Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017 15:41

Ο καταγγέλων, του Γιάννη Μακριδάκη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

astegosΜόλις είδε τους μπάτσους η Μαρία και συνειδητοποίησε γιατί είχαν έρθει, πήδηξε από τ’ παράθυρο έξαλλη. Στο ακριανό τραπέζι καθόμασταν, στη βιτρίνα του εστιατόριου και ήτανε η τζαμαρία ορθάνοιχτη, τέλη Οκτώβρη, αλλά η ζέστη ακόμη μεγάλη, σαν καλοκαιρινή ήταν η Κυριακή. Οι μπάτσοι κατάφτασαν με τρεις μηχανές, η μια πίσω απ’ την άλλη και σταμάτησαν μες στη μέση του στενού δρόμου, ακριβώς εμπρός στο τραπέζι μας. Κοιτούσαν κιόλας κατά το μέρος μας. Δεν είχαμε καταλάβει τι συνέβαινε, ψαχνόμασταν απορημένοι, ώσπου ο ένας ξεκαβάλησε και βάδισε προς την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, αριστερά μας.

 

Έσκυψε η Μαρία και έβγαλε το κεφάλι της από τη τζαμαρία. Τον είδε τότε να συνομιλεί με έναν άστεγο, που καθόταν εκεί στα σκαλιά της εισόδου, τον άκουσε κιόλας που του έλεγε με ύφος αυστηρό να φύγει από κει διότι ενοχλεί τους ενοίκους η παρουσία του και εμποδίζει την πρόσβαση στην οικοδομή. Τότε ήταν που πήδηξε η Μαρία φουντωμένη στο πεζοδρόμιο.

Την παρακολουθούσα διακριτικά. Σηκώθηκα αργά, βγήκα κι εγώ, από την πόρτα, κανονικά, και πλησίασα στην σκηνή. Ο άστεγος, ένας ταλαιπωρημένος και αναμαλλιασμένος γέροντας με μούσια είχε σηκωθεί από τα σκαλιά και παρακαλούσε τα όργανα της τάξης να τον αφήσουν ήσυχο, η Μαρία ζητούσε τον λόγο με έντονο ύφος από τον επικεφαλής και απαιτούσε να μάθει για ποιον λόγο ήρθαν έξι αστυνομικοί για έναν ακίνδυνο άνθρωπο και για ποιον κυρίως λόγο κρίνεται ως παράνομο να κάθεται κάποιος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ο αρχηγός τους ξεκαβαλίκεψε κι αυτός από την μεσαία μηχανή, ήρθε κοντά και προσπαθούσε να της εξηγήσει με γλώσσα υπηρεσιακή ότι είχε κάνει καταγγελία κάποιος ένοικος και ότι ο κύριος εκεί εμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο, ένας άλλος μπάτσος πήρε το λόγο μετά, αγανακτισμένος κάπως, καβάλα συνοδηγός στην τελευταία μηχανή αυτός, και με γλώσσα πιο λαϊκή έπιασε να της λέει να μην τα βάζει μαζί τους διότι κι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν αφού έγινε καταγγελία και ότι δεν είχαν καμιά όρεξη να σηκωθούν από τον καφέ και να τρέχουν σε περιστατικό, έδειξε κιόλας, για του λόγου του το αληθές, το πλαστικό ποτήρι με τον καφέ, που το βαστούσε χωμένο ανάμεσα στην κοιλιά του και στην πλάτη του οδηγού, και τον ρουφούσε στα κλεφτά πότε πότε μέσα απ’ το κράνος, η Μαρία μ’ αυτά και μ’ αυτά γινόταν ολοένα πιο έξαλλη, εγώ παρακολουθούσα από δίπλα φαινομενικά αμέτοχος και ο καταγγέλων στεκόταν στο μπαλκόνι του στον πρώτο όροφο της οικοδομής και απολάμβανε την κυριακάτικη λαϊκή απογευματινή, που είχε σκηνοθετήσει από κάτω.

Μη στεναχωριέσαι κυρία, λέει σε μια στιγμή ο άστεγος στην Μαρία, άστους κυρία, μην τους μιλάς άλλο, δεν τα βγάζεις πέρα με την αστυνομία, φεύγω, της είπε και στάθηκε παρακεί, να μην ενοχλεί την πολυκατοικία. Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε σχεδόν εκστασιασμένη. Μη στεναχωριέσαι κυρία, της ξαναείπε τότε εκείνος και είχε η φωνή του μια ισοπεδωμένη τρυφεράδα και ευγένεια, έτεινε το χέρι του και την προσκάλεσε να βγει από το σκηνικό, να δώσει τέλος στην ιστορία και να αφήσει τα όργανα, που είχαν ήδη καβαλήσει πάλι τις μηχανές τους, να φύγουν.

Πατώντας  yiannismakridakis.gr  θα σας εμφανιστεί ολόκληρο το άρθρο που αναρτήθηκε στις 23.10
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017 15:52

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση