Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018 17:32

Σοσιαλιστές σε κρίση, του Ανρί Βεμπέρ

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets103Ο Ανρί Βεμπέρ ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 1968. Ιδρυτικό στέλεχος της τροτσκιστικής Ligue Communiste Révolutionnaire, το 1986 προσχώρησε στο Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Πρώην γερουσιαστής και έπειτα ευρωβουλευτής, διατέλεσε επίσης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris VIII από το 1969 έως το 1995. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα άρθρου του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le débat, και αναφέρεται στις αιτίες της ήττας και της βαθιάς κρίσης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

 

Kάθε φορά που οι σοσιαλιστές που βρίσκονται στην εξουσία υφίστανται μια βαριά ήττα, αναδύεται η ίδια οκνηρή ερμηνεία«Χάσαμε επειδή γι’ άλλη μια φορά δεν ήμασταν αρκετά αριστεροί. Συνθηκολογήσαμε στις επιλογές μας μπροστά στον φιλελευθερισμό, την εργοδοσία, το κεφάλαιο, τις Βρυξέλλες, τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τη γερμανική ηγεμονία…».

Αυτή η «ερμηνεία» έχει το πλεονέκτημα της απλούστευσης και της αποτελεσματικότητας: προσδιορίζει έναν ένοχο και προτείνει μια λύτρωση. «Για να ξανακερδίσουμε τους ψηφοφόρους μας, πρέπει να ξαναγίνουμε πιο αριστεροί, να διεκδικούμε περισσότερο κράτος και λιγότερη αγορά».

Η πραγματικότητα είναι προφανώς πιο περίπλοκη. Η κρίση της κυβερνητικής Αριστεράς δεν είναι μόνο γαλλική, αλλά ευρωπαϊκή και διεθνής. Πλήττει, σε διαφορετικούς βαθμούς, όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Τα μόνα κόμματα που έχουν αέρα στα πανιά τους είναι τα λαϊκιστικά, δημαγωγικά κόμματα, που δεν έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία. Αυτή η κρίση είναι η εκδήλωση της κρίσης της δυτικής δημοκρατίας. Οι αιτίες της είναι πολλαπλές.

Ορισμένες έρχονται από μακριά και οι επιπτώσεις τους θα διαρκέσουν πολύ. Αλλες είναι πιο άμεσες και βαραίνουν εμάς. Μεταξύ των μακρινών και υπερεθνικών αιτιών, θα τοποθετούσα σε πρώτο επίπεδο την αυξανόμενη αποδυνάμωση, στις δημοκρατίες μας, των δημόσιων υποκειμένων –κυβερνήσεων, κομμάτων, συνδικάτων, συνεταιρισμών- απέναντι στην άνοδο της ισχύος των κατόχων της ιδιωτικής οικονομικής εξουσίας.

Αυτή η εξέλιξη είναι η συνέπεια της παγκοσμιοποίησης και της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, που επιταχύνθηκαν και διευρύνθηκαν από την ψηφιακή επανάσταση. Οι επιχειρήσεις, οι αγορές, η παραγωγή έχουν παγκοσμιοποιηθεί. Τα κράτη, τα κόμματα, τα συνδικάτα έχουν παραμείνει κατά βάση στενά εθνικά. Και να λοιπόν που οι νέες προκλήσεις με τις οποίες αναμετριόμαστε –η ρύθμιση του άγριου καπιταλισμού και των γιγάντιων πολυεθνικών, η πάλη εναντίον του φορολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ, η διαχείριση των νέων μεταναστευτικών ροών, η αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής, η εξάλειψη της ισλαμιστικής τρομοκρατίας- δεν έχουν καθαρά εθνικές λύσεις και απαιτούν, αντίθετα, όλες τους διεθνείς απαντήσεις.

Η δεύτερη βαθιά αιτία της κρίσης της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα: στις δεκαετίες 1980-1990, ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός πήρε την εκδίκησή του από τον κεϊνσιανισμό και από τον μαρξισμό στο πεδίο των ιδεών. Κυριάρχησε η αίσθηση ότι «το κράτος δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα», σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρόναλντ Ρέιγκαν.

Αυτή η κυριαρχία νομιμοποίησε και τροφοδότησε πολιτικές φιλελευθεροποίησης, απορρύθμισης, ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες συνέβαλαν στην περαιτέρω αποδυνάμωση των κρατών, των κομμάτων, των συνδικάτων. Αυτή η επιδείνωση του συσχετισμού δυνάμεων –οικονομικού, κοινωνικού, ιδεολογικού, πολιτικού– ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, τις αγορές και τα κράτη, την επιχειρηματική ελευθερία και την αλληλεγγύη, υποχρέωσε τη σοσιαλδημοκρατία και τις δημοκρατικές κυβερνήσεις να αποδεχθούν συμβιβασμούς όλο και λιγότερο ευνοϊκούς για τους μισθωτούς, και μάλιστα, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος, εντελώς οπισθοδρομικούς.

ets104Αυτοί οι συμβιβασμοί ήταν αναγκαίοι για μια κυβερνώσα Αριστερά, μέσα στο νέο σύστημα καταναγκασμών και συσχετισμών δυνάμεων. Δεν ήταν όμως δημοφιλείς, επειδή οι παραχωρήσεις που ζητούνταν από τους μισθωτούς εφαρμόζονταν αμέσως, ενώ τα ευεργετικά τους αποτελέσματα θα επαληθεύονταν μεσοπρόθεσμα. Η «Ατζέντα 2010», που διαπραγματεύτηκε στις αρχές του 21ου αιώνα η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Γκέρχαρντ Σρέντερ με τη γερμανική εργοδοσία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αδυναμία του κράτους και της «πολιτικής τάξης» έγινε όλο και πιο καθαρά αντιληπτή από τους πολίτες, οι οποίοι εξοργίζονται με την απουσία ή την ανεπάρκεια των αποτελεσμάτων στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, αλλά και στο πεδίο της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, της ενσωμάτωσης των μεταναστών, της δημόσιας ασφάλειας, της προστασίας του περιβάλλοντος.

Τρίτη βαθιά αιτία της κρίσης των κυβερνώντων κομμάτων και ιδιαίτερα των σοσιαλιστικών κομμάτων: η έλευση μιας νέας εποχής της δημοκρατίας, η μετάβαση από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη δημοκρατία της γνώμης ή, όπως λέει ο Μπερνάρ Μανέν, στη «δημοκρατία του κοινού»· μια δημοκρατία στην οποία κυριαρχούν βεβαίως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, αλλά και μια δημοκρατία σκεπτικιστική, ατομικιστική και αρκετά αδύναμη.

Αυτή η νέα δημοκρατία επιδεινώνει και επιταχύνει τη φθορά της εξουσίας:υποβαλλόμενοι στη διαρκή χλεύη, στα fake news και τις «εναλλακτικές αλήθειες» των αλυσίδων συνεχούς πληροφόρησης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, υποχρεωμένοι να γίνονται σταρ των ΜΜΕ, προκειμένου να διατηρούν την άμεση πρόσβασή τους στους εκλογείς, αμφισβητούμενοι στο εσωτερικό του δικού τους κόμματος από τους «διαφωνούντες», οι οποίοι βρίσκουν σε αυτή τη στάση το μέσο της δικής τους πρόσβασης στα μέσα επικοινωνίας, οι κυβερνώντες χάνουν γρήγορα το κεφάλαιο εμπιστοσύνης που διέθεταν και τη δύναμή τους για δράση.

Σε αυτά προστίθεται ακόμα –η τέταρτη βαθιά αιτία– η κρίση του θεσμού του πολιτικού κόμματος, που κληρονομήσαμε από τον προηγούμενο αιώνα. Η αυξανόμενη προσωποποίηση της εξουσίας και η ενίσχυση της δύναμης των μέσων μαζικής επικοινωνίας, η άμεση κινητοποίηση των εκλογέων και των κομματικών μελών στο διαδίκτυο, η δημόσια χρηματοδότηση των εκλογικών εκστρατειών καθιστούν όλο και λιγότερο χρήσιμα τα παραδοσιακά κόμματα, που αποτελούν κληρονομιά του «γαλαξία του Γουτεμβέργιου» και της κοινοβουλευτικής εποχής. Τα κόμματα είναι θεσμοί αναγκαίοι για τη λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα προτερήματα. Τόποι πολλαπλών συγκρούσεων –πολιτικών, προσωπικών, φραξιονιστικών…–, αυτά τείνουν σε βυζαντινούς συμβιβασμούς ανάμεσα στους διάφορους ηγέτες τους και τις τάσεις τους, εμποδίζουν ή καθυστερούν τις αποφάσεις, φθείρουν την εικόνα του ηγέτη.

Αντί να τα κατακτούν από τα μέσα, με τίμημα έναν εξαντλητικό αγώνα δρόμου μετ’ εμποδίων, όσοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με την πολιτική προτιμούν να τα παρακάμπτουν και να τα καταστρέφουν, προκειμένου να οικοδομούν απευθείας πάνω στα ερείπιά τους εκλογικούς μηχανισμούς που τίθενται στην υπηρεσία τους. Η εποχή μας ανήκει στα «κόμματα επιχειρήσεις», που διευθύνονται «ελέω Θεού» από τον χαρισματικό ιδρυτή τους.

Αυτό το κατανόησαν ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν στη Γαλλία, ο Μπέπε Γκρίλο και, πολύ πριν από αυτόν, ο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, ο Πάμπλο Ινγκλέσιας στην Ισπανία και, με τον δικό του τρόπο, ο Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο «επιχειρηματικός μετασχηματισμός» της πολιτικής, η αχρήστευση του κομματικού θεσμού και των κληρονομημένων από τον προηγούμενο αιώνα μορφών αγωνιστικής στράτευσης αποτελούν μια τέταρτη βαθιά αιτία της κρίσης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Η πέμπτη, και όχι λιγότερο σημαντική, είναι η ανάδυση νέων προκλήσεων, για τις οποίες η σοσιαλδημοκρατία είναι ελάχιστα προετοιμασμένη και στις οποίες δυσκολεύεται να δώσει πειστικές απαντήσεις: η οικολογική μετάβαση, η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών που έχουν αλλάξει μέγεθος και χαρακτήρα, οι νέες δυσκολίες της ενσωμάτωσης, η οξύτητα της ισλαμιστικής τρομοκρατικής απειλής. […]

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018 17:44

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση