Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018 19:16

Το ρεμπέτικο μέσα από τις προσφυγικές εργατικές γειτονιές, της Αλεξάνδρας Μούργου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(6 ψήφοι)

rebetesΌταν το 1936 ο Βαμβακάρης γραμμοφώνησε το "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά", είχε ζήσει ως ρεμπέτης αρκετά χρόνια και γνώριζε από πρώτο χέρι αυτόν τον κόσμο. Τον ύμνο του αυτόν τον βάπτισε αυτός ο ξεχωριστός συνθέτης στο γλυκύτατο φως μιας φυλής που ζούσε και με τα δύο πόδια εκτός κόσμου και νόμου. Γι'αυτό και για εμάς που μας εξιτάρει, εξακολουθεί να ακτινοβολεί εκείνο το αγγελικό φως που μας φέρνει σ'επαφή με τις ανά τους αιώνες αδελφές ψυχές.

Απ'αυτά που περισσότερο διαισθανόμαστε, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε ότι από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι την κήρυξη του δεύτερου πολέμου, συνέβη μέσω μιας μεγάλης συναισθηματικής έντασης ένα αλισβερίσι ψυχών σωμάτων και μουσικών ιστοριών ανάμεσα στους ντόπιους μετανάστες και μη και τους πρόσφυγες του '22 στις παραγκουπόλεις γύρω από τον Πειραιά. Κάπως έτσι απόκτησε σιγά σιγά σαφή χαρακτηριστικά αυτή η αλλαφροΐσκιώτη φυλή. Μια φυλή των κάθε καρυδιάς καρύδια που προσπαθούσε να ζήσει με ένα δικό της τρόπο, συνδυασμό ανατολίτικου και λιμανίσιου μάγκικου, μια ζωή που σε όλους τους άλλους προκαλούσε πάσης φύσεως αλλεργίες. 

Και γι'αυτό με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο όλοι την κυνήγησαν για τον τρόπο ζωής της. Αυτή η διαρκής απόρριψη ήταν που έσπρωξε αυτούς τους ανθρώπους στο περιθώριο μιας κοινωνίας, που μέσα από άλλες δυσκολίες και αντιπαλότητες αποκτούσε τα βασικά χαρακτηριστικά μιας αργόσυρτης εκβιομηχάνισης.

Ο υπόγειος απόκοσμος κόσμος των τεκέδων, των μπουρδέλων, των χαμετυπείων και των κουτουκιών ήταν οι χώροι που η άσωτη αυτή φυλή έφτιαχνε μέρα τη μέρα τη ζωή της, πολλές φορές ψάχνοντας στα τυφλά τις εξόδους από το σκουπιδαριό που την είχαν πετάξει.

Μια ζωή, που επί δυο τουλάχιστον δεκαετίες απομακρυνόταν σταθερά από τον τρόπο ζωής των γύρων τους. Βενιζελικούς βασιλικούς, αριστερούς και αργότερα τους φασίστες του Μεταξά, αστούς μικροαστούς και εργατοϋπάλληλους, στην καθημερινή ζωή ένα χάσμα χώριζε όλους αυτούς από το πως ζούσαν και πέθαιναν, από το πως φυτοζωούσαν και γλεντούσαν, από αυτά που γούσταραν και αποστρέφονταν οι ρεμπέτες. Ένα χάσμα που στην συνέχεια άλλοτε μεγάλωνε και άλλοτε μίκρυνε, επιτρέποντας έτσι τις όποιες μικρές αλληλοεπιδράσεις, που ποτέ δεν ήταν δεδομένες. 

Σε ένα τέτοιο κόσμο και από τέτοιους ανθρώπους φτιάχτηκε το ρεμπέτικο τραγούδι. Εκ των υστέρων φαίνεται πως αυτή η περιπέτεια ήταν σαν να είχε βρει εξ αρχής το δρόμο της. Μα τα τραγούδια και οι ιστορίες μας λένε πως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Κτίστηκαν και γκρεμίστηκαν, μερεμετίστηκαν και αναστηλώθηκαν πολλές φορές αυτά τα τραγούδια ως αποτέλεσμα των σχέσεων των κομπανιών με τους γύρω τους, ώσπου να αποκτήσει αυτή η μουσική κάποια σαφή χαρακτηριστικά.

Μετά ήρθε ο Τσιτσάνης, που πήρε αυτό το περιθωριακό είδος κι εμπλουτίζοντάς το με άλλες μουσικές απευθύνθηκε σε όλα τα στρώματα κάνοντας αυτή τα τραγούδια τα αγαπημένα για πάρα πολλούς Έλληνες. Και τέλος το '49, ο 24χρονος τότε Χατζιδάκις με την ομιλία του στο θέατρο Τέχνης του Κουν, φανέρωσε στ'αυτιά όχι μόνο των υποψιασμένων λογίων το βάθος τους, βάθος ποιότητας και χρόνου.

Έτσι έφτασε και σ'εμάς, που η αλήθεια είναι πως αργήσαμε να τα λατρέψουμε, μιας και τότε, τη δεκαετία του '60, που αρχίσαμε να διαλέγουμε από μόνοι μας τραγούδια πακέτο με την αύρα τους που συνήθως συνοδεύουν τα πιο ωραία, ήταν που τα ξενόφερτα μας είχαν κλέψει τα μυαλά και τα σώματα και μας έστελναν στο σπινταριστό μάλε βράσε των μητροπόλεων του κόσμου, πολύ μακρυά από τα βάσανα και τις χαρές των γειτονιών μας. 

Μα όταν κάποτε ήρθε η στιγμή κι έγινε η συνάντηση με το ρεμπέτικο, ξελόγιασμα ήταν, που έστω και ομοιοπαθητικά μας έδωσε ομορφιά και δύναμη για πάρα πολλά χρόνια. Ένα ανήμερο σκοτάδι μέσα μας βρήκε σ'αυτά τα τραγούδια την έξοδο του προς το φως, εκεί όπου υπήρχαν κι άλλοι για να μοιραστούμε τα πάθη μας και να αντέξουμε κι εμείς τις μικρές και μεγάλες αποτυχίες μας. 

Την Αλεξάνδρα Μούργου την γνωρίσαμε πολύ πριν από μια μουσική εκδήλωση που έκανε κάποτε η Σταγόνα στην ταβέρνα του Βαγγέλη. Σ'αυτήν την εκδήλωση η Αλεξάνδρα μας τραγούδησε πολύ ωραία με την κομπανία των φίλων της ρεμπέτικα τραγούδια. 

Η Εφημερίδα των Συντακτών φιλοξένησε στις 14.7.18 ένα άρθρο της Αλεξάνδρας με τίτλο "Το ρεμπέτικο μέσα από τις προσφυγικές και εργατικές γειτονιές". 

Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί αυτό το ενδιαφέρον πόνημα. 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018 08:43
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση