Τετάρτη, 08 Νοεμβρίου 2017 16:38

Στον κόσμο των τριών εποχών, του Παντελή Μπουκάλα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kathim19Ε​​ρώτηση: «Τελικά, έχει τρελαθεί ο καιρός;». Απάντηση: «Ο καιρός δεν έχει τρελαθεί. Εμείς έχουμε βαλθεί να τον αποτρελάνουμε. Οπως λέει και το ποίημα του Σουρή: “Η φύσις ετρελάθηκε, της έφυγαν οι βίδες, πήγαν τα ψάρια στη στεριά και πάνω στα βουνά οι γόπες και οι μαρίδες”». Η ερώτηση είναι του δημοσιογράφου Γιάννη Πανταζόπουλου και η απάντηση ενός άριστου γνώστη των φυσικών, με μετρημένο πάντα τον δημόσιο λόγο του: του Χρήστου Ζερεφού, καθηγητή Φυσικής της Ατμόσφαιρας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην προέδρου του Εθνικού Αστεροσκοπείου. Η συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στη LIFO, στις 27 Iουνίου 2017, με τίτλο «Τι σκότωσε τις 4 εποχές; Τι τρέλανε το κλίμα;».

 

Το «εμείς» στην απάντηση του κ. Ζερεφού μάς περιέχει όλους. Δεν αφήνουν βέβαια το ίδιο αποτύπωμα στη φύση η Ελλάδα και οι ΗΠΑ, η Γκάνα και η Κίνα, ο εργάτης και ο εργοστασιάρχης, ο ασκητής και ο επιδειξίας του καταναλωτισμού, ο πολίτης και ο πολιτικός, ο πένης και ο περήφανος ιδιοκτήτης πισίνας σε εξοχικό τριάντα μέτρα από τη θάλασσα, ο αποφασισμένος ποδηλάτης και ο μανιακός του γιωταχί, αστός ή αγρότης, που για να πάει και για τα τσιγάρα του ακόμα στο περίπτερο καβαλικεύει τα μηχανικά του άλογα. Παρ’ όλ’ αυτά, παρά την τεράστια διαφορά στο βάθος του αποτυπώματος που αφήνει ο καθένας μας, η ευθύνη έχει μεν διαβαθμίσεις πλην παραμένει κοινή, αφού και ο πλανήτης μας είναι κοινό μας σπίτι· άσχετα αν άλλοι ζεσταίνονται δίπλα στο φουντωμένο τζάκι κι άλλοι ξεπαγιάζουν στις κρύες γωνιές.

 

Μπορεί, ας πούμε, να προσπαθούμε να μην είμαστε σπάταλοι οικολογικά και άπληστοι στη σχέση μας με το περιβάλλον και τις πηγές του, αν όμως ανεχόμαστε την απληστία των άλλων –χωρών, ομάδων ή ατόμων–, τα αποτελέσματα της ευαισθησίας μας σχεδόν μηδενίζονται και η ευθύνη μας διογκώνεται. Ο Ντόναλντ Τραμπ, λ.χ., μπορεί να πιστεύει όσα πιστεύει για το κλίμα, δηλαδή πως η αποσταθεροποίησή του είναι παραμύθι ακραίων οικολόγων ή σατανικό κόλπο των Κινέζων για να πλήξουν την αμερικανική βιομηχανία, και άλλες τέτοιες ανοησίες που δεν τις ενστερνίζονται ούτε οι αφελέστεροι συνωμοσιολόγοι του ιντερνετικού σύμπαντος, τη δύναμη εντούτοις για να μετατρέψει σε πολιτική πράξη τις κραυγαλέα λαθεμένες και καταφανώς επικίνδυνες ιδέες του τού την έδωσαν όσοι τον ψήφισαν. Και όσοι εξακολουθούν να τον ανέχονται και να διασκεδάζουν με τα τιτιβίσματά του, θαρρείς και εξακολουθεί να είναι ριαλιτάρχης σε κάποιο κανάλι και όχι πλανητάρχης, με τον λόγο του (και τον πιο αστήριχτο) ισοδύναμο της πράξης.

Για το πόσο έχει τρελαθεί το κλίμα, ή μάλλον για το πόσο το έχουμε τρελάνει, μαρτυρεί εκτός πολλών άλλων μια έκθεση του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Σταθμού, που υπάγεται στον ΟΗΕ. Σύμφωνα με την έκθεση, που ανακοινώθηκε στις 30 Οκτωβρίου, το 2016 οι μέσες συγκεντρώσεις του διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως εκτοξεύτηκαν στα υψηλότερα επίπεδα όλων των εποχών: αυξήθηκαν στα 404,3 μέρη ανά εκατομμύριο, έναντι 400 το 2015. «Η αύξηση των εκπομπών κατά 3,3 ppm από το 2015 έως το 2016 ήταν μεγαλύτερη από την προηγούμενη αύξηση που σημειώθηκε από το 2012 έως το 2013», ανακοίνωσε ο Οργανισμός, υπογραμμίζοντας πως η άνοδος υπερβαίνει τον μέσο ρυθμό αύξησης της τελευταίας δεκαετίας. Λίγους μήνες αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος απέσυρε τη χώρα από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, πιθανόν με τη σκέψη ότι εκτός από το τραμπικό τείχος προς το Μεξικό μπορεί να σκεπάσει με θόλο όλη τη χώρα του και να την προστατέψει από την οικολογική επιμειξία, ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός, ο ΟΗΕ δηλαδή, υποχρεώνεται να επισημάνει το αυτονόητο: «Οσο περισσότερο περιμένουμε να εφαρμόσουμε τη Συμφωνία του Παρισιού τόσο μεγαλύτερη δέσμευση και δραστικότερες μειώσεις στις εκπομπές ρύπων θα χρειαστούν στο μέλλον ώστε η κλιματική αλλαγή να διατηρηθεί εντός ορίων».

Οταν διαβάζουμε τέτοιες προτάσεις, ένας μικρός δαίμονας μέσα μας, ο δαίμονας της αναβλητικότητας, μας πείθει να παραβλέψουμε τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος που τις σφραγίζει και να αρπαχτούμε από το ψευδαισθησιακά παρηγορητικό «έχουμε χρόνο». Το ίδιο συμβαίνει κι όταν βλέπουμε χάρτες της πιθανής Γης το 2050 ή το 2100, ανασχηματισμένης, με τις στεριές και τις θάλασσές της αναδιαταγμένες, πολλά νησιά της εξαφανισμένα, υποβρύχια πια, και τρανές παραλιακές πόλεις της παραδομένες στα νερά και στα ψάρια, όσα θα συνεχίσουν να υπάρχουν. «Εχουμε χρόνο» λέμε και τότε, με την αυταπάτη πως οι χάρτες είναι κατασκευές μιας ακραίας επιστημονικής ή μάλλον επιστημονικίζουσας φαντασίας, δυστοπίες πλασμένες από μια καταστροφολογική, εμμονική λατρεία της υπερβολής, και όχι δημιουργήματα της γνήσιας επιστήμης, που βασίζεται σε στοιχεία, αρχεία και ποικιλοτρόπως ελεγμένα μοντέλα, και όχι σε «πληροφορίες» από την Πυθία ή από γέροντες και γερόντισσες που τροφοδοτούν με «προφητείες» τα κίτρινα ή ροζ πρωτοσέλιδα.

Εχουμε όντως χρόνο; Είναι πράγματι τόσο μακριά το 2050 ή το 2100; Εναν απλοϊκό, καθόλου επιστημονικό, πάντως πειστικό τρόπο για να καταλάβουμε τα της σχετικότητας του χρόνου μάς τον προσφέρει η εμπειρία μας στα καλά και στα πικρά. Εχουμε μάθει λοιπόν, με τη μέθοδο του συναισθήματος έστω, ότι το επόμενο λεπτό είναι πολύ μακριά (οπότε, ναι, έχουμε χρόνο να νοιαστούμε και για το περιβάλλον), όμως η επόμενη πενταετία έχει ήδη περάσει (οπότε ακόμα και το εξουθενωμένο από την κατάχρηση «οι καιροί ου μενετοί» ακούγεται σαν αστείος ψίθυρος, όχι σαν στεντόρεια έκκληση). Στη νιότη μας μάς φαίνονται όλα αργόρυθμα και η αθανασία μας μοιάζει σίγουρη, καπαρωμένη. Οταν όμως περάσουμε το «μεσοστράτι της ζωής μας», τα πάντα κυλούν βασανιστικά, αποκαρδιωτικά γρήγορα.

Μέσα στον διαρκή τους πόλεμο, ο βιολογικός και ο ψυχοπνευματικός μας χρόνος αδιαφορούν για τον κοσμικό, τον μοναδικό ωστόσο που αφορά τη φύση. Μια φύση που διατηρεί ορισμένες από τις αυτοϊματικές ικανότητές της, μολαταύτα έχει ήδη στείλει πολλά και σαφή μηνύματα πως οι αντοχές της μειώνονται, πως η Ανθρωπόκαινος περίοδος την έχει βάλει σε δεινή δοκιμασία. Ούτε «θεομηνίες» ούτε «εκδίκηση της φύσης» είναι οι όλο και χειρότεροι τυφώνες, το λιώσιμο των πολικών πάγων (ταυτόσημων της αθανασίας, έως και τον 20ό αιώνα, για τη λογοτεχνία και τη μαζική συνείδηση), το σχιζοφρενικό κλίμα, όπου συνυπάρχουν, με μικρή απόσταση μεταξύ τους, καταιγίδες και καύσωνες, οι τεράστιες πυρκαγιές λόγω της ανυδρίας και της αυξημένης θερμοκρασίας του εδάφους, η μείωση των εποχών σε τρεις, με το καλοκαίρι να επεκτείνεται –τουλάχιστον στη Μεσόγειο, όπως τη ζούμε ή την υποφέρουμε– εις βάρος και της άνοιξης και του φθινόπωρου. Το 2050 μάς περιέχει ήδη. Είτε θα ζούμε τότε είτε όχι.

Πηγή:  kathimerini.gr  

Έντυπη

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017 06:58

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση