Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 09 Φεβρουαρίου 2018 20:11

Πέντε από τα ΔΑΝΕΙΚΑ ΑΓΥΡΙΣΤΑ της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

triadafiliduΦΟΥ

 

Καίνε φωτιές παντού.

Στους δρόμους, στα μάτια, στα δάση

στην Κερατέα, στους κάδους

στο τζάκι.

Όλοι κάνουν έρωτα παραδομένοι

μπρος στη φωτιά

μαζεύοντας τη στάχτη τους.

 

ΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΣΑΙ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

Υπάρχουν πρόσωπα εμπνευστικά

υπερβολικά εμπνευστικά για να μην μπουν στο ποίημα.

Οι στίχοι μας και τα πρόσωπα είναι τόσο κοντά

που αν απλώσεις το χέρι από το μπαλκόνι του ενός

μπορείς ν' αγγίξεις το βλέμμα στο περβάζι του άλλου.

Τα πρόσωπα τυλίγει μια πράσινη ομίχλη.

Εκεί μέσα πλέουν ανθισμένα.

Είμαστε σκλάβοι τους παντινοί.

Γιατί τα επιλέξαμε ελεύθεροι 

πληγωμένοι, σχεδόν, από τα σφικτά λουριά της ελευθερίας μας.

Το ποίημα άνοιξε και περιμένει

με φώτα διαθέσιμα και παχιά λόγια σαν χαλιά.

Τότε, ακριβώς, τα πρόσωπα μας προσπερνούν.

Απομακρύνονται τυλιγμένα σε μια πράσινη ομίχλη

αφήνοντας άλλους στίχους να γίνουν

οι επεξεργασμένες φωτογραφίες 

του προσώπου μας που τα ορέχτηκε.

 

ΤΙ ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΟ ΤΟ ΠΌΤΕ

 

Είναι μια στιγμή που

το κρύο κρυώνει.

Το σπίτι υψώνεται άστεγο.

Η βροχή βρέχεται.

Το βουνό γερνάει.

 

Και την άλλη στιγμή

είναι δύο χέρια που καίνε.

Ένα κατοικήσιμο σκέπασμα.

Όπου χύνεται το νερό,

εκεί εκβάλλει.

 

Η στιγμή έρχεται καταπάνω.

Η ίδια που μοχθεί για την αγάπη 

αλλού ψελλίζει: "Any old iron?"

Δεν αφήσαμε παλιοσίδερα εμείς 

λιώσαμε μαζί με τη στιγμή μας.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΛΗ 

...............................................................

Στην ζωή του εκλιπάρισε για παράδοξες όψεις

και πάντοτε μάτωνε πριν προλάβεις να κόψεις.

Του γέλασαν και μπλόφαρε: αδυναμία της έξης

τους φίλησε κι αφέθηκε στην μαγεία της λέξης.

Βγήκε νύχτα στους δρόμους μα τον έπιασε μπόρα 

στα υπόστεγα πούλαγαν δονητές με την ώρα.

Πέταξε ονόματα, γράμματα, μυρωδιές σωμάτων 

τα έθαψε και τα σκέπασε με σωρούς χωμάτων.

'Ενα βράδυ ξεφώνισε " σημαδέψτε τον πιανίστα".

Το τόλμησαν από έρωτα ή για να διώξουν την νύστα; 

Στα ταξίδια του πάτησε και νερά και μουράγια 

καταβύθισε τρόπους, αριθμούς: τα ναυάγια.

Ανασήκωσε φούστες, να πληρώσει διόδια 

τις πήρε με βία, τον αλείψαν ιώδια.

 

Κι εγώ που γεννήθηκα σε μια ανέραστη πόλη

           - άλλο ψέμα - 

θα δαγκώσω τα χείλη που την είπανε τσόλι 

           ως το αίμα.

 

ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ 

 

Φιλημένοι ύστερα από παρακάλια.

Ικέτες χωρίς γόνατα να προσπέσουν.

Πεσμένοι στην άσφαλτο και πάλι ριγμένοι

στο ανασήκωμα.

Αποκρουστικοί που έγιναν άνθρωποι ως αποκρουσμένοι.

Άυπνοι που επιμηκύνονται δίχως προοπτική αυγής.

Γείτονες στη γειτονιά με τα τελευταία σπίτια.

Κάποιοι ωραίοι που δεν το έμαθαν.

Όσοι δεν έχουν καμιά περιέργεια για την γνώση.

Φύλακες των παραπηγμάτων ενός πανηγυριού.

Σκασμένοι στα γέλια μπρος στην μεγαλοπρέπεια 

μιας κηδείας.

Ολοένα περισσότερο απλοί, ανίκανοι να αυτοεπιβεβαιωθούν.

Συλλέκτες Ρώσων κλασσικών, απάντων δερματόδετων.

Εκείνοι που για έρωτα μας άφησαν το αστρικό τους σώμα

πια.

Κι όλοι εκείνοι που αντίκρισαν στα μάτια τους μπροστά 

τα όνειρά τους να πέφτουν στο τηγάνι

έχουν μια μυρωδιά από τον παλιό πατέρα μου.

 

Τα πέντε αυτά ποιήματα είναι από τη συλλογή ΔΑΝΕΙΚΑ ΑΓΥΡΙΣΤΑ, εκδόσεις Κίχλη (2017),

της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου.

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο ΑΠΘ. Από τα τέλη του 2000 ζει μόνιμα στην Καβάλα. Έχει εκδώσει τα ποιητικά βιβλία "Ο ποιητής έξω" (Άγρα, 2004) και "Δικαίωμα προσδοκίας" (Άγρα, 2008).

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018 18:20
Σούζη Παλαιοκώστα

Τελευταία άρθρα από τον/την Σούζη Παλαιοκώστα

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση