Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017 19:33

Τέσσερις ταινίες που μας έφτιαξαν τις τελευταίες εβδομάδες

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

luckyΕννοείται από καμιά ντουζίνα που είδαμε τον τελευταίο καιρό, σε μια φάση που η τέχνη γενικά δεν κάνει γκελ στη ζωή μας. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ πως αν και τον πρώτο ρόλο στο ποιες ταινίες μας αρέσουν και πόσο τον παίζουν τα ομιχλώδη στις καταβολές τους γούστα μας, στους άλλους ρόλους που ακολουθούν κατά πόδας βρίσκουμε τη γενικότερη κατάσταση που βρισκόμαστε, τη διάθεσή μας στις ώρες της προβολής, το με ποιους είδαμε την ταινία και που, όπως και τις προσδοκίες που επιτρέψαμε να έχουμε απ’αυτές. Και αν παραδόξως προκύψουν σκέψεις και κουβέντες μετά, καλοδεχούμενες είναι πάντα.

 

Το ενδιαφέρον στοιχείο, αυτό που αποτελεί για μας το δυνατό χαρτί του σινεμά, είναι που μας επιτρέπει να φτιαχτούμε ακόμα και από ιστορίες που ελάχιστα κοινά στοιχεία έχουν με την καθημερινότητά μας, με τον τρέχον εαυτό μας. Ιδού λοιπόν, τέσσερα πρόσφατα παραδείγματα. Μπορώ να αναφέρω με σιγουριά πως ουδεμία σχέση έχω με τους γατόφιλους γενικά και πιο ειδικά της Κωνσταντινούπολης και τις ιστορίες των οικόσιτων ή των αδέσποτων γάτων τους, με ένα σχεδόν διεφθαρμένο αστυνόμο στο Κάιρο που δεν τον αφήνει σε ησυχία ένας φόνος μιας διάσημης τραγουδίστριας την περίοδο των μεγάλων διαδηλώσεων της Αραβικής άνοιξης, με έναν ενενηντάρη που τηρώντας με ευλάβεια τις καθημερινές του συνήθειες πάει κι έρχεται ρίχνοντας δίκτυα σε ένα χωριό στο πουθενά μιας αμερικάνικης ερήμου και σε έναν επιμελητή ενός μουσείου μοντέρνας τέχνης στη Στοκχόλμη που τραβάει ζόρια όταν πιάνεται στη δίνη των εκθεμάτων του και κάποιων περιστατικών που τον ξεβολεύουν.

Κι όμως αυτοί οι ξένοι άνθρωποι με τα σκαμπανεβάσματά τους και τις αντιφάσεις τους με γλύκαναν βάζοντας τον ενήλικο εαυτό μου σούμπιτο στο τρυπάκι τους. Αυτό που κατά πάσα πιθανότητα μπορεί να κερδίσει κάποιους με τους οποίους έχουμε περίπου τα ίδια γούστα ή περνάμε την ίδια φάση, είναι ότι τους φανταστικούς αυτούς ανθρώπους τους συμπάθησα πιο πολύ διότι ακόμα και όταν τα πράματα αγριεύουν και χάνουν τον αυτοέλεγχο προσπαθούν με τη βοήθεια της προσωπικής τους παραμυθίας να αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο την σκληροκάρυδι πραγματικότητα που δεν τους χαρίζει κάστανα.

Χάρηκα, διότι για μια ακόμα φορά τέσσερις ταινίες μας απέδειξαν πως αυτό το αλερετούρ ταξίδι από το τίποτα των κινούμενων σκιών στο κάτι της πραγματικής ζωής εξακολουθεί από τα παιδικά μας χρόνια να είναι συναρπαστικό, όσο και αν η σχέση αυτή έχει αλλάξει αρκετές φορές.

Πιο αναλυτικά και τα τρέιλερ

lycky1Με τις "Γάτες της Κωνσταντινούπολης" η Τουρκάλα Τσεϊντά Τορούν πέτυχε με ένα σμπάρο δυο πανέμορφα τρυγόνια. Για πρώτη φορά είδαμε τόσο καθαρά πως όλες οι γάτες του κόσμου και του υποκόσμου δεν είναι ίδιες και από τότε όταν συναντάμε γάτες στους δρόμους της πόλης σου αναρωτιόμαστε τι καπνό φουμάρουν και περί τίνος πρόκειται, με τον ίδιο τρόπο που το κάνεις για τους ανθρώπους που σου κινούν την περιέργεια. Και το δεύτερο τρυγόνι είναι μια ενδιαφέρουσα πλευρά της Κωνσταντινούπολης όπως αυτή φανερώνεται μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων που σχετίζονται με τις γάτες, μια πλευρά χαμηλών τόνων και σεβασμού της φύσης μέσα στην πολύβουη μεγαλούπολη. Έτσι δίχως να το καταλάβουμε αρχίσαμε να βλέπουμε με άλλο μάτι διάφορους φίλους και γνωστούς μου που είχαν και έχουν ένα αλισβερίσι με γάτες, σκύλους, πουλιά, ακόμα και με ψάρια. Είδαμε σ’αυτές τις σχέσεις ένα άλλο πέταγμα, απ’αυτά που βοηθούν συνανθρώπους μας να βρίσκουν δρόμους και δρομάκια για να εκδηλώσουν λίγο από το καλό που έχουν όταν οι δρόμοι προς τους γύρω τους μοιάζουν να είναι αδιέξοδοι. Πάντως κάποια στιγμή αναρωτηθήκαμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν κάποια σκύλα γύριζε μια ταινία για γάτες και ποια αν τη σκηνοθετούσε ο Μίκυ Μάους ή ο Τουίτι; 

Τρέιλερ: Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης  

lycky2Στο «Κάιρο εμπιστευτικό» μια Σουηδοδανέζικη ταινία του Αιγύπτιου Ταρίκ Σαλέχ ο σχεδόν άσχημος μπάτσος κάπνισε τόσα τσιγάρα όσα δεν έχουν καπνίσει μαζί όλοι οι ήρωες στις άλλες ταινίες που είδαμε αυτούς τους μήνες. Τα κάπνιζε όμως με ένα τρόπο που μετεωριζόταν ανάμεσα στην απόλαυση και την αυτοκτονία. Κι αυτός ήταν ο τρόπος του γιατί κάπως έτσι ήταν και η ζωή του. Διεφθαρμένος όσο και όλοι γύρω του την ίδια στιγμή που κάτι ανώτερο σιγοέκαιγε μέσα του. Σε έναν περίτεχνο συνδυασμό της προσωπικής του ανόδου προς τη δικιά του κορυφή που είχε να κάνει με την δικαιοσύνη και του ξεσπάσματος των διαδηλώσεων απέναντι σε ένα διεφθαρμένο ως τα μπούνια καθεστώς, η ταινία καταφέρνει και δεν υποκύπτει στην τυπολογία των φιλμ νουάρ. Με ένα ανεπιτήδευτο τρόπο πέτυχε να μας μεταδώσει τον παλμό μιας μεγαλούπολης στην οποία παντού η σήψη κτυπάει κόκκινο και της ανοιξιάτικης ανάσας που φέρνει ο ξεσηκωμός του πλήθους. Η σκηνή που στα χέρια αυτού του πλήθους πέφτει ο μπάτσος που αναζητά την αλήθεια και πάνω που ετοιμάζεται να τον λυντσάρει, η κραυγή ενός διαδηλωτή «αφήστε τον, δεν είμαστε σαν κι αυτούς», με έστειλε συστημένο σε χρόνο μηδέν στις πρώτες μου αντιστάσεις. Αυτό το δίκοπο μαχαίρι του «δεν είμαστε σαν κι αυτούς» που βοήθησε στον όποιο εξανθρωπισμό μου, με κράτησε όρθιο σε δύσκολες στιγμές και μ'έφερε κοντά με άλλους συμπολίτες μου, αλλά που μες τα χρόνια δυστυχώς αποδεικνύεται ότι όλο και πιο πολύ γινόμαστε σαν κι αυτούς – ξέρετε ποιους, ε;  

Τρέιλερ: Κάιρο εμπιστευτικό

lycky4Ο 55χρονος ηθοποιός Τζον Κάρολ Λίντς γύρισε την πρώτη του ταινία «Lucky» με πρωταγωνιστή τον καλό 91χρονο ηθοποιό Χάρι Ντιν Στάντον που και ως ήρωας συνειδητοποιεί ότι είναι πολύ κοντά στο αναπάντεχο. Μάλιστα ο Στάντον λίγο μετά τα γυρίσματα πέθανε, πριν προλάβει να δει την ταινία. Είναι πράγματι απορίας άξιο πως μια ταινία πάνω σε έναν υπερήλικα που τίποτα άξιο λόγου δεν κάνει ούτε έχει κάνει, κατάφερε να τρυπώσει στην καρδιά μας. Κάτι τέτοια εκπληκτικά αποτελέσματα, να μας μαγεύουν δηλαδή έργα με το τίποτα έχουμε μάθει ότι είναι αρμοδιότητα της τέχνης. Στο Lucky το κλειδί μπορεί να είναι ότι ξεδιπλώνει μια ζωή που αν και βρίσκεται στα τελευταία της κι ενώ έχει συμφιλιωθεί με τη θνητότητά της όχι όμως και με τα όρια της ύπαρξής της. Γι’αυτό δεν παραδίδεται σε όλες τις συμβάσεις του κόσμου του, ούτε επιλέγει να τον προσπερνάει αδιάφορος. Αυτό που ενδεχομένως μπορεί να αναρωτηθεί ο θεατής μετά το τέλος είναι το πόσες πιθανότητες έχει ένας συνηθισμένος μονόχνωτος γέρος στα τελευταία του να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον στην πραγματική μας ζωή. Ίσως πολλές αν αυτός ο γέρος για μυστήριους λόγους προσπαθεί να συμμετάσχει έστω και άτσαλα στο δούναι και λαβείν με τους κόσμο που τον περιτριγυρίζει, ένας γέρος που θεωρεί ότι ένα πράγμα είναι χειρότερο από την αμήχανη σιωπή, η άσκοπη φλυαρία. Και το πράγμα μπορείς να το χοντρύνεις αν στη θέση του γέρου βάλλεις τον εαυτό σου, μιας και όλο και στενεύουν τα περιθώρια, τόσο ώστε το πρώτο βιολί σου έχει αρχίσει να παίζει για την επούλωση όλων όσα δεν προτίμησες, τα λάθη που έκανες ή τις παρτίδες που έχασες και όχι να διεγείρει επιθυμίες για νέες φάσεις ενός ασήμαντου περαστικού απ’αυτή τη ζωή, όπως δισεκατομμύρια άλλοι που πέρασαν και θα περάσουν. Το ωραίο είναι πως οι βαριές πέτρες των γηρατειών αντί να σε στέλνουν συστημένο στον βυθό καταφέρνει η ταινία, δείγμα καλής τέχνης, να τις μετασχηματίζει σε φτερά. Καταφέρνει η ερημιά, η ανημποριά και ο φόβος να γίνονται γέφυρες που μας φέρνουν σε επαφή με τον γέρο της ταινίας, με τους γέρους όλου του κόσμου, με τον δικό μας γέροντα που μας περιμένει στην πιο άβολη θέση της ζωής. Γέφυρες και μια λυτρωτική αγκαλιά. Την αγκαλιά της συμπάθειας. 

Τρέιλερ Lucky  

lycky3Ο Σουηδός Ρούμπεν Έστλουντ με την ταινία του «Το τετράγωνο» κέρδισε το Μάιο στις Κάνες  τον Χρυσό Φοίνικα, τον Νοέμβριο το βραβείο «Ταινία της χρονιάς» του Ευρωπαϊκού κιν/γράφου και τον Δεκέμβριο την προσοχή μας. Κι αυτό βάζοντας στο κέντρο της ταινίας του τη σχέση της αλήθειας που κομίζει η σύγχρονη τέχνη και τα ΜΜΕ με αυτές της ζωής. Κάτι που το διερευνά στην πράξη, μιας και το εικαστικό δρώμενο «Τετράγωνο» είναι ένας χώρος καταφύγιο εμπιστοσύνης και τρυφερότητας. Μέσα σ’αυτό είμαστε ίσοι, μοιραζόμαστε υποχρεώσεις και δικαιώματα. Αυτή η εικαστική ιδέα στέλνει κύματα στον κόσμο του επιμελητή του Μουσείου που την φιλοξενεί την εποχή που του συμβαίνουν πράματα που δεν τα ελέγχει. Και πρέπει να κινηθεί μέσα στον πραγματικό κόσμο, αυτόν που χρειάζεται όλο και μεγαλύτερες δόσεις απανθρωπιάς για να προσεγγιστεί η εναπομείνουσα ανθρωπιά του. Και από την άλλη κάπου στην άκρη φυτοζωεί η τέχνη, που την όποια αλήθεια της την αδυνατίζει όσο πιο πολύ συμμετέχει στον κόσμο του θεάματος. Στη μέση κυριαρχούν τα ΜΜΕ που όλο και πιο έντονα αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη τους για το ρόλο τους στα προβλήματα του κόσμου, αφού οι διαφημίσεις που φέρνει η τηλεθέαση και τα βάιραλ βίντεο είναι ο ομολογημένος στόχος τους. Με τον Μάρτη της σαρακοστής να είναι οι διαφημιστές και οι χρήστες των μέσων που έχουν αφομιώσει πολύ καλά πως όταν η πλειονότητα των θεατών δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε ένα θέμα πάνω από 15’’ τότε τους έχεις χάσει αν δεν τους εντυπωσιάσεις σ’αυτόν τον χρόνο. Η ταινία αυτή καταφέρνει να σε κάνει συμμέτοχο σε όλα τα σύγχρονες αναζητήσεις που την διατρέχουν και που τις κουρδίζει όσο πάει για να μας κρατήσει συντονισμένους; Συμμέτοχο όχι με πιασάρικα και φτηνά κόλπα αλλά με εξαιρετικές επινοήσεις που δεν σ’αφήνουν σε ησυχία κι όπου η σκέψη συμβιώνει με το συναίσθημα που σου προκαλούν τα συμβάντα. Η αλήθεια είναι πως δύσκολο να δεις με καθαρό μάτι και καρδιά ότι συνιστά τον ρευστό μας κόσμο όπου τα σύνορα ανάμεσα στα αντίθετα, ανάμεσα στα κύρια και στα δευτερεύοντα, στο δέντρο και στο δάσος, στον συμπαίχτη και στον αντίπαλο όλο και πιο πολύ θολώνουν. Ακόμα και σ’αυτήν την ταινία όπου η συμμετοχή δεν είσαι βέβαιος ότι δεν είναι συνενοχή καθώς η αναζήτηση δημιουργεί την εντύπωση ότι ψάχνει τα άλλοθί της για να δικαιωθεί στα μάτια της. Και αυτό διότι δεν έχω χρόνο μάτια μου, χρόνο, που όπως και για όλα τα σημαντικά χρειάζεται παρέα με τον κόπο που θα καταβάλλεις για να αποφασίσεις ποιος είσαι, που θέλεις να πας. Λαμβάνοντας υπόψη την αλήθεια του"Τετραγώνου", πως δηλαδή ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν έχει εξημερώσει το ζώο που περιπλανιέται μέσα του. Με την υποψία στο τελευταίο θρανίο, πως ίσως να μην καταφέρει να το εξημερώσει ποτέ.

Τρέιλερ Το Τετράγωνο

Και ολίγα θεωρητικά

Έχουμε στο μυαλό μας ένα σινεμά όπου οι προσωπικές επιλογές των δημιουργών προσπαθούν να τριπλάρουν τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των παραδοσιακών συμβάσεων και της εμπορικότητας ως αυτοσκοπό του έργου. Εξηγούμε λοιπόν, πως όταν λέμε ότι μια ταινία μας έφτιαξε, εννοούμε ότι μας ανέβασε την εσωτερική θερμότητα με αποτέλεσμα να έχουμε την αίσθηση ότι έλιωσαν μέσα μας κομμάτια πάγου. Αυτή η τήξη συνήθως αλλάζει, τουλάχιστον για λίγα λεπτά, τη σχέση μας με τον κόσμο δίνοντάς μας την δυνατότητα να είμαστε πιο επιρρεπείς στο δέος που μπορεί να μας προκαλέσουν οι άλλοι. Στην ουσία το «φτιαχνόμαστε» σημαίνει πως καλλιεργούμε την τάση μας να πιστέψουμε σε θαύματα.

Το πιο φυσικό είναι να απολαμβάνουμε ταινίες που επιβεβαιώνουν αυτό που είμαστε, τις αρχές μας και τις επιλογές μας, ταινίες που αποδέχονται, έστω και κριτικά, τα ορατά και αόρατα στοιχεία που μας απαρτίζουν. Γι’αυτό τις περισσότερες φορές το γούστο μας βάζει στα πάνω ράφια ταινίες που περιποιούνται όλα όσα μας έχουν επιτρέψει, στην καλύτερη περίπτωση να ανθίσουμε, στην χειρότερη απλά να επιβιώσουμε. Στις περιπτώσεις αυτές το δια ταύτα είναι να αλλάζουν πάσες η απόλαυση της ταινίας με την απόλαυση του εαυτού μας. Ανθρώπινη κατάσταση πέρα ως πέρα, όπου όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος του βαρετού σημειωτόν σε ένα κόσμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας. Σ’αυτές τις περιπτώσεις η αυταρέσκεια είναι ο μεγάλος κερδισμένος, μια αυταρέσκεια που δυσκολεύει πολύ στο να βάζουμε ανιδιοτελώς χεράκι στη ζωή έξω από την αίθουσα, συνεισφέροντας στην λάμψη ενός εμείς, είτε αυτό ανυψώνει την τάξη που υπάρχει είτε φαντασιώνεται μια άλλη.  

Αν όμως δεν είμαστε μπετόν αρμέ και έχουμε φιλοτεχνήσει έναν εαυτό με χαραμάδες, τότε το ανοίκειο που στάζουν κάποιες ταινίες, βρίσκει τρόπο και περνά μέσα μας αναζητώντας εύφορες και ηλιόλουστες κοιλάδες. Αν επιπλέον κυριαρχείται από μια τρυφερότητα και ένα πνεύμα συνδιαλλαγής όπου οι όποιες αλήθειες γεννιούνται μπροστά στα μάτια μας, τότε μπορεί να γίνει ένα καλό παιχνίδι ανάμεσα στο έργο και σ’αυτά που ζούμε ή που θα θέλαμε να ζήσουμε. Όταν μάλιστα αυτά που θα θέλαμε δεν τα έχουμε συνειδητοποιήσει ποτέ έως τώρα, τότε ακόμα και όταν δεν χάνουμε από τα μάτια μας την πραγματικότητα, κινδυνεύουμε. Κινδυνεύουμε παλαντζάροντας ανάμεσα στο όνειρο και στην παραίσθηση. Μια φάση που σε έναν λοξό κόσμο ασκεί μεγάλη γοητεία, διότι τον βοηθάει να κοιτάξει πραγματικά μέσα του εστιάζοντας στις περιοχές των άκρων του, εκεί όπου αφθονούν οι χυμοί των μεγάλων μεταμορφώσεων. Βοηθάει να έχουμε υπόψη μας πως οι μεταμορφώσεις πάντα κρύβουν ένα πρόβλημα. Ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων αν θα είναι για το καλό μας σε συνδυασμό με το καλό αυτών που καλλιεργούμε ζωντανές σχέσεις.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 06 Ιανουαρίου 2018 11:46
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Τελευταία άρθρα από τον/την Λάκης Ιγνατιάδης

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση