Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017 17:07

Το τρέιλερ της ταινίας "Τζιάμ" με την υποψήφια για Σεζάρ νεαρή Δάφνη Πατακιά

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

patakiaΤην Τζιάμ, μια νεαρή Ελληνίδα,  την στέλνει στην Κωνσταντινούπολη  ο θείος της, πρώην ναυτικός του Ρεμπέτικου, για να βρει ένα δυσεύρετο κομμάτι που το χρειάζεται για να επισκευάσει το σκάφος τους. Εκεί συναντά την Avril, μια δεκαεξάχρονη  Γαλλίδα, μόνη της και χωρίς χρήματα, που έχει πάει στην Τουρκία ως εθελόντρια για τους πρόσφυγες. Η Τζιάμ βοηθάει την Αντίλ στο δρόμο προς τη Μυτιλήνη. Ένα ταξίδι συναντήσεων, μουσικής, ανταλλαγής, γενναιοδωρίας και ελπίδας.

 

Σ'αυτό το ταξίδι της ελπίδας το ρόλο της Τζιάμ τον ενσαρκώνει η Δάφνη Πατακιά, μια Ελληνίδα που μεγάλωσε στις Βρυξέλλες και αποφοίτησε από την  Δραματική σχολή του Εθνικού.  Η ταινία Djiam του Τονί Γκατλίφ γυρίστηκε στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη έκανε την πρεμέρια της στο 70ο Φεστιβάλ των Καννών και η καλή είδηση για μας είναι πως η 25χρονη ηθοποιός είναι υποψήφια ως πρωτοεμφανιζόμενη για τα βραβεία Σεζάρ 2018. Η ίδια όπως δήλωσε δεν νιώθει ούτε απόλυτα Ελληνίδα ούτε απόλυτα Βελγίδα. Αισθάνεται Ευρωπαία.

«Ναι, γεννήθηκα και μεγάλωσα στις Βρυξέλλες. Θυμάμαι έντονα την αυλή του σχολείου μου. Πήγαινα στο Ευρωπαϊκό Σχολείο. Ιταλοί, Έλληνες, Άγγλοι, Βέλγοι, παιδιά από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, παίζαμε και μαλώναμε σε όλες τις γλώσσες. Θυμάμαι την παέγια που έτρωγα από το τάπερ της Ισπανίδας συμμαθήτριας μου, τους Πορτογάλους που κλαίγανε φορώντας τις φανέλες της εθνικής τους ομάδας όταν χάσανε στο τελικό του Euro και θυμάμαι να βάζουμε στοιχήματα για το ποιανού η χώρα θα κερδίσει στην Eurovision. Νιώθω τυχερή που μεγάλωσα ανάμεσα σε τόσες διαφορετικές κουλτούρες»

Την πρώτη της επαφή με το θέατρο την είχε μέσα από ερασιτεχνικές ομάδες στις οποίες συμμετείχε οικογενειακώς με τους γονείς και την αδελφή της. «Με διασκέδαζε το να βλέπω τους γονείς μου να μεταμορφώνονται για τους ρόλους τους και με συγκινούσε η αγάπη που είχαν για το θέατρο και το σινεμά». 

Η πρώτη παράσταση στην οποία δούλεψα ήταν το "Φάουστ" του Μιχαήλ Μαρμαρινού και έπαιξε για πρώτη φορά. στη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη "Το ξύπνημα της άνοιξης" και μετά στο "Interruption" του Γιώργου Ζώη. Από τις ελληνικές ταινίες αυτή που αγαπάει πιο πολύ είναι ο "Δράκος" του Νίκου Κούνδουρου.

Η Δάφνη είχε κάποια ακούσματα από ρεμπέτικα αλλά δεν γνώριζε την μεγάλη ιστορία του είδους. «Με αφορμή όμως την ταινία ασχολήθηκα περισσότερο. Είχα ήδη κάποιες βάσεις στον μπαγλαμά και το δούλεψα λίγο παραπάνω. Από ρεμπέτικα κομμάτια με συγκινεί η "Μισιρλού" κι ας είναι χιλιοακουσμένο τραγούδι. Με συγκινεί η ιστορία του, το ότι τραγουδήθηκε τόσο πολύ και μεταμορφώθηκε σε τόσα διαφορετικά μουσικά είδη, από διασκευές ρέγκε μέχρι και τη διασκευή στο Pulp Fiction».

Πολλά από τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Λέσβο. «Φτάνοντας εκεί συνειδητοποίησα ότι η ενημέρωσή μου σε σχέση με το προσφυγικό ήταν ελλιπής. Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο ωμή. Μια ταινία μπορεί να βοηθήσει ευαισθητοποιώντας το κοινό αλλά η πραγματική βοήθεια είναι αυτή που προσφέρουν όσοι πήγαν στο νησί». 

Η Δάφνη αυτό τον καιρό ζει στο Παρίσι αλλά καμιά φορά της λείπει η Αθήνα. «Υπάρχουν λιγότεροι κώδικες συμπεριφοράς στην Αθήνα απ' ό, τι σε άλλες πόλεις. Είναι ένα μέρος όπου νιώθεις πως όλα και όλοι βράζουν, δημιουργικά ή και άσχημα. Αυτή είναι η γοητεία της, όλα είναι σε κίνηση». 

Τι της αρέσει; "Το τζιν τόνικ, ο μεσημεριανός ύπνος πιο πολύ από τον βραδινό, να χαϊδεύω τα κόκκινα βελούδινα καθίσματα στο σινεμά όταν βλέπω ταινία, μου αρέσει το τρέξιμο, οι ιστορίες της γιαγιάς μου για τον πόλεμο, μου αρέσει να ανοίγω σελίδες στην τύχη στα βιβλιοπωλεία. Μου αρέσουν πολύ οι μπάμιες. Μου αρέσει όταν περπατάω αργά το βράδυ με δυνατή μουσική στα αυτιά". 

Σ.Δ: Για μία ακόμα φορά μας δίνεται η ευκαιρία να θυμίσουμε ότι σ'αυτήν τη χώρα σχεδόν όλα δεν γίνονται ποτέ στην ώρα τους. Να όπως ας πούμε, έπρεπε να περάσουν σχεδόν σαράντα χρόνια για να τιμήσει η Πολιτεία τους αντιστασιακούς της ναζιστικής κατοχής. Με μία αρνητική εξαίρεση. Η Δραπετσώνα κατά κύριο λόγο αλλά και ο Πειραιάς, που υπήρξαν στις δεκαετίες του '20 και του '30 τα λίκνα του ρεμπέτικου, αυτής της εξαίσιας μουσικής που μαζί με τα δημοτικά αποτελούν τους δύο πυλώνες της νεώτερης μουσικής μας παράδοσης, δεν έχουν μέχρι σήμερα τιμήσει τους ρεμπέτες. Όχι όπως τους αξίξει, αλλά έστω και για τα μάτια του κόσμου. Από όσα έχουν πέσει στην αντίληψή μας, αυτό είναι κάτι που δεν έχει συμβεί σε καμιά άλλη πόλη του κόσμου. Όλες έχουν τιμήσει εκείνα τα τέκνα τους που σε κάποια περίοδο της ιστορίας τους διέπρεψαν στις τέχνες στα γράμματα στις επιστήμες, στον αθλητισμό και στους κάθε είδους αγώνες.

Το τρέιλερ της ταινίας.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017 04:01

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση