Πέμπτη, 05 Απριλίου 2018 19:01

Πάσχα σημαίνει... κατά τον Δ. Πολιτάκη & Το χαμένο Πάσχα, κατά τον Ν. Σεβαστάκη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo165Πάντα το Πάσχα άρεσε στους «κοσμικούς». Και στους άθεους και στους αγνωστικιστές, αυτούς τους πιο κομψούς άθεους. Όχι μόνο για το έθιμο, την ιεροτελεστία της άνοιξης, τα τροπάρια και την υμνογραφία που μπορεί να φέρει δάκρυα και στον πιο σκληρόπετσο υλιστή. Μια άλλη του πλευρά στάθηκε νομίζω πιο σημαντική στο παρελθόν.  

Πολλοί έβρισκαν ένα νόημα στη διάβαση από το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας στην Ανάσταση. Η Ανάσταση, ως άλλο όνομα μιας Επανάστασης, μιας μεγάλης τομής που χωρίζει δύο βασίλεια, είναι εξάλλου ένα από τα αρχαία θεμέλια της ριζοσπαστικής φαντασίας.  

 

Και, φυσικά, η ιδέα πως η Ιστορία είναι ένας τόπος βασάνων και οδυρμών, μα, στο τέλος θα ανταμειφθούν οι δίκαιοι, ενώ θα αναστηθεί και το «σώμα του λαού», έκανε θραύση και στους λαϊκούς ανθρωπιστές και στους σοσιαλιστές των κλασικών εποχών. Φυσικά, το Πάσχα είναι πάνω απ' όλα ένα υφαντό από τις παιδικές μας μνήμες που αφυπνίζονται μέχρι το τέλος της ζωής του καθενός. Φέρνει μαζί του τον μυστικισμό των κεριών που έκαιγαν και μας θάμπωναν τα μάτια στους μακρόσυρτους οικογενειακούς ή σχολικούς εκκλησιασμούς.  

Το Πάσχα συντηρεί ακόμα μέσα μας πρόσωπα γέρων που είχαν ταυτιστεί με τις ψαλμωδίες του ή γυναικών που ξεπερνούσαν σε ευσέβεια τις άλλες, τις καλοντυμένες και άψογα χτενισμένες γονυπετούσες των ναών. Υπενθυμίζει, τέλος, όλα τα δράματα της πίστης, τα δικά μας ή των γνωστών μας. 

Κάποτε, για παράδειγμα, και ιδίως στη δεκαετία του '80, πολλοί καλλιτέχνες, ηθοποιοί και λογής απογοητευμένοι των κομμάτων απέκτησαν ενδιαφέρον για τα αυθεντικά ξωκλήσια, τις αγιορείτικες εμπειρίες, την πασχαλιάτικη αυθεντικότητα. Έψαχναν τον πνευματικό τους, αφού δεν άντεχαν πια τον πολιτικό τους καθοδηγητή.  

Από εκείνα τα χρόνια προέρχεται ο διχασμός ανάμεσα στο προκάτ Πάσχα της τηλεόρασης και ενός στιλβωμένου Πέτρου Γαϊτάνου και στη γιορτή που διατηρεί μια εσωτερική κατάνυξη. Στη συνέχεια, βέβαια, έγινε και η κατάνυξη μια ακριβή εμπειρία, όχι με την οικονομική έννοια αλλά με το κριτήριο τού πόσο δύσκολα μπορεί να τη βρει και να τη νιώσει κάποιος ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμου.

Αργότερα, επίσης, θα προκύψουν και οι γνωστές μεταμοντέρνες διαμάχες για το Πάσχα: οι αγωνίες κάποιων για τη γενοκτονία των αμνοεριφίων, η καταγγελία της «θρησκευτικής βαρβαρότητας», οι σουβλιστές πατάτες των βίγκαν, η ανακάλυψη, εκ νέου, του παγανισμού μιας «γιορτής της Φύσης».

Όλες αυτές οι μοντερνιές, όμως, δεν θα μπορέσουν να ακουστούν έξω από περιορισμένους κύκλους. Το Πάσχα θα συντηρήσει την πρωτοκαθεδρία του στην ελληνική εμπειρία. Τα άγχη κάποιων διανοουμένων, οι αφορισμοί των βίγκαν, η κριτική στο πώς πηδάει ο Έλληνας από τη νηστεία στην κραιπάλη, δεν θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο. Θα απασχολούν την ανεκδοτολογία των ημερών και τα αμήχανα ρεπορτάζ.  

Από τη μία έχουμε την πιο επιτυχημένη γιορτή των ιδιωτικών αναμνήσεων. Από την άλλη, την ιδιαιτερότητα ενός μηνύματος που, έστω και χιλιοπαιγμένο, διατηρεί ακόμα τη μελωδία του. Η προσδοκία μιας νίκης επί του θανάτου, με άλλα λόγια η ουτοπία της υπέρβασης και της επικράτησης εναντίον της φθοράς και του κακού, δεν μπορεί να αφήσει πολλούς αδιάφορους. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αντιτείνει κάποιος ότι απ' όλες τις παραπάνω διαστάσεις έχει μείνει κυρίως το ταξίδι σε κάποιο χωριό, μια εκδρομική ρουτίνα και δύο ώρες πάνω-κάτω Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο.  

Οι πολλοί περιμένουν πλέον έξω από την πόρτα των ναών, ανάβουν τις λαμπάδες τους για ένα δεκάλεπτο και τρέχουν βιαστικά στο σπίτι για τη μαγειρίτσα. Κυριαρχούν τα αεροπορικά πακέτα για την Πράγα ή το Παρίσι, τα κοντινά νησιά, ένα πρώτο μπάνιο στη θάλασσα, μια συναυλία και, βέβαια, τα «κιλά του Πάσχα».  

Το σωτηριολογικό άγγελμα του χριστιανού που μπορούσε να συγκινεί αορίστως και τον παλιάς κοπής ανθρωπιστή μοιάζει πια συρρικνωμένο. Ένα μουσείο της Ανάστασης και της Επανάστασης στον ίδιο χώρο. Το πλήθος φέρεται κυρίως παγανιστικά, έστω με τον χλιαρά μικροαστικό τρόπο που και επίσης μούδιασε κι έχασε τα κέφια του τα τελευταία χρόνια. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να δηλώνει σε συντριπτικά ποσοστά ένθεο και χριστιανικό, κοντά στο σώμα μιας παράδοσης που πρέπει σώνει και καλά να τηρείται. Γι' αυτό κι εν τέλει οι συγκεκριμένες μέρες μπερδεύουν όσους γράφουν για το νόημά τους, δίχως να διαθέτουν την αρματωσιά της πίστης.

Το Πάσχα έγινε το κατεξοχήν μοντέρνο φολκλόρ μας, η θρησκευτική μας εξωστρέφεια και επίδειξη. Ο καιρός, άλλωστε, το επιτρέπει, παρά τις πατροπαράδοτες βροχές της Μεγάλης Παρασκευής.  

Τι επιτρέπει; Να φανερωθούμε στους άλλους και να ανταλλάξουμε ευχές, αφού πρώτα εκμεταλλευτούμε τον ηδονικό ήλιο και το υπαίθριο έθος. Όλο και περισσότερο κατοικούμε σε μια μεθόριο, στην «γκρίζα ζώνη» μεταξύ θρησκείας και αδιαφορίας, μεταξύ εθίμου και λησμονιάς. Μπορούμε, βέβαια, να επαινούμε τα κείμενα των ύμνων ως υψηλή ποίηση αλλά δεν ζουν πια εκείνοι οι πατεράδες που ήξεραν τα λόγια απέξω, ακόμα και αν κορόιδευαν τα φάλτσα των παπάδων.

Δεν ζουν οι άθεοι που ήταν ένθεοι αλλά ένα νέο είδος νεο-συντηρητικών εθιμόπληκτων.

Πάντως, οι πραγματικά πιστοί θα πρέπει να αισθάνονται τη μοναξιά όλων των υπολοίπων και αν έχουν αγάπη, να μας ευχηθούν «Καλή Ανάσταση».

 


 

lifo164Αποτελεί μάλλον ένα είδος ενηλικίωσης να αποδέχεσαι και να απολαμβάνεις το τελετουργικό και τα παρελκόμενα του ελληνικού Πάσχα: «Όταν ήμουν πιο μικρός/ή δεν μου άρεσε το Πάσχα. Μεγάλος/η εκτίμησα το τελετουργικό / την υποβλητική ατμόσφαιρα / την ανοιξιάτικη φύση / το κοκορέτσι...».

Αν κέρδιζα δέκα ευρώ για κάθε φορά που έχω ακούσει αυτή την ατάκα τα τελευταία χρόνια, θα ήμουν πλούσιος, που λέει ο λόγος. Την κατανοώ, πάντως, σε μεγάλο βαθμό αυτή την ενήλικη, ώριμου τύπου τάση αποδοχής και εναγκαλισμού της «μεγάλης γιορτής της Ορθοδοξίας» –ασχέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων– που συνδυάζεται με ολιγοήμερες, πολύτιμες, ανοιξιάτικες διακοπές. Θα μπορούσα άνετα να το έχω πει κι εγώ και ενδεχομένως το έχω πει σε ανύποπτο και χαλαρό χρόνο, κάποια ιδανική στιγμή, στην εξοχή κάποιου ελληνικού νησιού τέτοιες μέρες. Έφηβος και για αρκετά χρόνια μετά δεν το είχα καθόλου σχεδόν, έπεφτε βαρύ το Πάσχα με τη βουκολική ελληνικότητά του κι επίσης ανέδιδε μια χουντική εσάνς, κυρίως λόγω της καταπιεστικής ετήσιας εισβολής της επίσημης Εκκλησίας (που ήταν ανακουφιστικά εξαφανισμένη από την «αμερικανιά» των Χριστουγέννων) και των δημοτικών τραγουδιών (ακόμα, τότε, πολλοί τα αποκαλούσαν «βλάχικα» και σε καμία περίπτωση «παραδοσιακά») στην καθημερινότητα. Ήταν μεγάλη, πάντως, και λίγο ένοχη, η απόλαυση του να ψάχνεις ανοιχτό στέκι εκείνες τις εποχές, με τα δύο κανάλια στην τηλεόραση που έπαιζαν μόνο θρησκευτικά δράματα, βιβλικά έπη, λειτουργίες και βυζαντινούς ύμνους – θυμάμαι κάτι φάσεις που μόνο το Decadence ήταν ανοιχτό Μ. Παρασκευή και ο Κάβουρας.

Κατά την παιδική/προεφηβική περίοδο δεν πέθαινα κιόλας (δεν ήταν Χριστούγεννα, ούτε καλοκαίρι, αλλά κάτι άλλο, περίεργο ενδιάμεσα και συχνά με φόντο έναν άστατο καιρό), αλλά γενικά το Πάσχα ήταν μια χαρά παρά το μπούκωμα, την επιπεφυκίτιδα και διάφορες αλλεργικές παρενέργειες από τη γύρη. Ανέμελα κυλούσαν οι μέρες της αργίας από το σχολείο με ανεπίσημο χρονολόγιο της Μεγάλης Εβδομάδας τα επεισόδια του «Ιησού από τη Ναζαρέτ», σειρά που, εκτός όλων των άλλων, λειτουργούσε και ως πεδίο έκφρασης για τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, των κοριτσιών κυρίως. Άλλης της άρεσε ο Ιησούς (Ρόμπερτ Πάουελ) και άλλης ο Ιωάννης ο Βαπτιστής (Μάικλ Γιορκ), που ήταν και πιο ζόρικος. Για τα αγόρια μπερδευόταν το πράγμα. Η Ολίβια Χάσεϊ ήταν πανέμορφη στον ρόλο της Παναγίας, αλλά, εντάξει, μεγάλο ταμπού και ακραία βλασφημία να το παραδεχτείς ως παιδάκι. Η Αν Μπάνκροφτ ως Μαγδαληνή και η Κλάουντια Καρντινάλε στον ρόλο της Μοιχαλίδας αποτελούσαν ίσως εναλλακτικές λύσεις, αλλά και πάλι η σημειολογία δεν ήταν με το μέρος μας.

Θυμάμαι, επίσης, το ξεκίνημα της εμμονής να ζωγραφίζω εσταυρωμένους σε χαρτιά, περιοδικά, χαρτοπετσέτες, οπουδήποτε. Ο Χριστός κλονισμένος, αλλά θριαμβευτής, με ανοιχτά τα χέρια ως κακοποιημένο, λιπόσαρκο φρικιό στον σταυρό – ήταν τελικά ο πρώτος ροκ σταρ ή η «πόζα Ιησού» αποτελεί την ύστατη ναρκισσευόμενη καταφυγή του κάθε wannabe ροκ σταρ; Η ουσία είναι ότι ακόμα και σήμερα, στο παγκοσμιοποιημένο, ανεξίθρησκο, πολυπολιτισμικό, εκκοσμικευμένο υποτίθεται σύμπαν μας, μετράμε τα χρόνια από τότε που φέρεται να σταυρώθηκε Εκείνος. Μια φορά μάλιστα, Πάσχα, στο μητρικό νησί, θα πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ, ειλικρινά δεν ξέρω πώς μου την είχε δώσει –δεν υπήρχαν σχετικές ενδείξεις–, είχα πάει μόνος μου στην κοντινή εκκλησία Μεγάλη Πέμπτη και είχα παραμείνει, σαν σε δοκιμασία αντοχής, σε όλα τα ευαγγέλια μέχρι αργά τη νύχτα. Η μάνα μου, που με έψαχνε, αμφιταλαντεύτηκε κατόπιν μεταξύ επιδοκιμασίας και προβληματισμού, ενώ, εκ των υστέρων, σκέφτομαι ότι ο πατέρας μου μπορεί και να έκανε δυσοίωνες προβολές σ' ένα μέλλον στο οποίο εγώ θα είχα εξελιχθεί σε θεούσα ή ψυχάκι. Το σενάριο να καταλήξω κάποτε born again κουλτουριάρης νεορθόδοξος δεν θα περνούσε από το μυαλό του, δεν έπαιζε αυτό το υβρίδιο πολύ τότε ακόμα, εκεί στο τέρμα των '70s. Προσπαθώ, πάντως, καμιά φορά να ανακαλέσω εκείνη τη στοχοπροσήλωση να βγάλω ως το τέλος μια διαδικασία που με καταπίεζε, αλλά μάταια. Από πού είχε έρθει και πού χάθηκε; Μυστήριο.

Το έχω συμπαθήσει προ πολλού το Πάσχα, έστω και ως ένα είδος οικείου εξωτισμού, μαζί με τα παραδοσιακά παρελκόμενά του: τον Επιτάφιο και την πένθιμη μπάντα, τον ασπασμό με γνωστούς (αλλά και με αγνώστους) μετά το «Χριστός Ανέστη», την έξοδο από την Αθήνα (αν και δεν ξεχνάω ποτέ εκείνη τη φορά που είχαμε ανέβει νωρίς το πρωί, άυπνοι και ακόμα «υπό την επήρεια», Κυριακή του Πάσχα, στους Αέρηδες και πόσο υπέροχο ήταν να αφουγκράζεσαι τον υπόκωφο κατασταλτικό βόμβο της πρωτεύουσας σε μια σπάνια στιγμή χαλαρότητας και αποσυμφόρησης), το αρνί στη σούβλα και το κοκορέτσι και το σπληνάντερο (αιωνία του η μνήμη, μας το έκοψαν οι αλήτες οι Ευρωπαίοι με τις health & safety υπερβολές τους), ακόμα και τον άστατο καιρό, ακόμα και αυτήν τη μουντίλα με τις κατά τόπους εκτυφλωτικές ανοιξιάτικες εκλάμψεις: «Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο» που έλεγε κι ο Ν. Καρούζος. 

 

Πηγές: http://www.lifo.gr/print/second_thoughts/187208/to-xameno-pasxa 

http://www.lifo.gr/print/shortcut/140660/pasxa-simainei-apo-ton-dimitri-politaki 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 06 Απριλίου 2018 09:54

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση