Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017 16:04

Χάρης Αθανασιάδης: Όταν ο ιστορικός μελετά τις προσλήψεις και τις χρήσεις ενός γεγονότος κάνει δημόσια ιστορία

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets92Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι Ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημόσια Ιστορία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το καλό νέο: Η πρόσφατη εισαγωγή της «Δημόσιας Ιστορίας», ως αυτοτελούς επιστημονικού αντικειμένου, στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου – με επιμέρους μαθήματα για την Ιστορία στα ΜΜΕ, τον κινηματογράφο, το Διαδικτυο, τα μουσεία και, φυσικά, την εκπαίδευση.

Την έννοια της «δημόσιας» Ιστορίας (σε αντιδιαστολή προς την «ακαδημαϊκή»), τις συζητήσεις γύρω απ’ αυτή και την πρόσφατη διεθνή τάση επιστημονικής ενασχόλησης μαζί της, με αφετηρία και ερέθισμα κυρίως την πληροφοριακή έκρηξη του Διαδικτύου, συζητά μαζί μας ο διευθυντής του προγράμματος, καθηγητής Χάρης Αθανασιάδης.

 

«Το Διαδίκτυο είναι πεδίο καθημερινής ιδεολογικής πάλης»

• Τι ακριβώς αποκαλούμε δημόσια Ιστορία και ποια είναι η γραμμή που τη χωρίζει από την ακαδημαϊκή Ιστορία;

Ενα εξωτερικό κριτήριο για να διακρίνουμε την ακαδημαϊκή από τη δημόσια Ιστορία είναι το μέσο που αξιοποιείται για την κοινοποίηση της ιστορικής γνώσης. Αν η κοινοποίηση γίνεται στα ειδικά περιοδικά, σε συνέδρια ή στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων, αν περιορίζεται δηλαδή στο κοινό των ομοτέχνων, τότε έχουμε ακαδημαϊκή Ιστορία.

Αν, αντιθέτως, ως μέσο ο ιστορικός επιλέγει τις εφημερίδες, την τηλεόραση, το διαδίκτυο ή ευρείας απεύθυνσης μορφωτικές εκδηλώσεις, τότε η ίδια γνώση τείνει να μετασχηματιστεί σε δημόσια Ιστορία. Διότι, βέβαια, το κοινό απεύθυνσης επηρεάζει τη γλώσσα και το ύφος του ιστορικού.

Είναι σχεδόν βέβαιο πως όποιος απευθύνεται σε ευρύ κοινό θ’ αφήσει κατά μέρος τη σκοτεινή ιδιόλεκτο, την κατάχρηση υποσημειώσεων και παραπομπών ή την πληθώρα τεχνικών και στατιστικών στοιχείων και θ’ αναζητήσει εκείνους τους τρόπους που θα του επιτρέψουν να συνομιλήσει μαζί του. Η αναζήτηση αυτή θα τον φέρει αντιμέτωπο με όλες τις τέχνες και τις τεχνικές. Και πρώτα απ’ όλα με την τέχνη του λόγου.

Πώς γράφουμεΠοιο ύφος είναι ικανό να συνδυάσει τη σαφήνεια με τη γοητεία; Πώς θα γίνει η ιστορική αφήγηση εύληπτη και ελκυστική δίχως να απολέσει την εγκυρότητά της;

Γιατί, για παράδειγμα, επιλέξατε να τιτλοφορήσετε τούτες τις σελίδες «Το φάντασμα της Ιστορίας» και όχι απλώς «Ιστορικές σελίδες»;

Κι αν τώρα ήμασταν στην τηλεόραση πώς θα συνδέαμε το αρχειακό υλικό, τις εικόνες και τα κινηματογραφικά σπαράγματα με τις λεζάντες και τις αφηγήσεις μας, ώστε να αναδείξουμε τις κρίσιμες όψεις του παρελθόντος δίχως να ρίξουμε τους θεατές στα πιο βαθιά χασμουρητά;

Το στοίχημα είναι δύσκολο να κερδηθεί, μα δεν είναι χαμένο από χέρι. Αρκεί να δει κανείς τους «Ιστορικούς Περιπάτους», την πρόσφατη εκπομπή της Μαριλένας Κατσίμη στην ΕΡΤ – κι αυτό είναι ένα μόνο από τα πολλά ενδιαφέροντα εγχειρήματα των τελευταίων ετών.

• Δηλαδή η δημόσια Ιστορία είναι απλώς η εκλαϊκευμένη ιστορία; Μια Ιστορία για το πλατύ κοινό;

Οχι μόνο πλέον. Ως τέτοια ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1970. Προέκυψε από τις επαγγελματικές ανάγκες και μέριμνες των ιστορικών που εργάζονταν σε δήμους, σε μουσεία ή πολιτιστικά ιδρύματα.

Οι ιστορικοί αυτοί έκαναν ένα είδος εφαρμοσμένης Ιστορίας και ήταν αναμενόμενο να θέτουν ερωτήματα του τύπου: πώς μπορεί να οργανωθεί ο εορτασμός μιας ιστορικής επετείου δίχως να εξαντληθεί σε πατριωτικές κορόνες ή σε ευτελείς αναπαραστάσεις;

Πώς μπορεί να στηθεί μια έκθεση τεκμηρίων ή καταλοίπων του παρελθόντος ώστε να διεγείρει το ενδιαφέρον του κοινού, εισάγοντάς το ταυτόχρονα στο ιστορικό πλαίσιο που τα παρήγαγε;

Αρκετούς από τους τρόπους που επινόησαν οι Αμερικανοί δημόσιοι ιστορικοί αξιοποιούνται πλέον και στη χώρα μας. Στο Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας απόλαυσα πρόσφατα την έκθεση των κειμηλίων της Επανάστασης του '21.

Την απόλαυσα διότι ακολουθούσα μια ηθοποιό, η οποία υποδυόταν μια γυναίκα του 19ου αιώνα· παρακολουθούσα το βλέμμα, τη στάση και τις σκέψεις της όταν εκείνη βρέθηκε απέναντι στα ίδια κειμήλια στα πενηντάχρονα της επανάστασης.

Κι έτσι επισκέφτηκα δύο εποχέςτην Επανάσταση και το Ιωβηλαίο της, την πρώτη της σημαντική επέτειο. Ή, αλλιώς, την Επανάσταση και τις προσλήψεις της (την τότε και τη σημερινή).

Κι αυτό το τελευταίο μάς οδηγεί σε μια δεύτερη νοηματοδότηση της δημόσιας ιστορίας, πιο σύγχρονη και πιο ευρωπαϊκή. Οταν ένας ιστορικός διερευνά μια πτυχή του παρελθόντος, ας πούμε τον ελληνικό εμφύλιο, κάνει κλασική ακαδημαϊκή ιστορία.

Οταν όμως μελετά τις προσλήψεις και τις χρήσεις του Εμφυλίου σήμερα, τότε κάνει δημόσια Ιστορία.

Διότι, βέβαια, κάθε εποχή προσλαμβάνει και αξιοποιεί το παρελθόν της με ορισμένους τρόπους· συνήθως ένας από αυτούς είναι ο κυρίαρχος και ορισμένοι δευτερεύοντες, εναλλακτικοί ή ανταγωνιστικοί στον κυρίαρχο – πάντως σπανίως το παρελθόν προσλαμβάνεται αποκλειστικά με έναν τρόπο και ουδέποτε με άπειρους.

Ως πριν από δέκα με είκοσι χρόνια, τα ερωτήματα που θεωρούνταν σημαντικά από τους ιστορικούς ήταν κατά βάση τα ακόλουθα: Τι σημαντικό έγινε στο παρελθόν, πώς ακριβώς εκτυλίχθηκε και πώς εξηγείται ή ερμηνεύεται;

Σήμερα, σε αυτή τη σειρά ερωτημάτων προσθέτουμε ακόμα μία: πώς προσλαμβάνονται και πώς αξιοποιούνται τα σημαντικά επεισόδια του παρελθόντος στις μεταγενέστερες εποχέςΚαι γιατί προσλαμβάνονται και αξιοποιούνται με αυτούς τους τρόπους και όχι με διαφορετικούς;

Με άλλα λόγια, μας ενδιαφέρει όχι μόνο η ιστορική αλήθεια αλλά και οι «αλήθειες» των επιγόνων – αυτές οι δεύτερες είναι η δημόσια Ιστορία. Οχι πλέον νοούμενη ως εύληπτη ανασύνθεση ή αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως πολιτισμικό φαινόμενο και ως ανατομία αυτού του πολιτισμικού φαινομένου – δηλαδή, ως επιστημονικό αντικείμενο και ως επιστημονική πρακτική.

Και αξίζει να μελετήσουμε αυτές τις «αλήθειες» των επόμενων γενεών (τις προσλήψεις και τις χρήσεις του εθνικού και κοινωνικού τους παρελθόντος) διότι στο σύνολό τους συγκροτούν την ιστορική κουλτούρα μιας εποχής, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει σημαντικά την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Αν θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε το παρόν, θα πρέπει, εκτός των άλλων, να κατανοήσουμε και τους τρόπους με τους οποίους συνομιλούμε με το παρελθόν.

ets93• Ναι, αλλά, σε τελική ανάλυση, η ενασχόληση με το παρελθόν δεν υπήρξε πάντοτε μια δημόσια Ιστορία, άμεσα σχετιζόμενη με την ιδεολογική νομιμοποίηση είτε της κρατικής εξουσίας είτε των κάθε λογής κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι· σίγουρα ναι, πριν από την ανάδυση της επιστημονικής Ιστορίας. Οταν οι χρονικογράφοι του Μεσαίωνα εξυμνούσαν τα κατορθώματα του βασιλέα, νομιμοποιούσαν ενσυνειδήτως την εξουσία του και για να το πετύχουν δεν πολυνοιάζονταν για την ακρίβεια όσων περιέγραφαν.

Μα και κατά τον 19ο αιώνα, η ρομαντική ιστοριογραφία που τότε άνθησε, παρότι αναζητούσε τεκμήρια και ανέπτυσσε τεχνικές για να ελέγχει τη γνησιότητά τους, ως προς τον στόχο, δηλαδή ως προς την παροχή νομιμοποίησης, δεν διέφερε από τις προηγούμενες ανυπόληπτες αφηγήσεις. Απλώς τη θέση του βασιλέα την πήρε τώρα το έθνος, που θεωρήθηκε το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας.

Οι ρομαντικοί ιστορικοί περιέγραψαν τα έθνη ως διαχρονικές, σχεδόν υπερβατικές οντότητες στις οποίες πρωτίστως οφείλουμε υπακοή και στράτευση. Υπ’ αυτή την οπτική, η «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου επέχει για τους Ελληνες θέση κοσμικής Βίβλου.

Ωστόσο, από τον Μεσοπόλεμο και εξής ξεδιπλώθηκαν συστηματικές προσπάθειες για μια επιστημονική ιστορία –μια ιστορία που θα ανασυνθέτει το παρελθόν πολυπρισματικά, διεισδυτικά και απροκατάληπτα– στο πλαίσιο κυρίως της αγγλικής κοινωνικής ιστορίας και της γαλλικής σχολής των Ανάλ (από το ιστορικό περιοδικό Annales: Χρονικά).

Οι Ελληνες ιστορικοί δεξιώθηκαν τις τάσεις αυτές κατά την μεταπολίτευση, αναπληρώνοντας ταχέως τις χαμένες (από ιστοριογραφική άποψη) τέσσερις προηγούμενες δεκαετίες.

Βέβαια, ακόμα και η επιστημονική ιστορία δεν είναι αδιάβροχη στις ιδεολογικές της χρήσεις. Δεν μπορεί να είναι, αφενός διότι το ερώτημα με το οποίο ο ιστορικός επισκέπτεται το παρελθόν εμπεριέχει το αξιακό του φορτίο και ευρύτερα τους προβληματισμούς της εποχής του και αφετέρου διότι, από τη στιγμή που η σύνθεσή του δημοσιεύεται, υπόκειται σε αξιοποιήσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του.

Δίπλα σε αυτά θα βρει κανείς ακόμη ιστορίες που γράφονται με προφανή στόχο να υποστηρίξουν επιλογές του παρόντος (καμιά φορά γραμμένες από τα ίδια τα υποκείμενα για το εαυτό τους, όπως το «Δοκίμιο για την ιστορία του ΚΚΕ») ή μελέτες που γράφονται με ρητό στόχο να προσφέρουν επιχειρήματα σε εθνοτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες που αναζητούν ταυτότητα ή υπήρξαν θύματα και αναζητούν δικαίωση διά της Ιστορίας.

• Εχουν εκφραστεί αντιρρήσεις, από επιστημονικής πλευράς, γι’ αυτές τις χρήσεις της Ιστορίας, αλλά και γενικότερα για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε δημόσια και ακαδημαϊκή ιστορία;

Ναι. Η πιο οργανωμένη από τις επιστημονικές αντιδράσεις στις ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις της Ιστορίας προήλθε από τους Γάλλους ιστορικούς. Αφορμή στάθηκαν οι παραινέσεις του Σαρκοζί (το 2005) προς τους εκπαιδευτικούς να αναδεικνύουν στα μαθήματά τους και τις θετικές διαστάσεις της αποικιοκρατίας. Εκτός αυτού, αρκετοί Γάλλοι ιστορικοί εναντιώνονται επίσης στις θεωρούμενες ως θετικές αξιοποιήσεις της Ιστορίας· τις αξιοποιήσεις στις λεγόμενες πολιτικές της μνήμης – στους νόμους για την άρνηση του Ολοκαυτώματος ή για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Κάνοντάς το, όμως, είναι αναγκασμένοι να μελετήσουν αυτές τις χρήσεις (άρα να κάνουν δημόσια Ιστορία ως αντικείμενο μελέτης) και να παρεμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα προκειμένου να αποσοβούν τις πιο προβληματικές από τις χρήσεις, τις καταχρήσεις της Ιστορίας, άρα γίνονται και οι ίδιοι μέρος της δημόσιας διαμάχης για το παρελθόν. Με τις παρεμβάσεις τους διευρύνουν τον κύκλο των συζητήσεων και αντιπαραθέσεων – διογκώνουν συνεπώς το φαινόμενο της δημόσιας Ιστορίας.

• Μια και αναφέρεστε σε αντιπαραθέσεις, είναι προφανές ότι αυτές έχουν πολλαπλασιαστεί με την αλματώδη ανάπτυξη της «μπλογκόσφαιρας» και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Επηρεάζει η ανάπτυξη αυτή την καλλιέργεια και διάχυση της ιστορικής συνείδησης, κι αν ναι, θετικά ή αρνητικά;

Πράγματι, κατά την τελευταία δεκαετία, ολοένα και περισσότερο οι διαμάχες για το παρελθόν εκτυλίσσονται στον ψηφιακό κόσμο· ακόμα κι όταν το αρχικό ερέθισμα είναι ένα άρθρο σε μια εφημερίδα, οι αναταράξεις που προκαλεί μεταφέρονται ταχέως στα κοινωνικά δίκτυα. Παρότι οι διαμάχες αυτές φαντάζουν επιφανειακές και πρόσκαιρες, δεν είναι δίχως σημασία, εφόσον επιβεβαιώνουν και ενισχύουν (ή αντιθέτως υπονομεύουν και αποδιαρθρώνουν) κρυσταλλωμένες πεποιθήσεις για το παρελθόν και νοοτροπίες που εδράζονται σε αυτές τις πεποιθήσεις.

Διεξάγεται καθημερινά μία ιδεολογική πάλη εκεί, την οποία θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε. Ισως είχατε παρατηρήσει πως αρχικά η μπλογκόσφαιρα είχε κατακλυστεί από ανυπόληπτες, ακροδεξιάς υφής σελίδες, γεμάτες με θεωρίες συνωμοσίας και ύμνους στην ανωτερότητα του ελληνικού έθνους.

Την τελευταία πενταετία, όμως, μπορεί κανείς να βρει αξιόπιστες σελίδες εκλαϊκευμένης Ιστορίας από ομάδες νέων ιστορικών, ωραίες δουλειές από ομάδες προφορικής ιστορίας και ψηφιακά αρχεία αξιώσεων από ιδρύματα και πανεπιστήμια. Δομείται αναμφίβολα ένας νέος τόπος ιστορικής διάδρασης και, συνακόλουθα, μια νέα περιοχή μελέτης.

• Αρα, ένα νέο επιστημονικό πεδίο. Οπότε, περνάμε στο τελευταίο ερώτημα: Σε ποια έκταση έχουν ασχοληθεί τα πανεπιστήμια, εδώ και σε άλλες χώρες, μ’ αυτό το πεδίο;

Οπως σας είπα στην αρχή της κουβέντας μας, η δημόσια Ιστορία αναπτύχθηκε και καθιερώθηκε ακαδημαϊκά στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1970. Στην Ευρώπη έκανε την εμφάνισή της μόλις κατά την τελευταία δεκαετία ως μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε μια σειρά από πανεπιστήμια που φημίζονται για τις καινοτομικές τους διαθέσεις, όπως το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ή το Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ.

Στη χώρα μας, μαχητικό άνοιγμα στη δημόσια Ιστορία αποτόλμησε φέτος το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με ένα μεταπτυχιακό που συγκέντρωσε ήδη πολλούς φοιτητές και αρκετούς από τους καλύτερους ιστορικούς της χώρας.

Η πρωτοβουλία ανήκε σε εμένα, τον Πολυμέρη Βόγλη και τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη, αλλά τίποτε δεν θα προχωρούσε δίχως την ένθερμη υποστήριξη του προέδρου του ΕΑΠ, του Βασίλη Καρδάση, ο οποίος είναι επίσης ιστορικός και είχε αναμειχθεί στο παρελθόν με πρακτικές της δημόσιας ιστορίας (συμμετείχε στα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας). Αυτές τις ημέρες μάλιστα άρχισαν οι εγγραφές.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να αξιοποιήσω την ευκαιρία και να πω πως μας ενδιαφέρει να προσέλθουν ως φοιτητές κυρίως όσοι λόγω επαγγέλματος διαμορφώνουν την ιστορική κουλτούρα μιας κοινωνίας, όπως εσείς οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές που διδάσκουν Ιστορία ή όσοι εργάζονται σε μουσεία, σε δήμους και πολιτιστικά ιδρύματα. Διότι, ξέχωρα από το αμιγώς ακαδημαϊκό υπάρχει και αυτό το πολιτισμικό στοίχημα: όσοι λόγω θέσης επηρεάζουν την ιστορική κουλτούρα, να αποκτήσουν μέσω ειδικών σπουδών γερή επιστημονική συγκρότηση και ταυτόχρονα δεξιότητες επικοινωνίας.

Να αποκτήσουμε δημόσιους ιστορικούς ώστε να μην αφεθεί ελεύθερο το πεδίο σε ανυπόληπτους που χειραγωγούν το κοινό με επιλεκτικές χρήσεις της Ιστορίας. 

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017 16:40

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση