιάμεσο κενό μεγαλώσει, θα έχουμε ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας αποκλεισμένο από τον δημόσιο διάλογο.

— Θα γνωρίζεις, φαντάζομαι, πως τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει βρεθεί αρκετά χαμηλά στον παγκόσμιο δείκτη ελευθερίας των ΜΜΕ που δημοσιοποιούν ετησίως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα.

Όντως. Στις εκθέσεις τους, μάλιστα, αναφέρουν ως κύριους λόγους το κλείσιμο της ΕΡΤ, τις επιθέσεις χρυσαυγιτών σε δημοσιογράφους, τις προσπάθειες ελέγχου συγκροτημάτων Τύπου, τις μηνύσεις πολιτικών κατά διαφόρων μέσων. Παράδειγμα, η πρόσφατη του υπουργού Εξωτερικών κατά του «Athens Review of Books».

— Τι να λέμε, εδώ εξακολουθούν να κυκλοφορούν, αλλά και να παίρνουν διαφημίσεις, εφημερίδες που εμφανίζονται να πουλάνε 150-200 φύλλα.

Αυτό το φαινόμενο είναι πολύ εντυπωσιακό. Δεν το συναντάς εύκολα σε άλλες χώρες, να μακροημερεύουν δηλαδή εφημερίδες, έχοντας και διαφημιστικά έσοδα, μέσα με σχεδόν μηδενική κυκλοφορία! Αναλογικά, επίσης, έχουμε πολύ μεγάλο αριθμό αθλητικών εφημερίδων.

Ταυτόχρονα υπάρχει πρόβλημα αναγνωσιμότητας, η συνολική κυκλοφορία των κυριακάτικων εφημερίδων στην Ελλάδα έχει πέσει περίπου κατά 75% την τελευταία δεκαετία. 

— Εσύ ποιες πηγές επιλέγεις για την ενημέρωσή σου;

Διαβάζω ειδήσεις σε πολλά μέσα λόγω δουλειάς. Είμαι συνδρομητής στους «Financial Times», στους «New York Times» και στο ελληνικό «Inside Story».

— Πιστεύεις ότι με βάση τις σπουδές και τις ικανότητές σου θα έβρισκες μια ικανοποιητική ερευνητική απασχόληση στην Ελλάδα;

Κοίτα, ενώ υπάρχουν ευκαιρίες εδώ, οι δυνατότητες χρηματοδότησης για μεγάλα ερευνητικά έργα στις κοινωνικές επιστήμες, όπως αυτό που διεξάγουμε στο Iνστιτούτο Reuters, είναι δυστυχώς περιορισμένες συγκριτικά με τη Βόρεια Ευρώπη.  

— Από πού προήλθε η χρηματοδότηση;

Μας στήριξαν μέσα όπως το BBC, ρυθμιστικές αρχές όπως η Ofcom στη Βρετανία, εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Google, και πανεπιστήμια όπως της Navarra στην Ισπανία.  

— Σκέφτεσαι να ασχοληθείς μελλοντικά με τη δημοσιογραφία;

Ξεκίνησα να σπουδάζω με σκοπό να γίνω δημοσιογράφος, όμως στην πορεία διαπίστωσα πως με ενδιαφέρει περισσότερο η έρευνα. 

Πηγή:  www.lifo.gr  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018 17:48

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση