Τρίτη, 15 Μαΐου 2018 10:03

Κλαούντιο Μάγκρις: 'Αγγελος της Δικαιοσύνης, αλλά όχι άγγελος εκδικητής

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

magris1Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να ακούγεται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στη λίστα των υποψηφίων για το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο Κλάουντιο Μάγκρις (Τεργέστη 1939) είναι ο συγγραφέας του «Δούναβη» (Πόλις) και της «Υπόθεσης Αρχείου» (Καστανιώτης), ο μεταφραστής των Κλάιστ, Ιψεν, Σνίτσλερ, Μπίχνερ στα ιταλικά, ο μελετητής του έργου των Κάφκα, Μούζιλ, Χόφμανσταλ, Λούκατς, Ροτ, Ρίλκε, Σβέβο, Κανέτι, Σίνγκερ, ο επί χρόνια αρθρογράφος της Corriere della Sera, ο συνιδρυτής, το 2002, μαζί με τον Ουμπέρτο Εκο της κίνησης «Libertà e Giustizia» (Ελευθερία και Δικαιοσύνη). Ο Κλάουντιο Μάγκρις είναι, με την έννοια της λέξης να διατηρεί στο ακέραιο την ουσία και τη σημασία της, ένας αληθινός διανοούμενος.

 

– Είστε συγγραφέας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, μεταφραστής, ένας άνθρωπος με τόσες δραστηριότητες φαντάζομαι πως δέχεται πολλά ερεθίσματα και άρα έχει πολλές ιστορίες στο μυαλό του. Τι είναι αυτό που λειτουργεί κάθε φορά που μία μόνο από αυτές τις ιστορίες γίνεται βιβλίο;

– Αυτή είναι η ερώτηση των ερωτήσεων, όσον αφορά τη λογοτεχνία, και ίσως κυρίως την πεζογραφία. Μια ερώτηση της οποίας η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη ούτε καν γι’ αυτόν που γράφει. Πιστεύω πως, σε γενικές γραμμές, τα βιβλία μου –και δεν μιλώ για τα πανεπιστημιακά δοκίμια– δεν γεννιούνται από ένα σχέδιο ακριβές και καθορισμένο εκ των προτέρων, αλλά φτιάχνονται στην πορεία και ανακαλύπτουν τη φύση τους, καθώς η μορφή τους σχηματίζεται· προχωρώ με προσοχή, ψηλαφώ και δοκιμάζω το έδαφος, καθώς η γραφίδα μου συνεχίζει προς τα εμπρός, γυρίζει πίσω, παραβλέπει με σύνεση αυτό που δεν έχει ακόμα ειπωθεί και ύστερα του επιτίθεται κατακτώντας το, παγιδεύοντάς το μέσα στη μορφή. Κάποιες φορές πρόκειται για μια ιστορία που ίσως άκουσα τυχαία, την κάνω δική μου όταν την αφηγούμαι ξανά και την αλλάζω· κάποιες φορές πρόκειται για ένα θέμα, ένα μοτίβο, μια ξαφνική έμπνευση. Πολύ συχνά η πραγματικότητα μου υποδεικνύει τα θέματά μου. Η ζωή είναι πρωτότυπη, έλεγε ο Σβέβο, πιο πρωτότυπη από κάθε επινόηση· «Truth is stranger than fiction» (Η αλήθεια είναι πιο παράξενη από τη μυθοπλασία), έλεγε ο Μαρκ Τουέιν, ο οποίος, φυσικά, ήξερε καλά να επινοεί και να εφευρίσκει.

Από την άλλη, το να εφευρίσκουμε είναι και ετυμολογικά κοντά στο να βρίσκουμε· στα λατινικά inventio, invenire. Οταν γράφω ένα βιβλίο –τον «Δούναβη», για παράδειγμα– συχνά πολλές λεπτομέρειες μπορεί να έρχονται κατευθείαν από την πραγματικότητα, στη συνέχεια όμως τις τοποθετώ μαζί ως ψηφίδες σε μωσαϊκό και φτιάχνω μια εικόνα που είναι εντελώς φανταστική.

Είναι, λοιπόν, πάντα δύσκολο, το επαναλαμβάνω, να απαντήσω σε τέτοιες ερωτήσεις. Μια ιστορία δημιουργεί το ύφος της, όμως καμιά φορά είναι το ύφος, η εσωτερική μουσική των γεγονότων και της αφήγησής τους, που δημιουργεί το μυθιστόρημα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στα γραπτά μου ανάμεσα από τις ηθικοπολιτικές παρεμβάσεις μου – για παράδειγμα τα άρθρα που γράφω εδώ και πενήντα χρόνια για την εφημερίδα Corriere della Sera, και στα μυθιστορήματα και τις ιστορίες μου.

Ενα άλλο ζήτημα που έχει για μένα σημαντική θέση στη γραφή μου είναι αυτό που ο Ερνέστο Σαμπάτο, ο μεγάλος συγγραφέας που είχα την τύχη να γνωρίσω και να γίνουμε φίλοι, ονομάζει γραφή ημερήσια και γραφή νυχτερινή. Κατά την ημερήσια γραφή ο συγγραφέας, ακόμα κι όταν επινοεί, εκφράζει έναν κόσμο της φαντασίας του που αντιστοιχεί στην εικόνα του για τον κόσμο και για τη ζωή, στην ηθική του, στην ανθρωπιά του. Κατά τη νυχτερινή γραφή, όμως, ανθίζουν αλήθειες ανησυχητικές, αρνητικές και απειλητικές, που δείχνουν το πρόσωπο εκείνο της ζωής που ο συγγραφέας δεν θα ήθελε να παραδεχθεί, δεν θα ήθελε να αναγνωρίσει ότι είδε. Η ειλικρίνεια, όμως, του συγγραφέα έγκειται ακριβώς στο να αφήνει να μιλάει ο σωσίας του, ακόμα κι όταν θα προτιμούσε να λέει άλλα πράγματα. Δεν μπορούμε να στείλουμε τη Μέδουσα στο κομμωτήριο για να της τακτοποιήσουν τα ερπετά που έχει για μαλλιά. Ούτε μπορούμε να τα μεταμορφώσουμε –και ο Σαμπάτο, με την προσωπική του εμπλοκή, για παράδειγμα, στη μάχη ενάντια στη δικτατορία– το ήξερε αυτό πολύ καλά.

– Στα βιβλία σας υπάρχουν πολλά ιστορικά στοιχεία, αναφορές, γλώσσες, τόποι, αναγωγές. Απευθύνεστε σε έναν αναγνώστη με μια ιδιαίτερη πνευματική καλλιέργεια, γνώση και κυρίως αντίληψη. Είστε ένας απαιτητικός συγγραφέας;

– Oχι, δεν απευθύνομαι σε έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο αναγνώστη, και ακόμα λιγότερο στον αναγνώστη που ήδη γνωρίζει καλά τον πολιτισμό και τις συνήθειες του κόσμου ή της ιστορίας για την οποία μιλώ και που λειτουργεί ως φόντο γι’ αυτό που διηγούμαι. Σε έναν αναγνώστη ευαίσθητο, που διαθέτει αντίληψη, σίγουρα ναι, πιστεύω όμως ότι κάθε αφήγηση, σε κάθε επίπεδο, έχει ανάγκη να βρει έναν αναγνώστη ο οποίος, είτε πολύ, είτε λίγο, είτε ελάχιστα καλλιεργημένος, έχει μια ευαισθησία που αντιστοιχεί δυνητικά με εκείνη του συγγραφέα. Oλες αυτές οι συγκεκριμένες σημειώσεις, οι τόποι, τα ιστορικά επεισόδια που ίσως δεν είναι πολύ γνωστά και πάει λέγοντας, είναι μόνο στοιχεία της πραγματικότητας, σαν να ανέφερα άνθη ή φυτά ή ζώα, ή σαν να ανέφερα πρόσωπα που φυσικά ο αναγνώστης δεν θα μπορούσε να γνωρίζει, αλλά που ο συγγραφέας θα πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνήσει.

Τόσα μυθιστορήματα και νουβέλες είναι γεμάτα με ιστορικές φιγούρες, ακόμα και δευτερεύουσες, που μόνο οι ειδικοί μπορούν να γνωρίζουν, αλλά που ακόμα και οι μη ειδικοί μπορούν να απολαύσουν, αν η αφήγηση είναι καλή και αν δεν βάζει τον αναγνώστη σε μια θέση αμυντική και επιφυλακτική απέναντι σε έναν υποτιθέμενο καθηγητή.

– Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι άνθρωποι ένιωσαν την κοινή υποχρέωση να μη κάνουν τα ίδια λάθη. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη, τα στρατόπεδα προσφύγων που υπάρχουν, οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτά, η στοχοποίηση των μουσουλμάνων είναι δείγματα πως το αίσθημα αυτό έχει χαθεί. Μήπως αυτός ο καπνός της καμινάδας δεν έχει σταματήσει να δηλητηριάζει τον κόσμο;

– Εμείς τώρα ζούμε όχι τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως είχε πει ο Πάπας, αλλά τον Τέταρτο. Ο Τρίτος, ο λεγόμενος Ψυχρός Πόλεμος που ήταν θερμότατος και τσουρούφλισε τόσους (45 εκατομμύρια νεκροί, κυρίως σε χώρες εκτός Ευρώπης), έλαβε χώρα από το 1945 ώς το 1989 ή ίσως το 1991, και η Δύση νίκησε τον κομμουνισμό, τον σοβιετικό κόσμο, ας το πούμε όπως θέλουμε. Σήμερα συμβαίνει ένας Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος· πόλεμος σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν ξέρουμε ποιος είναι ενάντια σε ποιον. Ο Aσαντ είναι σύμμαχος ή εχθρός της Δύσης; Η Σαουδική Αραβία είναι σύμμαχος της Αμερικής του Τραμπ, αλλά εκπαιδεύει τους τρομοκράτες του ISIS. Oλοι εναντίον όλων. Είναι τόσo πολλές οι αιτίες γι’ αυτήν την τρομερή, απάνθρωπη οπισθοδρόμηση, η οποία θα μπορούσε να γίνει ακόμα πιο τραγική για όλους εμάς. Eγιναν και πολλά λάθη από τις πολιτισμικά άρχουσες τάξεις, ακόμα και τις προοδευτικές, που μπορεί να είχαν τις σωστές αρχές αλλά δεν θέλησαν να δουν τις δυσκολίες, τις αποτυχίες, τις αδικίες, τους καρκίνους που υπήρχαν ακόμα και στην πιο ειρηνική και γαλήνια Ευρώπη, όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια. Γενικότερα, πρόκειται για μεγάλο λάθος των προοδευτικών, ανάμεσα στους οποίους βάζω κι εμένα, προφανώς, το λάθος του να μην έχουμε κατανοήσει τους λόγους που οδηγούν τόσους ανθρώπους σε τρομακτικές αντιδράσεις, λανθασμένες αντιδράσεις, τις οποίες προφανώς πρέπει να απορρίψουμε αλλά και να κατανοήσουμε, να καταλάβουμε από πού προέρχονται και γιατί. Oπως όταν η Χίλαρι Κλίντον αποκαλεί «disgusting» (αηδιαστικούς), κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, τους ψηφοφόρους του Τραμπ, αντί να προσπαθεί να τους πείσει για το λάθος τους.

Εχουμε ανάγκη από δικαιοσύνη και ποτέ από εκδίκηση

– «Η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω»...

– Από τη μια πλευρά πρέπει, πιστεύω, να ζούμε την Ιστορία ακόμα και με την τρομερή της δύναμη του αφανισμού, όπως έλεγε ο Νίτσε, όπως το σφαγείο για το οποίο μιλούσε ο Χέγκελ. Πρέπει να ζήσουμε μέχρι το τέλος αυτή την κόλαση, αυτές τις αδικίες, αυτά τα βάσανα εκατομμυρίων ανθρώπων ως κάτι απόλυτο, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τους άλλους να καταλάβουν ούτε να καταλάβουμε εμείς οι ίδιοι πόσο τρομερά είναι αυτά τα πεπρωμένα. Δεν θα μπορέσουμε όλο αυτό να το μεταμορφώσουμε σε ιδεολογία, σε διανοητικό όραμα ή, ακόμα χειρότερα, σε πολιτική. Πρέπει να ζήσουμε απολύτως τον πόνο και την αδικία και ταυτόχρονα να διορθώσουμε την απολυτότητά της, να πιστέψουμε ότι η αδικία και η σκληρότητα μπορούν να αμβλυνθούν, να διορθωθούν, ακόμα και να ακυρωθούν σε ορισμένες περιπτώσεις, και ότι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτές. Το λάθος τόσων, ακόμα και μεγάλων ή σπουδαίων αντιδραστικών συγγραφέων, που ήταν φασίστες, σταλινιστές, ναζιστές, ήταν ακριβώς το ότι τυφλώθηκαν από αυτή την αποκάλυψη του κακού και το νόμισαν, εσφαλμένα, ως κάτι απόλυτο, ως μια αλήθεια στην οποία έπρεπε να μείνουν πιστοί ενάντια σε κάθε πνεύμα κριτικό, ανθρωπιστικό, φιλελεύθερο και δημοκρατικό, τα οποία ερμήνευαν ως πλαστογραφικές ψευδαισθήσεις.

– Οποιος μελετά την Ιστορία αντιμετωπίζει τον θάνατο συνήθως και ασυνείδητα ως ένα γεγονός, ως έναν αριθμό. Είναι απλώς ένα γεγονός και για εσάς;

– Οχι, για εμένα κάθε θάνατος είναι μοναδικός, ανεπανάληπτος· ποτέ δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Οταν ακούω να μιλούν για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, έχω την αίσθηση ότι σχεδόν βλέπω τα πρόσωπά τους, το πρόσωπο καθενός από αυτούς, ότι μυρίζω τη μυρωδιά τους, ότι αναγνωρίζω τις αρετές και τα ελαττώματά τους, την καλοσύνη τους ή την πνευματική τους μιζέρια, την ανθρωπιά τους. Πιστεύω ακράδαντα ότι το άτομο είναι η αληθινή πραγματικότητα, ακόμα κι όταν βρίσκεται μέσα σε τεράστιες μάζες ατόμων. Οι άγραφοι νόμοι των θεών που διακήρυξε η Αντιγόνη παραμένουν στον πυρήνα της ηθικής και, με μια υψηλότερη έννοια, ακόμα και της πολιτικής, της Πόλεως, της ζωής σε κοινότητα.

– Μια ερώτηση κάπως αφελής, αλλά αυθόρμητη. Οταν κάνετε την ιστορική σας έρευνα ή όταν γράφετε τα μυθιστορήματά σας, έχετε ποτέ ευχηθεί να υπήρχε ένας άγγελος εκδικητής ή ένας αρχάγγελος της Δικαιοσύνης;

– Αυτές οι αυθόρμητες ερωτήσεις, που είναι αθώες με την κλασική, τη σιλεριανή έννοια της λέξης, δηλαδή γεννιούνται αυθόρμητα και απαραιτήτως από ολόκληρο τον άνθρωπο, είναι ακριβώς και οι πιο σημαντικές. Η ερώτηση αφορά όχι μόνο το συλλογικό κακό, το ιστορικό κακό, τις σφαγές και το μακελειό σε κλίμακα εκατομμυρίων, αλλά κάθε τρομερό κακό που προκαλείται σε κάθε άνθρωπο. Οταν διαβάζω ότι η μαφία –δεν ξέρω αν πρόκειται για βεντέτα ή κάτι άλλο– σκότωσε παιδιά θάβοντάς τα ζωντανά σε τσιμέντο, εκείνη τη στιγμή έχω την παρόρμηση και την επιθυμία να εξοντώσω τους ενόχους. Το συναίσθημα αυτό είναι απαραίτητο, είναι επίσης, σε μια πρώτη φάση, δίκαιο, γιατί δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά correct (σωστοί), οι ανθρώπινες αντιδράσεις μας, ακόμα κι όταν είναι θυελλώδεις, δεν μπορούν να καταπιεστούν ή να ευνουχιστούν. Στη συνέχεια, φυσικά, η συνείδηση, όχι μόνο η ηθική αλλά και η δημόσια/αστική και η πολιτική πρέπει να παρέμβει· είμαι αντίθετος στη θανατική ποινή, είτε επειδή πιστεύω ότι και οι πολύχρονες φυλακίσεις είναι αρκετά σκληρές ποινές είτε επειδή πιστεύω ότι έχουμε ανάγκη από Δικαιοσύνη και ποτέ από εκδίκηση. Φυσικά, η Δικαιοσύνη μπορεί και μερικές φορές πρέπει να είναι σκληρή, αυστηρή, ασυγκίνητη, αλλά η εκδίκηση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αυτή η βάρβαρη επιθυμία για εκδίκηση που έχουμε στην καρδιά είναι αναγκαία, όμως μόνο όταν μπορούμε να την επεξεργαστούμε και να τη μεταμορφώσουμε σε πολιτισμένη συμπεριφορά και αποφάσεις. Oταν το πάθος –αναγκαίο, γιατί πρέπει να θρέψει κάθε μας στάση– μεταφράζεται σε πολιτική, είναι πάντα, και πρέπει να είναι πάντα, πάθος, αλλά όχι αποκλειστικά πάθος. Για τον λόγο αυτό, άγγελος της Δικαιοσύνης, αλλά όχι άγγελος εκδικητής.


«Τι έκανες στον Μεγάλο Πόλεμο, μπαμπά;». Αφίσα εποχής. Ο πόλεμος είναι θέμα που απασχολεί τον Μάγκρις.

Πηγή:  kathimerini.gr  

Έντυπη

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 15 Μαΐου 2018 10:34

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση