Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Παρασκευή, 08 Δεκεμβρίου 2017 20:08

Όταν και η UNESCO θα τραγουδάει εφεξής ρεμπέτικα, δεν είναι ντροπή που δεν έχουν τιμηθεί στη γενέτειρά τους;

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

rempetiko-pireasΑγαπήθηκαν, κυνηγήθηκαν, έπεσαν στην αφάνεια. Η αναβίωσή τους άρχισε το 1960, και τώρα πια τα ρεμπέτικα τραγούδια πήραν τη θέση που τους αξίζει ανάμεσα στα μνημεία άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.

Στη σύντομη περιγραφή του ρεμπέτικου που υπάρχει στην ιστοσελίδα της Unesco αναφέρεται ότι «είναι μια μουσική και πολιτιστική έκφραση η οποία συνδέεται άμεσα με το τραγούδι και τον χορό που διαδόθηκαν αρχικά στα αστικά λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη στις αρχές του εικοστού αιώνα. Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι πλέον το τυποποιημένο ρεπερτόριο σχεδόν κάθε κοινωνικής εκδήλωσης που περιλαμβάνει μουσική και χορό».

Τονίζεται επίσης ότι περιέχουν «ανεκτίμητες αναφορές στα έθιμα, τις πρακτικές και τις παραδόσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια ζωντανή μουσική παράδοση με έντονο συμβολικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα», που αρχικά μεταδιδόταν αποκλειστικά προφορικά από μεγαλύτερους ερμηνευτές σε νεότερους μουσικούς και τραγουδιστές αλλά τώρα πια (ειδικά την τελευταία δεκαετία), τα ρεμπέτικα τραγούδια διδάσκονται όλο και περισσότερο σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στην ευρύτερη διάδοσή τους.

Στην ουσία οι ρεμπέτες αποτύπωσαν μουσικά τα βάσανα, τους πόνους και τα ντέρτια μιας ζωής στο περιθώριο. Ακολουθώντας τον ρου της Ιστορίας, τα τραγούδια τους γνώρισαν δόξες, κυνηγήθηκαν, απαγορεύτηκαν, έπεσαν στην αφάνεια. Δεν πέθαναν, όμως, ποτέ. Μετά την αναβίωσή τους, την δεκαετία του 1960, αγαπήθηκαν και πάλι. Τώρα έφθασε η ημέρα της παγκόσμιας αναγνώρισής τους.

Στη 12η σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για τη Διαφύλαξη της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου στο νησάκι Τζετζού της Νότιας Κορέας, ανακοινώθηκε επίσημα η εγγραφή του ρεμπέτικου στον κατάλογο της UNESCO.

Ανάμεσα στις 39 εγγραφές της φετινής λίστας έχουν πάρει επίσης τη θέση τους, το ελβετικό καρναβάλι της Βασιλείας, η τέχνη των μυλωνάδων στους ανεμόμυλους και τους νερόμυλους της Ολλανδίας, τα κεραμικά αγαλματίδια του Εστρεμόζ της Πορτογαλίας, οι ντολμάδες του Αζερμπαϊτζάν αλλά και η ναπολιτάνικη πίτσα. Ναι, ναι. Οπότε οι Ιταλοί άρχισαν να πανηγυρίζουν και δικαίως!

Σ.Δ: Για μία ακόμα φορά μας δίνεται η ευκαιρία να θυμίσουμε ότι σ'αυτήν τη χώρα σχεδόν όλα δεν γίνονται ποτέ στην ώρα τους. Να όπως ας πούμε, έπρεπε να περάσουν σχεδόν σαράντα χρόνια για να τιμήσει η Πολιτεία τους αντιστασιακούς της ναζιστικής κατοχής. Με μία αρνητική εξαίρεση. Η Δραπετσώνα κατά κύριο λόγο αλλά και ο Πειραιάς, που υπήρξαν στις δεκαετίες του '20 και του '30 τα λίκνα του ρεμπέτικου, αυτής της εξαίσιας μουσικής που μαζί με τα δημοτικά αποτελούν τους δύο πυλώνες της νεώτερης μουσικής μας παράδοσης, δεν έχουν μέχρι σήμερα τιμήσει όπως τους αξίζει τους ρεμπέτες. Aυτούς τους κυνηγημένους από όλους, το τονίζουμε "ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ",  που ο τρόπος της ζωής τους ήρθε κι έδεσε με την μουσική τους φέρνοντάς τους έτσι σ'επαφή με το μυστικό τους παράδεισο. Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι όπως εμείς έτσι και πολλοί Έλληνες δεκαετίες τώρα λατρεύουν τα ρεμπέτικα, όπως και ότι οι αρχές, δημοτικές και πολιτειακές, σφυρίζουν αδιάφορα. Να σκεφείτε ότι δεν τα έχουν τιμήσει ούτε καν για τα μάτια του κόσμου. Από όσα έχουν πέσει στην αντίληψή μας, αυτό είναι κάτι που δεν έχει συμβεί σε καμιά άλλη πόλη του κόσμου. Όλες έχουν εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους σ' εκείνα τα άξια τέκνα τους που σε κάποια περίοδο της ιστορίας τους διέπρεψαν στις τέχνες στα γράμματα στις επιστήμες, στον αθλητισμό και στους κάθε είδους αγώνες. Όλες εκτός από τη Δραπετσώνα και τον Πειραιά. Πόσα διδακτορικά μπορούν να γραφτούν άραγε για να απαντηθεί το ερώτημα γι'αυτήν την αγνωμοσύνη; 

Το ρεμπέτικο είναι το πέμπτο στοιχείο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς που εγγράφει η χώρα μας στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (UNESCO, 2003).  Έχουν προηγηθεί η μεσογειακή δίαιτα (από κοινού με την Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρο, Μαρόκο και Κροατία), η παραδοσιακή καλλιέργεια μαστίχας στη Χίο, η τηνιακή μαρμαροτεχνία, καθώς και το εθιμικό δρώμενο των Μωμόερων.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια μέσα στον χρόνο

Το ρεμπέτικο εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη μορφή του περίπου την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εξελίχθηκε στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στον Βόλο, τα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε βασικά η εργατική τάξη,  και από εκεί μεταδόθηκε κατόπιν και σε άλλα αστικά κέντρα.

Οι ρεμπέτες αποκαλούσαν τα τραγούδια τους «λαϊκά». Ο όρος «ρεμπέτικο» πρωτοεμφανίστηκε ανάμεσα στα 1910 και 1913 στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου που εκδόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη (δίπλα στους τίτλους των τραγουδιών «Απονιά» και «Τίκι τίκι τακ»). Και καθιερώθηκε την δεκαετία του 1960, κυρίως χάρη στον Ηλία Πετρόπουλο, έναν από τους μεγαλύτερους μελετητές του είδους. Ο Πετρόπουλος χωρίζει την ιστορία του ρεμπέτικου σε τρεις περιόδους: 1922-1932, εποχή κατά την οποία κυριαρχούν στοιχεία από τη μουσική της Σμύρνης, 1932-1942, περίοδος που χαρακτηρίζεται κλασική, και 1942-1952, εποχή της ευρείας διάδοσης και αποδοχής τους.

Για την ιστορία, τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα, τα λεγόμενα «μουρμούρικα», άρχισαν να ακούγονται το 1834 στις φυλακές του Μεντρεσέ στην Πλάκα και μέχρι την χαραυγή του 20ου αιώνα, μαζί με τα «σεβνταλήτικα», είχαν κερδίσει τους κατοίκους των φτωχών συνοικιών. Την ίδια εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν την αθηναϊκή κοινωνία στις καντρίλιες και την πόλκα. Εντωμεταξύ στον Πειραιά εμφανίστηκαν τα «γιαλάδικα», πρωτορεμπέτικα, που πήραν το όνομά τους από το επαναλαμβανόμενο «γιάλα-γιάλα», «αμάν γιάλα» ή «γιαλελέλι».

Μετά το 1922 έγινε η μείξη όλων αυτών με τα τραγούδια της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου, εμφανίστηκαν επίσης τα «αμανετζίδικα» και το περισπούδαστο είδος «Καφέ Αμάν». Τα ρεμπέτικα άρχισαν, τότε, να αναπτύσσονται ευρύτατα –το 1932 κυκλοφόρησαν και οι πρώτες ηχογραφήσεις του Βαμβακάρη- μέχρι το 1936 που η δικτατορία του Μεταξά επέβαλε λογοκρισία στη θεματολογία τους στην οποία εκτός από τον έρωτα κυριαρχούσε ό,τι απασχολούσε τον κόσμο: από τα ναρκωτικά, τους τεκέδες και τις φυλακές μέχρι τον θάνατο και την ξενιτιά. Πολλά τραγούδια, εξάλλου, απαγορεύτηκαν ως «τουρκοειδή».

Τα χρόνια πριν και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και μαζί τους τα αγαπημένα τους ρεμπέτικα τραγούδια που μαζί μετα δημοτικά άρχισαν να ηχογραφούνται από αμερικανικές δισκογραφικές εταιρείες.

Η αναβίωσή τους άρχισε την δεκαετία του 1960 με τη συμβολή συγγραφέων όπως ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και βέβαια του Μάνου Χατζιδάκι αλλά και του Νίκου Σκαλκώτα, ο οποίος το 1944 εισήγαγε το ρεμπέτικο στην ελληνική συμφωνική μουσική εντάσσοντας στο δεύτερο μέρος του έργου του «Κονσέρτο για Δύο Βιολιά» το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Θα πάω εκεί στην Αραπιά».

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά  , του Μάρκου Βαμβακάρη (1937). 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017 18:12
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση