Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017 10:58

Καλά τα λέει ο Καουρισμάκι το ίδιο και ο Βαλτινός, ακόμα και ο Βέλτσος καλά τα λέει κι αυτός

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

veltsos1

Αυτό το άρθρο περιέχει αποσπάσματα σκέψεων που διαλέξαμε από τρεις άντρες των γραμμάτων και των τεχνών. Ο ένας είναι από τον χώρο του κινηματογράφου, ο άλλος από τη λογοτεχνία και ο τρίτος έχει σχέση αγαπητική με το θέατρο. 

Ο Ακι Καουρισμάκι ( Οριμάτιλα, Φινλανδία, 1957) είναι σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Έχει ύψος 1.95 και έχει εργαστεί και ως λαντζιέρης, ταχυδρόμος, μπάρμαν και κριτικός κιν/γράφου. Από τις τέσσερις πέντε ταινίες του που έχουμε δει θυμόμαστε γιατί μας άρεσαν τις "Άνθρωπος χωρίς παρελθόν" και "Το λιμάνι της Χάβρης". Ο Καουρισμάκι μας αρέσει επίσης γιατί οι ευάλωτοι και τρυφεροί κατά βάθος ήρωές του είναι πότες και καπνιστές επειδή το ίδιο είναι κι αυτός στη ζωή του.

 

Ακολουθούν τρία αποσπάσματα από την συνέντευξη που παραχώρησε στην Λήδα Γαλανού επ'ευκαιρία της προβολής αυτή τη βδομάδα της νέας του ταινίας "Η άλλη όψη της ελπίδας".  

«Όταν ήμουν νέος, όλοι έφευγαν από τη Φινλανδία. Ενα εκατομμύριο πήγε στη Σουηδία, πεντακόσιες χιλιάδες στις ΗΠΑ, άλλες πεντακόσιες στην Αυστραλία.Κι ήταν οικονομικοί μετανάστες, δεν έφευγαν από κάποιον πόλεμο. Κι έτσι αναρωτιέμαι, αν τότε τόσοι από εμάς έγιναν μετανάστες, πώς μπορούμε τώρα να είμαστε τόσο αγενείς προς τους πρόσφυγες; Τόσο διαβολεμένα σκληροί;».

«Είμαι ένας μεγάλος άντρας. Μεγαλούτσικος, ας πούμε.Οπότε εγώ πια δεν έχω σημασία για κανέναν. Ποτέ δεν είχα, παρεμπιπτόντως. Αλλά αν οι άνθρωποι είχαν τα λογικά τους, κάθε μητέρα θα έπρεπε να πάει στα χαρακώματα και να τους κάνει μποϊκοτάζ. Να σταματήσει να ψωνίζει, να καθίσει κάτω και να απαιτήσει να αλλάξουν τα πράγματα. Κι όχι μεθαύριο, σήμερα. Κάθε μητέρα, κάθε γυναίκα, είτε έχει παιδιά είτε όχι. Και γιατί λέω γυναίκα; Γιατί οι άντρες έτσι κι αλλιώς είναι καθάρματα, έχουν αποδείξει εδώ και χρόνια ότι είναι τελείως ηλίθιοι».

«Ντρέπομαι τόσο για την Ευρώπη. Το χρήμα κατακτά τα πάντα. Το χρήμα δεν έχει ηθική, είναι ξεκάθαρο ότι χάνουμε. Νικητής θα είναι η τεχνολογία και ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Η Ευρώπη βρίσκεται σε πνευματική κρίση. Κι αυτό συμβαίνει επειδή σήμερα, οι μόνοι που θέλουν κι αποκτούν την εξουσία είναι ηλίθιοι. Ποιος θέλει την εξουσία σήμερα; Κανείς και γι’ αυτό την παίρνουν οι ηλίθιοι. Μετρήστε. Το 80% των πρωθυπουργών ή προέδρων χωρών είναι αγράμματοι ηλίθιοι. Το 10% και κάτι είναι δικτάτορες. Τι άλλο να προσθέσω; Καλή σας μέρα».

veltsos2Η οικογένεια του συγγραφέα και προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών Θανάση Βαλτινού (Καστρί Κυνουρίας, 1932) στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου μετακινήθηκε σε διάφορες πόλεις και ο Βαλτινός φοίτησε στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Τα τελευταία χρόνια μένει στο Παγκράτι, σε ένα δώμα στον έβδομο όροφο.Από τα πέντε έξι βιβλία του που έχουμε διαβάσει θυμόμαστε γιατί μας άρεσαν, "Η κάθοδος των εννιά", "Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο" και "Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη". Ο Ηλίας Μαγκλίνης του πήρε μία συνέντευξη επ'ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του "Αλόνησος". 

«Οδεύουμε προς έναν αναλφαβητισμό. Δεν θα υπάρχει λόγος να μαθαίνουμε να γράφουμε. Ολα αυτά θα γίνονται ηλεκτρονικά. Στέλνουμε μηνύματα για τα πάντα. Αργότερα η ομιλία θα περιοριστεί σε πολύ στοιχειώδη πράγματα. Αυτό είναι και μια υπονόμευση και του γραπτού λόγου τελικώς. Βέβαια, η λογοτεχνία δεν θα πάψει να γράφεται. Θα περιοριστεί σε μια ακόμα μικρότερη μειοψηφία. Ο περισσότερος κόσμος θα αρκείται σε λιγότερες λέξεις. Το λες και άσκηση οικονομίας αυτό αλλά είναι και μια απανθρωποποίηση τελικά. Ο άνθρωπος θα εκφράζεται μόνον μέσα από ηλεκτρονικά μηνύματα. Αλλά θα χρειαστούν πολλές γενιές για να φύγουμε από τον Γουτεμβέργιο. Εχουμε πολλούς αιώνες Γουτεμβέργιου πίσω μας. Τα βαθύτερα και ουσιαστικότερα πράγματα, η ποίηση, το να παλεύεις να βρεις την κατάλληλη λέξη, όχι σε τεχνικό ή καλολογικό επίπεδο, αλλά ως ουσία, αυτό θα μας ακολουθεί για πολύ καιρό ακόμα. Αλλά μοιραία θα μετατοπιστεί».

«Δεν είμαι απαισιόδοξος. Μια διαπίστωση κάνω. Απλώς θα αλλάξει στο απώτερο μέλλον η σχέση μας με τη γλώσσα. Η γλώσσα όμως είναι μια σωματικότητα αλλά είναι και κάτι παραπέρα από αυτό. Υπάρχουμε μέσα στη γλώσσα και αναρωτιέμαι αν μπορούμε να υπάρξουμε εκτός γλώσσας. Δηλαδή ουσιαστικά και η σωματική μας ύπαρξη μέσα από τη γλώσσα καθορίζεται κατά κάποιο τρόπο. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν ηλεκτρονικά ξεπεραστεί η ανάγκη της γλώσσας, τι θα γίνει ο άνθρωπος. Πώς θα είναι; Ισως ένα είδος ρομπότ με σάρκα. Η ανθρώπινη ευαισθησία δεν θα χαθεί αλλά πώς θα διαφοροποιηθεί; Πού θα πάει; Αναρωτιέμαι. Η “Αλόννησος” λοιπόν είναι ένα προοίμιο μιας κατάστασης που έρχεται. Νομίζω ότι θα βγαίνουν μυθιστορήματα με ψηφιακές εικόνες και ήχους».

«Αγαπούσα πάντοτε το μαγνητόφωνο. Ενα μεσημέρι έτρωγα σε μια ταβέρνα που υπήρχε στη Μηλιώνη, “Τα παιδιά του Πειραιά”. Τότε η Μηλιώνη δεν ήταν πιάτσα, ερημιά ήταν. Τέλη του ογδόντα προς ενενήντα νομίζω. Μια φορά είχα απέναντί μου ένα ζευγάρι, όχι νέων ανθρώπων. Ο άνδρας πρέπει να ήταν διπλωμάτης ή κάτι τέτοιο. Και πρέπει να είχαν κάποτε ερωτική σχέση. Ηταν τόσο γυμνός στη συμπεριφορά του, απέναντι στον εαυτό του. Κοίταξε, έλεγε, ούτε το κρέας δεν είμαι ικανός να κόψω. Μολονότι ήταν σε καλή φυσική κατάσταση είχε μια επίγνωση της φθοράς του. Πώς κατάντησα, έλεγε. Πώς θα βγω αύριο απ’ το αεροπλάνο; Μα τι λες τώρα, του έλεγε εκείνη. Προσπαθούσε να τον ενθαρρύνει. Αλλά από τη δική του μεριά υπήρχε μια αδυσώπητη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του. Μου έμεινε η συζήτησή τους. Ηταν ένα μονόπρακτο καταπληκτικό. Πολύ πιο προχωρημένο ακόμα και από έναν Μπέκετ. Μαγνητόφωνο να είχες εκείνη τη στιγμή να τους πάρεις. Γι’ αυτό πρέπει να έχεις καλό αυτί».

 «Οι ολοκληρωμένοι έρωτες καταντούν συνήθως ένα κενό ασκί, μια συμφορά». «Στην “Αλόννησο”, οι γυναίκες αυτές βασανίζονται από κάποιον άνδρα που ποθούν. Αλλά βασανίζουν και τον άνδρα αυτό. Θα σου πω μια ιστορία: Στην έκτη δημοτικού ήμουν πολύ ερωτευμένος με την κόρη του θεολόγου μας. Το σχολείο μας ήταν αρρένων αλλά ο θεολόγος έφερνε εκεί την κόρη του. Μέγας έρως που δεν εκπληρώθηκε και δεν ομολογήθηκε ποτέ, πουθενά και σε κανέναν. Μαθαίνω πριν από μερικά χρόνια ότι το κορίτσι εκείνο, γυναίκα πια, είναι σύζυγος ενός ανθρώπου που κινείται σε έναν ευρύ κύκλο γνωριμιών μου. Κανόνισα να φάμε σε ένα σπίτι και να την προσκαλέσουν, Κυριακή μεσημέρι, με κάποιο πρόσχημα άσχετο. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Και ήρθε. Και δεν απογοητεύτηκα. Περίμενα ίσως ότι ο χρόνος θα είχε βαρύνει από πάνω της. Είχε παχύνει κάπως, εγώ τη θυμόμουν βέργα, τα κιλά της ηλικίας, στα ογδόντα τέσσερά της εξάλλου. Συνομήλική μου. Είχε φροντίσει τον εαυτό της, κοκέτα, πολύ προσεγμένη, από φυσικού της. Δεν ήξερε καν ποιος είμαι. Και ήταν αξιοπρεπέστατη. Δεν έλεγε ανοησίες. Τόσα χρόνια μετά, ήταν συγκινητικό για μένα όλο αυτό. Και δεν έμαθε ποτέ της πόσο την είχα ερωτευτεί. Αυτά κρατιούνται μέσα σου. Ετσι μένουν αλησμόνητα. Θα μπορούσε να είναι μια βαθύτατη απογοήτευση βέβαια αλλά η ποιητική ανάμνηση που είχα δεν γκρεμίστηκε. Αυτοί οι έρωτες σε ζουν, σε ακολουθούν».

veltsosΤίποτα δε θυμάμαι από όσα άρθρα - σπαράγματα έχω διαβάσει του Γιώργου Βέλτσου ( Αθήνα, 1944), που σπούδασε νομικά και κοινωνιολογία στο Παρίσι, που από τη μεταπολίτευση διδάσκει θεωρία της επικοινωνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει γράψει δοκίμια, ποίηση και θεατρικά. Τίποτα, διότι ελάχιστα καταλάβαινα. Όμως πάντα είχα την αίσθηση ότι κάτι σαν σπόρος έμενε μέσα μου, και πάντα ελπίζω πως όταν θα έρθει η κατάλληλη εποχή θα φυτρώσει και θα γευτώ τους καρπούς του ή θα χαρώ το άρωμά τους;

Απόσπασμα από το άρθρο του "Η κλαγγή και η κλανιά" που δημοσιεύτηκε στις 9.10.17 στην Εφημερίδα των Συντακτών. 

Μου προσάπτουν φέρ’ ειπείν αριστερόστροφο ελιτισμό απέναντι στο Θέατρο και μάλιστα, στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του μέσω της τηλεόρασης.

Δεν έχω κανένα λόγο να μην τον αποδεχτώ, ειδοποιώντας συγχρόνως πως το σοβαρό Θέατρο τον προϋποθέτει, διότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν ένα «μη-δοσμένο-καθολικό», δηλαδή σαν κάτι που, ενώ ισχύει για όλους, η ενικότητά του δεν του επιτρέπει παρά να ισχύει για τον καθένα με τρόπο μοναδικό. Και δεν είναι παράδοξο πως στο σοβαρό θέατρο του Μπέκετ, τα «παθήματα» είναι τόσο περισσότερο σημαντικά όσο φτωχότερα είναι σε «πάθη» (οι αβανταδόρικες σκηνοθεσίες, τα χοροπηδητά, οι κερδοφόρες υπερβολές).

Και δεν μπορώ παρά να σχολιάσω και τους «προγραμματιστές» του «παθιασμένου» θεάτρου. Οι περισσότεροι έχουν αντιληφθεί το Θέατρο ως «εισιτήρια» και πληκτικές συνεντεύξεις πριν από την πρεμιέρα. Δεν είδα φέρ’ ειπείν –εκτός από το εύστροφο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά – να προγραμματίζεται για φέτος καμιά ποιητική παράσταση παρά μόνο επαναλήψεις. Με μόνη εξαίρεση, το «γιαπωνέζικο παραμύθι» στην Εναλλακτική Σκηνή του Ιδρύματος Νιάρχος, που το περιμένω.

Παραμύθι αδιάφορο για τους μεγάλους, ενδιαφέρον όμως για τα μάτια όσων γίνονται κατά βούλησιν παιδιά, μετέχοντας στην ιδιοφυΐα του σκηνοθέτη. Αλλά επειδή η σχέση με την ιδιοφυΐα συμβαίνει όταν το Θέατρο μάχεται κατά του χάους και, επειδή η πάλη με το χάος ξεκινά όταν ο σκηνοθέτης ζητά να το καταστήσει απτό σε όλους –μέσα από το δικό του χαώδες συναίσθημα–, τότε η αντιμετώπιση του χάους «δεν είναι παρά το όργανο μιας βαθύτερης πάλης με την κοινή γνώμη». Και από την κοινή γνώμη (τους κοινούς σκηνοθέτες και τους κοινούς θεατές) «πηγάζει η δυστυχία των ανθρώπων» (Ντελέζ).

Το Θέατρο τότε, δεν ευτυχεί ποτέ.

Το πεδίο του δεν είναι πεδίο μάχης αλλά συναλλαγής. Δεν ακούγεται καμιά πολεμική κλαγγή κατά της κοινής γνώμης. Και το μόνο που ακούγεται είναι η κλανιά του γερο-Ιορδάνη από την Αυλή των θαυμάτων που παίζεται ξανά και θα παίζεται εις τον αιώνα.

Με την άδειά σας.

Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί μια συρραφή από διάφορες συνεντεύξεις του Καουρισμάκι που την έφτιαξε η κιν/γραφική λέσχη Γυθείου. Κι  εδώ  μια συνέντευξη που παραχώρησε ξεμέθυστος στον Χ.Μήτση, το Φεβρουάριο του '17 στο φεστιβάλ του Βερολίνου.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017 17:59
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση