Πέμπτη, 05 Ιουλίου 2018 16:16

Ελληνικές πιάτσες και ανεξαρτησία γνώμης, του Νικόλα Σεβαστάκη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo183Η ελληνική πιάτσα είναι μικρή. Παραπέμπει σε μια μεγάλη οικογένεια παρά στην απρόσωπη, καπιταλιστική μεγαλούπολη που τόσες αρνητικές αντιδράσεις ξεσηκώνει από παλιά στους διανοούμενους και στους καλλιτέχνες.

Το κακό με τις μικρές πιάτσες είναι ότι η κίνηση των ιδεών και η αντίκρουση απόψεων παίρνει έναν χαρακτήρα «προσωπικής επίθεσης». Οι άνθρωποι μπερδεύουν την κριτική που τους ασκείται με προσωπικούς λογαριασμούς ή ψυχολογικά απωθημένα.

Καθένας σπεύδει να αναγνωρίσει τον εαυτό του πίσω από μια φράση που υποτίθεται ότι τον φωτογραφίζει. Η μικρή πιάτσα παράγει αγανακτισμένες παρέες ή στρατόπεδα που επιτηρούν την περίμετρό τους μήπως και κάποιος πάρει στραβή θέση.

Γι' αυτό και πολλές κουβέντες περί κοινότητας στην Ελλάδα μοιάζουν εξαιρετικά αφηρημένες. Αναζητούν μια κοινότητα που σέβεται την ατομική διαφωνία ή μια κοινότητα που τάχα προστατεύει, χωρίς να επιβάλλει ήθη συμμόρφωσης.  

Μεγάλες λυρικές λέξεις παραγνωρίζουν έτσι τη σκληρή πραγματικότητα, ότι οι κοινότητες ή μάλλον οι παρέες λειτουργούν ως τα πιο παραφουσκωμένα Εγώ, τα πιο εγωιστικά άτομα: δεν ανέχονται παρασπονδίες, δεν συγχωρούν αποστασίες ούτε τυχόν ανοίγματα σε άλλες, «αντίπαλες» παρέες. 

Φυσικά, η ελληνική πιάτσα έχει και τις αρετές της. Μαθαίνεις πολλά για τον διπλανό σου, για τον συνάδελφο, για τον «ανταγωνιστή», έστω για λόγους αδιακρισίας.  

Εφόσον οι ιδέες και η συζήτηση για τις ιδέες δεν ενδιαφέρουν και τόσο, τα πρόσωπα και τα χούγια τους περνούν σε πρώτο πλάνο: έτσι αποκτά ένταση το παιχνίδι της επικοινωνίας, γιατί συχνά ενώνεται εις σάρκα μία με το πανάρχαιο και ακμαίο άθλημα του κουτσομπολιού. Η θερμή κοινωνικότητα, ακόμα και αν έχει τραυματιστεί από την ψηφιακή πολυδιάσπαση, είναι ακόμα σε ισχύ.  

Νομίζω όμως πως το τελικό άθροισμα είναι αρνητικό, όταν, αντί να μιλάμε για διαφωνίες σε συλλογισμούς και επιχειρήματα, φαίνεται πως αντιδικούμε με κάποιους που δεν συμπαθούμε ή ότι κολακεύουμε αυτούς που μας αρέσουν και μας συμφέρει η κολακεία τους.  

Με μια κουβέντα, βολευόμαστε να τα φέρνουμε όλα στο μέτρο των προσωπικών μας αισθημάτων. Συνηθίσαμε έτσι να αυτολογοκρινόμαστε για να μην πληγώσουμε κάποιον, για να μη χαλάσουμε την τάξη των πραγμάτων. Γύρω μας αναδύεται μια κοινωνία έτοιμη για βρισιές ή για εγκωμιαστικές πόζες. Τα στρατόπεδα δεν είναι πια οι μεγάλες παρατάξεις αλλά σχηματισμοί μάχης πιο ευέλικτοι και, παρ' όλα αυτά, εξίσου ευάλωτοι στον αυταρχισμό.

Το θέμα, φυσικά, δεν είναι να αρνηθεί κανείς τις «παρέες» που προβάλλουν προτιμήσεις και κοινά γούστα. Πιο ενδιαφέρον και δύσκολο είναι να συντηρήσει κανείς απόσταση από τους συναισθηματικούς εκβιασμούς που ασκούν και οι καλύτερες οικογένειες.

Καμιά φορά βλέπει κανείς πως αντιδρούν κάποιοι όταν, ας πούμε, ένας από τον «προοδευτικό χώρο» ψελλίσει κάτι συντηρητικό, παλιομοδίτικο ή εθνοκεντρικό. Τον αντιμετωπίζουν σαν να κάνει έγκλημα καθοσιώσεως. Δεν ακούγεται αυτό που λέει παρά μόνο αποφασίζεται με συνοπτικές διαδικασίες η ενοχή του και οι ύποπτοι λόγοι για την παρέκκλισή του. Το ίδιο όμως έχει συμβεί αυτό τον καιρό και με όσους φιλελεύθερους-συντηρητικούς είπαν κάτι πιο θετικό για τη Συμφωνία των Πρεσπών ή μάλλον για την επίλυση του Μακεδονικού. Και αυτοί χρεώθηκαν ύποπτη λοξοδρόμηση προς τον ΣΥΡΙΖΑ, λες και δεν διαθέτουν σκέψη και κρίση ατομική. 

Οι άνθρωποι καλούνται συστηματικά να γίνουν αρεστοί εις βάρος των όσων πιστεύουν πραγματικά. Οι αριστεροί πρέπει, ας πούμε, να μην τραυματίζουν την πεφιλημένη Κόρη «Αριστερά», οι δεξιοί να μη βάζουν εμπόδια στον δρόμο του κόμματός τους για την εξουσία, οι κεντρώοι να προσποιηθούν πως συμμερίζονται τους μακεδονομάχους (μήπως ξανατραβήξουν πίσω λαϊκό κόσμο).  

Και έχουμε φτάσει στο σημείο ακόμα και κάθε αναρχικός να οφείλει θαυμασμό στον Ρουβίκωνα και στον κοινότοπο λαϊκισμό με εσάνς αναρχίας.  

Από τη μία, όλα σχεδόν εμφανίζονται ως προσωπικές διαμάχες ή παρεΐστικα σχίσματα. Η μικρή πιάτσα ζητάει τον λόγο αν κάτι απ' όσα λες δεν συντονίζεται με τις καθημερινές, επίσημες γνωματεύσεις της.  

Μέσα στην κρίση, αυτή η αυτοαναφορική μιζέρια των «κοινοτήτων» έγινε περισσότερο έντονη και αδιάλλακτη. Και, αν σταθούμε με ψυχραιμία στο φαινόμενο, πρέπει να πούμε πως κανένας κοινωνικοπολιτικός χώρος δεν έμεινε αλώβητος.  

Αντιθέτως, επειδή η κρίση γιγάντωσε το αίσθημα ανασφάλειας των ατόμων –ακόμα και των πιο ισχυρών ή λιγότερο ευάλωτων ‒, η αναζήτηση της επιδοκιμασίας της «παρέας» έγινε εντονότερη. Ο φόβος της απόταξης και της διαγραφής μεγεθύνθηκε στο φως της διάλυσης των βεβαιοτήτων για το αύριο.  Η ρευστοποίηση πολλών από τις σταθερές του βίου έφεραν ένα κύμα πρωτόγονων δογματισμών και έναν μεταμοντέρνο, «άτυπο» σταλινισμό. Ελάχιστοι μπορεί να πουν ότι έχουν μείνει ανέπαφοι από αυτό το κύμα ανασφαλούς αναδίπλωσης στους μικρο-εμφυλίους της εποχής.

Γι' αυτό χρειάζεται μαθητεία στην ανεξαρτησία γνώμης και απομυθοποίηση της «μικρής πιάτσας». Είναι μια αλήθεια ανάμεσα στις άλλες, όχι ο νόμος που θα καθορίσει τι σκεφτόμαστε και τι πρέπει να λέμε προς τα έξω. 

Πηγή:  lifo.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 05 Ιουλίου 2018 16:26

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση