Τετάρτη, 08 Νοεμβρίου 2017 17:13

Γιατί αγαπάμε ακόμα (τόσο) τον Αλμπέρ Καμύ, της Τίνας Μανδηλαρά

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kami2Ο πρώτος τόμος από τα Σημειωματάρια του Αλμπέρ Καμύ (εκδόσεις Πατάκη) αποκαλύπτει μια ζωντανή, κομψή και ουσιαστική προσωπικότητα και σκέψη, που σήμερα μοιάζει να μας αφορά περισσότερο από ποτέ. Ντυμένος πάντα με ένα κλασικό κουστούμι, γραβάτα και τουίντ παλτό –ένας άνδρας στην εντέλεια, ακόμα και στον τρόπο που κρατούσε το τσιγάρο–, ήταν φανερό πως δεν έμοιαζε με τους άλλους: ο Αλμπέρ Καμύ ήταν φτιαγμένος να ξεχωρίζει όχι μόνο ως προς την κυρίαρχη εικόνα, που ακόμα και σήμερα θα μπορούσε να στολίζει τα ιλουστρασιόν περιοδικά, αλλά και στον τρόπο που ξανάστησε τη σύγχρονη φιλοσοφία, φέρνοντάς τη στα ανθρώπινα μέτρα.

 

Δεν ήταν νάρκισσος, ακόμα και όταν όλοι –ηθοποιοί, γυναίκες, φιλόσοφοι– θέλγονταν από την εικόνα του, όταν οποιαδήποτε γωνιά εκφραστικής τέχνης αναζητούσε με μανία τη δική του σκέψη. Aυτό, όμως, που ο ίδιος πάσχιζε να απαντήσει είναι τι μας κάνει να αναζητούμε διακαώς τη δημιουργία ως τη μοναδική, εν τέλει, αντίσταση σε ένα αναπόφευκτο τέλος. 

Σάμπως να γνώριζε ότι εκείνο θα έφτανε πολύ σύντομα και άδοξα στην πιο παραγωγική φάση της ζωής του, το πρωινό της 4ης Ιανουαρίου 1960 στο Λουρμαρέν της Προβηγκίας, παραπέμποντας στις δικές του περιγραφές για τα πανέμορφα μεσογειακά τοπία που κάνουν ακόμα πιο οδυνηρό το γεγονός του θανάτου. Τα εξώφυλλα των εφημερίδων την επoμένη του τραγικού δυστυχήματος ήταν γεμάτα φωτογραφίες από τη στραπατσαρισμένη σπορ Φασέλ-Βεγκά που οδηγούσε ο φίλος του Μισέλ Γκαλιμάρ –του περίφημου εκδοτικού οίκου– και που θα σκότωνε, εκτός από τον ίδιο τον οδηγό, τον πιο γοητευτικό φιλόσοφο του περασμένου αιώνα. Ο αδικοχαμένος Καμύ μόλις που είχε προλάβει να στείλει τέσσερις επιστολές στις διαφορετικές ερωμένες του –τη διάσημη ηθοποιό Μαρία Κασάρες, την Αμερικανίδα λόγια Πατρίτσια Μπλέικ, τη θεατράνθρωπο Κατρίν Σέλερς και τη ζωγράφο Μι–, όπου περιέγραφε πόσο πολύ αδημονούσε, φεύγοντας από το Λουρμαρέν, να φτάσει στο Παρίσι για να λάβει άλλη μια γερή δόση ερωτικής απόλαυσης. Ήταν ίσως ένας απτός, τότε, τρόπος για να νιώσει ότι είναι ζωντανός –ανεξήγητη διαίσθηση του επικείμενου θανάτου;–, ξέροντας πως μόνο η σάρκα είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση την ύψιστη δημιουργία. Οι άπειρες φωτογραφίες του με το τσιγάρο στο στόμα σε στιγμή ρεμβασμού δεν μαρτυρούσαν, άλλωστε, έναν άνθρωπο απομακρυσμένο από τον κόσμο, αλλά «ενσαρκωμένο σε αυτόν», όπως θα έλεγε ο καλός του φίλος Μερλό Ποντί, σε τέτοιο βαθμό, που αφουγκραζόταν την παραμικρή ανάσα, τον ήχο από τον κόκκο σκόνης που έπεφτε στη γη, το απαλό ηχό χρωμα κάθε ολοζώντανης σκέψης που δεν επέτρεπε καμία παρεκτροπή και καμία ρυτίδα, αφού «κάθε λεπτό ζωής φέρει μέσα του την αξία του θαύματος και το πρόσωπο της αιώνιας νιότης». 

Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί ολόκληρο το άρθρο που δημοσιεύτηκε στη lifo στις 7.11

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 09 Νοεμβρίου 2017 19:08

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση