Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017 16:13

Γεγονός που έγινε, του Χριστόφορου Μηλιώνη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

milionis"Γεγονός που έγινε", συνηθίζει να λέει χαριτολογώντας ένας φίλος μου, όταν θέλει να βεβαιώσει του λόγου το αληθές. Όπως αισθάνομαι την ανάγκη να πω κι εγώ τώρα,γιατί έχω διηγηθεί ένα σωρό ιστορίες που έγιναν και δεν έγινα όπως τις έχω διηγηθεί. Και μήτε ξέρω πια πως έχουν γίνει. Ένα μονάχα ξέρω: Πως είναι πιο αληθινές από την ίδια την αλήθεια.

Κι όχι πως αυτό καθ'εαυτό είναι κανένα συνταραχτικό γεγονός - όπως άλλωστε θα διαπιστώσετε.

 

 

Εκείνο που με κάνει να το διηγηθώ ακόμα μια φορά, είναι πως δεν το φανταζόμουν πως θα το θυμόμουν τόσο συχνά - κάπου σαράντα χρόνια τώρα. Δηλαδή οι συνθήκες που επαναλαμβάνονται το φέρνουν να το θυμάμαι. Κι αν είναι κάτι που χρωστάμε στα χρόνια που σηκώνει η καμπούρα μας, είναι η γνώση πως οι καταστάσεις έρχονται και ξανάρχονται πανομοιότυπες στην ουσία τους. Τόσο που κάποια στιγμή λες όπως στο σινεμά: " Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί τόσε φορές! Πάμε να φύγουμε¨. 

Η δικτατορία της Χούντας, στις 21 Απριλίου 1967, με βρήκε καθηγητή στο Γυμνάσιο του Περισσού, παράρτημα του Γυμνασίου της Νέας Ιωνίας. Έμενα τότε με τους γονείς μου στο Νέο Ηράκλειο, πιο κάτω από τον κινηματογράφο "Τα τρία αστέρια". Ξύπνησα από τα εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Ο πατέρας μου κοντά είκοσι χρόνια μόνη επικοινωνία με τον έξω κόσμο είχε μόνο το ραδιόφωνο.

 - Έγινε δικτατορία, τραύλισε μόλις μπήκα στο δωμάτιό του.

Βγήκα στη βεράντα στης εισόδου. Μέρα του Απρίλη γεμάτη θάμπος, που λέει κι ο ποιητής. Χαρά Θεού! Αντίκρυ ήταν το Γυμνα΄σιο του Νέου Ηρακλείου κι ο γυμνασιάρχης είχε  βγει στο μπαλκόνι του και χάζευε την πρωινή κίνηση στο δρόμο, σαν τίποτα να μην είχε συμβεί. Ήταν η συνηθισμένη. Μόνο που κάπου κάπου περνούσε κανένα αυτοκίνητο με ταχύτητα και άφηνε πίσω του τον ήχο από κάποιο εμβατήριο. Με νοήματα του έδωσα να καταλάβει πως έπρεπε να κλείσει και να φύγει. Μου έγνεψε ν'ανέβω επάνω. Του εξήγησα. Δεν ήξερε τίποτα. Είχαν πάει εκδρομή κι είχαν γυρίσει αργά τη νύχτα. Έκλεισε το σχολείο του και έφυγε. 

Είναι αλήθεια πως δεν ξαφνιάστηκα. πολλοί την περιμένανε, όσοι τουλάχιστον δεν πίστευαν στο δόγμα πως " ολαός δεν σηκώνει δικτατορίες", όπως λέγαμε κομπάζοντας και σχεδόν απειλώντας. Και να που έγινε. Και τι θέλατε εγώ να κάνω; Μήπως να βγω και ν'αρχίσω να φωνάζω; Και ποιος θα με άκουγε; Και να με άκουγε τι θα γινόταν; Δεν ήταν καθόλου βέβαιο πως θα γινόμασταν δυο, πως θα γινόμασταν τρεις, πως θα γινόμασταν χίλιοι δεκατρείς, - όπως έλεγε το τραγούδι που τραγουδούσαμε.... Το πιο βέβαιο είναι πως αν το 'κανα, την ίδια στιγμή θα κατέφθανε το 100, θα με μπαγλάρωναν και ...μη με είδατε , μη με απαντήσατε...."Άιστος, άπυστος", που λέει ο λόγος. Αγανάκτησα, λοιπόν, μες την αμηχανία μου και στην απόγνωση. 

"Επιτέλους, τι κάνει αυτός ο λαός, αναρωτήθηκα και πήρα το λεωφορείο από τη στάση, κοντά στο σινεμά. δεν ήταν το πιο βολικό μέσον, αλλά ήθελα εκεινη τουλάχιστον την ώρα να δείξω πως είμαι ένας νομοταγής πολίτης και φεύγω για τη δουλειά μου χωρίς χρονοτριβή. 

Μάταια σπουδή. μονάχα καμιά δεκαριά μαθητές είχαν έρθει και τρεις τέσσερις συνάδελφοι. ανταλλάξαμε κάποιες πληροφορίες, κι αμέσως γινόταν φανερό πως και οι άλλοι τις περνούσαν από κόσκινο για να καταλάβουν τι κρύβουν τα λόγια σου. Κάποια στιγμή θέλησε να μου ανοίξει αυζήτηση ένας από τους συναδέλφους, που όλο για ιστορίες του στρατού μας μιλούσε, τον καιρό που ήταν ανθυπολοχαγός. Του είπα: " Από δω και πέρα τέρμα οι συζητήσεις". 

Διώξαμε τους λίγους μαθητές, τους ευχηθήκαμε "Καλό Πάσχα"και φύγαμε κι εμείς.

Ακολούθησα το συνηθισμένο μου δρομολόγιο.

Για να επιστρέψω από το σχολείο στο σπίτι μου, κατέβαινα στο σταθμό στα Πευκάκια και έπαιρνα τον Ηλεκτρικό. εκεί, τον τελευταίο καιρό, στεκόταν ένας τύπος περίεργος, λες και είχε ξεκολλήσει από γελοιογραφία του Ντωμιέ, της εποχής του ρομαντισμού. Λιπόσαρκος, ατημέλητος αλλά όχι βρώμικος, με φαρδιά παντελόνια, με μακριά μαλλιά, έδειχνε πιο πολύ διανοούμενος περιθωριακός ή κάτι σαν ισόβιος φοιτητής, παρά για ψώνιο.

Στεκόταν λοιπόν στην πλατφόρμα, κιόταν έβλεπε πως είχε μαζευτεί αρκετό ακροατήριο, άρχισε να βγάζει λόγο, συνήθως για τις αμαρτίες μας και για τον Θεό, που πίσσα και φωτιά θα μας ρίξει.... Οι επιβάτες λίγο πολύ ήταν πάντα οι ίδιοι, τον είχαν συνηθίσει κι αυτόν και τα κηρύγματά του και κανείς δεν πρόσεχε. Άλλωστε μιλούσε ασυνάρτητα, όλο κάτι κοινωνικά και θεολογικά αποφθέγματα.

Αυτήν τη φορά όμως πετούσε και κάποια λόγια, νεφελώδη πάντα, αλλά που έμοιαζαν να έχουν αποσπασθεί από λόγο πολιτικό, σαν αυτούς που έβγαζε στο ¨μέγα πλήθος και στο μέγα πάθος" της πλατείας Κλαυθμώνος ο Γιώργος Παπανδρέου, " ο Γέρος της Δημοκρατίας" που τον λέγαμε με καμάρι - και με έναν τόνο βαθύτατου σεβασμού και συστράτευσης. Οι επιβάτες στην παλτοφόρμα του σταθμού τον κοιτούσαν για μια στιγμή ξαφνιασμένοι, ύστερα κοίταζαν τους διπλανούς τους, έκαναν, τέλος, στρφή και προσποιούνταν τους αδιάφορους, χαμογελώντας κρυφά μέσα τους. 

Κι εκείνος διέκοπτε κάθε τόσο το κήρυγμά του, τους κοιτούσε κατά πρόσωπο και έλεγε με ολοφάνερη ειρωνεία " Φοβούμαστε, ε; Η δουλίτσα μας, ε; Τα συμφέροντά μας, ε; Αλλά ο Χριστός δεν φοβήθηκε..." - κι από εκεί και κάτω άλλαζε τόνο και συνέχιζε τα θεολογικά του. Το πράμα που θύμισε τον Σόλωνα, που προσποιήθηκε τον τρελό για να μιλήσει στους Αθηναίους για πράματα απογορευμένα. Στο εξής, σκέφτηκα, θα μιλάνε μόνο οι τρελοί. Και τα ψώνια.

milionis1Πέρασαν έκτοτε σαράντα πέντε χρόνια. στο διάστημα αυτό η Χούντα έπεσε όπως έπεσε. Μερικοί από τους πρωτεργάτες μπήκαν στη φυλακή - "όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια"  - κάποιοι απ'αυτούς τέλειωσαν τη ζωή τους εκεί μέσα, κάποιοι ίσως ακόμα ζουν. Ο Παττακός βγήκε για λόγους υγείας και κάθε Απρίλη βγαίνει και στην τηλεόραση.... Η ατραξιόν της ημέρας. Ποιος δίνει σημασία πια; 

Και μονάχα ο φασισμός δεν έλλειψε αυτά τα σαράντα πέντε χρόνια. Γιατί, βέβαια, η Χούντα ήταν μονάχα το ένα πρόσωπο του φασισμού, το  ακάλυπτο. Κάθε τόσο νά σου κι ένας νέος κουκουλοφόρος φασισμός - σαν τους "γνωστούς αγνώστους". Πότε με την κουκούλα του πολιτικού στελέχους, πότε του τρισβάρβαρου επιχειρηματία και του μάρκετινγκ, πότε με την κουκούλα της κρατικής εξουσίας που λόγο δε δίνει, και πότε με το τρισεύγενο πρόσωπο των ΜΜΕ - εντύπων και ηλεκτρονικών. 

Και κάθε φορά που πας να ψιθυρίσεις κάτι, σαν υπαινιγμό να πούμε, οι άλλοι σε κοιτάζουν δήθεν ξαφνιασμένοι, σαν να θέλουν να πουν: " Τι εννοείς; Δεν έχουμε Δημοκρατία;" Θυμάσαι τότε εκείνον τον τύπο στο σταθμό του Ηλεκτρικού στα Πευκάκια, τον τύπο του Ντωμιέ που λέγαμε:" Οι δουλίτσες μας, ε; Τα συμφέροντά μας, ε; ".

Και μουρμουρίζεις μέσα σου: " Μόνο οι τρελοί και τα ψώνια μιλάνε". 

Σ.Δ: Το αφήγημα αυτό του Χριστόφορου Μηλιώνη ( Περιστέρι Πωγωνίου Ιωαννίνων, 1932 - Αθήνα, 2017 ) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό " Η λέξη" στο τεύχος Απρλίου - Ιουνίου 2006. Εμείς το εντοπίσαμε στο βιβλίο "Απο - θέματα", ( Νεφέλη, Απρίλιος, 2017). 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017 18:22
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση