Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018 01:52

Πέντε κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη από το αρχείο του "Αθηνοράματος"

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

papagiorgis2Το ντοκιμαντέρ «Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος» της Ελένης Αλεξανδράκη που κυκλοφορεί στις αθηναϊκές αίθουσες φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο «Παπαγιώργης». Τι να πρωτοδιαλέξεις, όμως, από τα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη που διατήρησε τη στήλη του «Λαϊκή Απογευματινή» για περίπου δεκαεπτά χρόνια στο αθηνόραμα; Με μεγάλη δυσκολία επιλέξαμε πέντε κείμενα, με ποικίλο περιεχόμενο από διαφορετικές περιόδους, τα οποία φανερώνουν τη συγγραφική δεινότητα, την ευφυΐα και τη δημιουργική σκέψη ενός εκ των σημαντικότερων σύγχρονων Ελλήνων διανοούμενων και δοκιμιογράφων. Πέντε «Λαϊκές Απογευματινές» που μιλούν για την καρικατούρα (το παρθενικό του άρθρο στο «α»), τον Τσε Γκεβάρα, τη θρησκεία, την αστική πραγματικότητα και φυσικά τη μεγάλη του αγάπη, τον Παναθηναϊκό.

 

Καρικατουρίστες

Τεύχος 991 – 6 Οκτωβρίου 1995

Σε χλευαστική αντίθεση προς την τέχνη της κλασικής προσωπογραφίας, η οποία εξωραΐζει τη μορφή που αναπαριστά, επιζητώντας τη βαθύτερη αρμονία των ανθρώπινων χαρακτηριστικών για να συλλάβει την πνευματικότητα του προσώπου, η καρικατούρα είναι ένα σχολείο διόγκωσης και βαναυσότητας. Στο πορτρέτο ταυτίζεται ο εικονιζόμενος με ό,τι ανώτερο κρύβει μέσα του, στην καρικατούρα με ό,τι κατώτερο. Αν ο πορτρετίστας βλέπει την εσωτερικότητα της μορφής, η οποία έχει παραδοθεί στο σάρκινο περίβλημα της (δέρμα, ρυτίδες, πόροι, σημάδια, σημάδια, τρίχες, κόμη), ο καρικατουρίστας επιμένει στην άποψη ότι η ατέλεια προσδίδει το χαρακτήρα. Αντί να ωραίζει το άσχημο, πασχίζει να βρει την ενότητα μέσα από τα κουσούρια μιας ψυχής που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τη μορφή που βοά. Είναι τυχαίο άραγε ότι τα καταφέρνει περίφημα; Είτε τρίβει τα χέρια του από χαρά μπροστά σε κάθε δυσαναλογία είτε είναι ψυχρός θεραπευτής κάθε αρνητικότητας, το αποτέλεσμα είναι αποστομωτικό. Άλλωστε δε χρειάζεται να είσαι χύδην και εξ επαγγέλματος μισάνθρωπος για να βλέπεις πάνω σε κάθε πρόσωπο δόλιες εκδικήσεις της ασχήμιας. Αντίθετα είναι πολύ γήινο, πολύ πιστό στα πράγματα, να διογκώνονται οι εντάσεις της φυσιογνωμίας και να ολοκληρώνεται το ανολοκλήρωτο, έστω και επί τα χείρω. Η παρωδία είναι η μεγάλη αρετή της κωμωδίας και η κωμωδία –για μια παράδοση τουλάχιστον- ομογάλακτη αδελφή της αλήθειας. Εν πάση περιπτώσει, η καρικατούρα καταφέρνει να μεταδίδει κάτι από την αινιγματική μοχθηρία του Θεού –και την απογοητευτική κακία του ανθρώπου, φυσικά.

Τσε

Τεύχος 994 - 27 Οκτωβρίου 1995

Μοναδική περίπτωση χώρας, η οποία τόλμησε να σηκώσει κόκκινη σημαία στα χωρικά ύδατα της Αμερικής, η Κούβα, δεδομένου ότι κάθε επαναστατημένος λαός δημιουργεί ή νέμεται κάποιους μύθους, δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς ήρωες. Μετά τον άδοξο θάνατο του Καμίλο Σιενφουέγος και τη μεταμόρφωση του Φιντέλ Κάστρο σε ερυθρό δικτάτορα, ο κλήρος του ήρωα έπεσε στον Τσε. Ήταν τόσο ευθύγραμμη η πορεία αυτού του γοητευτικού άντρα προς τη μυθοποίηση; Για πολλούς, αν ο γιατρός Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα είχε μείνει στην Κούβα ως υπουργός Εθνικής Αμύνης ή ως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας τίποτα τέτοιο δεν θα συνέβαινε. Η εξουσία θα εξαφάνιζε τον ήρωα. Η επαναστατικότητα του ανδρός, όμως, εκδηλώθηκε την κρίσιμη στιγμή: η σύγκρουση με τον Κάστρο εξόρισε τον Τσε από την Κούβα και τον έθεσε σε επαναστατική διαθεσιμότητα. Άραγε δεν πήγαινε στο χαρακτήρα του η «δύναμη» του κρατούντος ή υπάρχουν άλλα μυστικά που ποτέ δεν κοινοποιήθηκαν; Όπως και να έχουν τα πράγματα, από τη στιγμή που ο Τσε παίρνει την επαναστατική κατιούσα, γιατί τώρα πια ξέρουμε ότι η θεωρία του «φόκο» δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια χώρα σαν τη Βολιβία που ελεγχόταν πλήρως από τη CIA, ο μύθος του αρχίζει να μεσουρανεί. Ο θάνατός του, η λατρεία της παγκόσμιας νεολαίας και η συμβολοποίησή του αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι για να λατρευτεί, ο επαναστάτης πρέπει να αποτύχει. Υπάρχει μια σκοτεινή συγγένεια ανάμεσα στις επαναστατικές προσδοκίες, στο θάνατο και τη λατρεία. Διαφορετικά, ο επαναστάτης καταντά Λένιν, Κάστρο, Στάλιν…

Συμφορά στη Ριζούπολη

Τεύχος 157 Β’ Περίοδος - 15 Μαΐου 2003

Πολυχρόνιο συμβόλαιο μελαγχολίας και θλίψης φαίνεται πως υπέγραψαν παίκτες και οπαδοί του «τριφυλλιού». Όταν εκεί που πιστεύεις ότι μια κυριαρχία επτά χρόνων θα γκρεμιστεί και τελικά θα καθαρίσεις την κόπρο του Αυγείου κάνοντας επίδειξη ισχύος, σε γονατίζουνε για πλάκα και υφίστασαι διασυρμό –τότε χάνεις κάθε ελπίδα. Δικαιολογίες βέβαια υπάρχουν. Η φάκα που είχε στηθεί στη Ριζούπολη δεν προδιέθετε για ποδόσφαιρο, ακόμα και στην Τουρκία τα πράγματα ήταν ελαφρώς καλύτερα. Η διάλα της ομάδας δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με τα σφυρίγματα του Μποροβήλου ή τις απειλές της εξέδρας. Οι παίχτες του «τριφυλλιού» είχαν χάσει τον μπούσουλα. Κυριάκος και Μπασινάς, που αποτελούν τα δυο «κλειδιά» της ομάδας, ήταν ανύπαρκτοι. Ο Κυριάκος έχασε όλες τις κεφαλιές στην περιοχή, ενώ στο παρελθόν καθάριζε με άνεση όλες τις… αεροπορικές επιθέσεις. Ουδείς μάρκαρε, ουδείς έπαιζε. Το ματς τελείωσε μέσα σε δέκα λεπτά. Όσο για τον αντίπαλο ήταν απλό: αναστήθηκε.

Ο Θεός δεν μένει πια εδώ

Τεύχος 256 Β’ Περίοδος – 7 Απριλίου 2005

Το αστείο είναι γνωστό: - Ποιος έχει τα περισσότερα ακίνητα επί της Γης; - Ο Θεός βέβαια… Πράγματι, αν υπολογίσουμε τις εκκλησίες, στην Ευρώπη τουλάχιστον, το άθροισμα είναι εκπληκτικό. Παναγίες, Χριστοί, άγιοι το μόνο που δεν στερούνται είναι η στέγη. Πλην όμως την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μια εντυπωσιακή μεταστροφή στη Βόρεια Ευρώπη. Στη Γερμανία την τελευταία δεκαπενταετία η Καθολική Εκκλησία απώλεσε δυο εκατομμύρια πιστούς, ενώ η Προτεσταντική ξεπέρασε τα τέσσερα εκατομμύρια. Ανάλογα φαινόμενα αθρησκείας παρατηρούνται στη Μεγάλη Βρετανία και την Ολλανδία. Προφανώς το «ποίμνιο» δεν επιστρέφει στη στρούγκα ούτε τη συντηρεί με τον οβολό του. Έτσι εξηγείται και το φαινόμενο της εναλλακτικής χρήσης των άδειων ναών. Εκατοντάδες εκκλησίες πωλούνται πλέον για να αξιοποιηθούν ως υπεραγορές, καταστήματα, μπαρ και κάθε λογής κλαμπ και εστιατόρια. Οι εναπομείναντες Γερμανοί κληρικοί φροντίζουν βέβαια να νοικιάζονται οι ναοί για κονσέρτα, βιβλιοθήκες και παιδικούς σταθμούς. Αλλά το δράμα του Ευρωπαίου κάνει μπαμ: έκανε καμιά δεκαπενταριά αιώνες να ξεπεράσει το χριστιανισμό. Να δούμε τι θα το κάνει το άχρηστο μυαλό του…

Ρίαλ αϊκίντο

Τεύχος 411 Β’ Περίοδος – 27 Μαρτίου 2008

Γεγονός είναι ότι στις μεγάλες πόλεις ο πλησίον μας παραήρθε κοντά. Ποιος είναι αυτός που έρχεται από απέναντι; Κύριος οίδεν. Είναι υπάλληλος, μικροαστός, μετανάστης, μίστερ τίποτας, κακοποιός, διεστραμμένος, ανθρωπάκι; Ήδη ο Τερζάκης, στα προχουντικά άρθρα του –γέρων πια–, ομολογούσε ότι περπατάει στην πόλη κι όλο σκέπτεται μήπως φάει καμιά καπελιά. Σήμερα αυτό είναι πλέον κοινό αίσθημα. Αυτός που έρχεται κι αυτός που ακολουθεί είναι αρνητικές δυνάμεις. Άρα τίθεται το ζήτημα της αμύνης. Σε περίπτωση αδίκου επιθέσεως τι κάνουμε; Τρώμε ξύλο και λέμε κι ευχαριστώ; Παραδίδουμε το πορτοφόλι μας και ζητάμε συγγνώμη; Προβάλλουμε αντίσταση; Και με τι μέσα; Την απάντηση τη δίνουν οι πολεμικές τέχνες, που χρόνια τώρα διδάσκουν θάρρος, τεχνικές αμύνης κι επιθέσεως, λαβές, χτυπήματα – ό,τι χρειάζεται δηλαδή για να τη βγάλουμε καθαρή. Στα διαφημιστικά της οθόνης παρακολουθούμε προγυμναστές που στρώνουν κάτω τον αντίπαλο προτού καν βγάλει κιχ. Αμυνόμενους που στρέφουν τη βία του αντιπάλου εναντίον του με συνοπτικές κινήσεις. Γυναίκες που ξαπλώνουν κάτω νταγλαράδες ώσπου να πεις κύμινο. Ο θεατής αναρωτιέται: «Ρε, είμαστε τόσο δυνατοί και δεν το ξέρουμε; Μήπως, αντί να κωλώνουμε, πρέπει να τους ξεκωλώνουμε;». Μια δοκιμή θα σας πείσει. 

Είναι γεγονός ότι περισσότερο μας πλήττει ο φόβος παρά ο αντίπαλος. Κατά συνέπεια, τα γυμναστήρια όπου μοιράζεται το θάρρος κάνουν καλή δουλειά. Προετοιμάζουν τον πολίτη για το χειρότερο μαθαίνοντάς του τις καλύτερες μορφές αμύνης. Το ρίαλ αϊκίντο, όπως παλιά το ζίου ζίτσου, φιλοδοξεί να κάνει τον «λίγο» πολίτη «πολύ» και να του προσδώσει αυτοπεποίθηση. Για κάθε επίθεση υπάρχει λύση. Για κάθε χτύπημα υπάρχει αντι-χτύπημα. Κάθε άτυχη συνάντηση μπορεί να αποτραπεί. Ένας οξύχολος φίλος, που σε κάθε παρκάρισμα ήταν έτοιμος να καλέσει τον αντίπαλο σε μονομαχία, μας έλεγε αν τελικά πρέπει να μάθει καράτε. Εμείς, φυσικά, μπουγιάραμε την επιθυμία του. Μάθε για να δείρεις και μερικούς δικούς μας εχθρούς. Οπότε η πλάκα συνεχιζόταν με τα κιλά. Ας πούμε ότι σου κληρώσει έναν στα ογδόντα κιλά και θέλεις να τον ρίξεις στο καναβάτσο – μπορείς να τον κουμαντάρεις; Κι αν πέσει πάνω σου; Κι αν σε πατήσει και σε ξενυχιάσει; Θα προλάβεις να βγάλεις τα γυαλιά σου; Δεν λυπάσαι τα δόντια σου που μόλις τα φόρεσες και κάνουν ένα σκασμό λεφτά; Αν του δώσεις το πορτοφόλι, φτηνότερα θα σου ’ρθει! 

Κάποιος άλλος –φίλος κι αυτός από τα παλιά–, που γνώριζε αϊκίντο από τα γεννοφάσκια του, το έλεγε η περδικούλα του δηλαδή, όταν κάποτε βρέθηκε σε θέση μάχης απέναντι σε κάποιον που του δήλωσε: «Πρόσεχε, ξέρω καράτε!», του απάντησε ψυχρά: «Εγώ ξέρω βαράτε!», και τον καταχέρισε.

 
Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018 09:48
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση