Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017 16:27

Mick Jagger εναντίον Δημήτρη Μητροπάνου ή μήπως όχι; Του Στέλιου Ελληνιάδη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σάββατο πρωί, στα Εξάρχεια, μπήκα σε ένα μικρό ψιλικατζίδικο, στην οδό Μαυρομιχάλη, για να πάρω το «Δρόμο της Αριστεράς». Περιμένοντας τα ρέστα, είδα πάνω στον πάγκο της κυρίας που είχε το κατάστημα δυο μικρά μακρόστενα κουτιά με διάφορα CD: 2 ευρώ τα δεξιά και 0,50 τα αριστερά. Καθώς τα έψαχνα, ξεχώρισα το Sticky Fingers των Rolling Stones και το 15 λαϊκά τραγούδια με τον Δημήτρη Μητροπάνο. Τα έχω σε μεγάλους δίσκους, αλλά θα μου ήταν χρήσιμα, γιατί μερικές φορές είναι μεγάλο το βάρος από τα βινύλια που κουβαλάω στο ραδιόφωνο. Επί πλέον, ειδικά το LP των Stones, το αυθεντικό του εξώφυλλο, με πραγματικό φερμουάρ στο παντελόνι που απεικονίζεται μπροστά, κάτι που δεν υπάρχει στην ελληνική έκδοση, πρέπει να σωθεί από τη φθορά των μετακινήσεων. 


I got the blues

 


Οδηγώντας προς τη Λυκόβρυση που μένει η αδερφή μου, έβαλα το Sticky Fingers στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου κι άρχισα να ακούω τα τραγούδια προσεκτικά σκεφτόμενος με συγκίνηση το ρόλο που έπαιξαν στα χρόνια μιας προηγούμενης νεότητάς μου. Συζητήσεις επί συζητήσεων, εάν είναι οι Μπιτλς καλύτεροι ή οι Ρόλινγκ Στόουνς, θαυμασμός για τον Μικ Τζάγκερ που εξέφραζε την ελευθερία σε μια εποχή που ήταν λιγότερη από σήμερα, και άλλα παρόμοια που έβαζε ο νους των εφήβων και των νέων φοιτητών τότε που αργά, βασανιστικά και ανυπόμονα ανακαλύπταμε τον κόσμο. 

Όσο προχωρούσαν τα κομμάτια, αναθερμαίνονταν στο μυαλό μου οι παλιές αντιπαραθέσεις και γινόταν μια επανεκτίμηση αυτού του υλικού που σημάδεψε τη ζωή πολλών ανθρώπων στον κύκλο μου και στην εποχή μου. Πριν ακόμα τελειώσουν όλα τα τραγούδια αναρωτιόμουν πόσο δίκιο ή άδικο είχαμε, πόσο ίσια ή στραβά κάναμε τις επιλογές μας, πόσο άξιζαν ή δεν άξιζαν όλα αυτά τα ακούσματα, που έρχονταν από έναν άλλο κόσμο, από έναν άλλο πολιτισμό. Αλλά πάλι, γιατί αυτές οι αμφιβολίες; Αφού ακούγοντας τα ίδια τραγούδια, μετά από τόσες δεκαετίες που πέρασαν και τόσα άλλα ακούσματα που μεσολάβησαν, η γοητεία τους παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη και η δύναμή τους μάλλον αμείωτη. Ίσως γιατί, τελικά, οι Ρόλινγκ Στόουνς δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Γιατί δεν συμβόλιζαν μόνο την επιλογή και τη δυνατότητα μιας περιπετειώδους και έγχρωμης ζωής, με έντονα τα αντισυμβατικά στοιχεία, αλλά και γιατί μαζί με τα αφτιά μάς άνοιγαν και τα μάτια για να δούμε τους μακρινούς και διαφορετικούς υλικούς και πνευματικούς κόσμους πέρα κι έξω από τα στενά σύνορα της επικράτειάς μας. Ίσως γιατί, αυτό το συγκρότημα, ήταν το σήμα κατατεθέν αυτού που ονομάζαμε ροκ, το πιο σαφές, γνήσιο, δυνατό, ολοκληρωμένο, αντιπροσωπευτικό και ελκυστικό μοντέλο ενός πελώριου ρεύματος, αισθητικού, πολιτικού και κοινωνικού που ταρακούνησε τις ευαίσθητες νεανικές μας ψυχές. 

Το στυλ των μουσικών είχε μια αυθάδεια και, μάλιστα, αυθάδεια με αυτοπεποίθηση. Πώς την είχαν αποκτήσει αυτά τα παιδιά από τις λαϊκές συνοικίες, που αν δεν γίνονταν μουσικοί ίσως και να δούλευαν σε συνεργεία μοτοσικλετών ή να γίνονταν εισπράκτορες στα κόκκινα λεωφορεία του Λονδίνου; Ο τρόπος που έπαιζαν, ο τρόπος που ντύνονταν, ο τρόπος που μιλούσαν και ο τρόπος που συμπεριφέρονταν, συμπυκνωνόταν στην φαινομενικά ατημέλητη σκηνική παρουσία του Μικ Τζάγκερ που έπαιρνε σβάρνα το πάλκο απ’ άκρη σ’ άκρη τρέχοντας, πηδώντας, εκτινάσσοντας τα χέρια του και κάνοντας στροφές γύρω από τον εαυτό του, προκλητικός και εριστικός, κόντρα σε κάθε εμφάνιση που θεωρούσε καθωσπρέπει το συντηρητικό κατεστημένο. Ο δικός μας τρόπος είναι δικός μας, καλύτερος και φευγάτος, υπονοούσε με κάθε του φιγούρα, είτε κουνούσε τα μαλλιά του είτε έβγαζε τη γλώσσα του ο Τζάγκερ. Εμείς υπάρχουμε τώρα και μπορούμε χωρίς εσάς κι αντίθετα από εσάς, έλεγε χωρίς ντροπή και χωρίς φόβο. Με κάτι μουσικές που έρχονταν από τα πιο βαθιά. Όχι από την αγγλική κουλτούρα, ούτε από την Οξφόρδη των μορφωμένων ούτε από το Νιούκαστλ των ανθρακωρύχων, αλλά από την περιθωριακή κουλτούρα των μαύρων της Αμερικής. Κι όσο περνούσε ο καιρός, το συγκρότημα ωρίμαζε και ο ήχος του γινόταν πιο σύνθετος και, ταυτόχρονα, πιο πρωτότυπος. Με λιγότερες μεταφορές και απομιμήσεις, όσο θαυμάσια κι αν τις απέδιδαν, λες και είχαν γεννηθεί από απογόνους των σκλάβων στις φυτείες του Μισισιπή. Μέσα από τις ηλεκτρισμένες ενορχηστρώσεις, τους αντικομφορμιστικούς στίχους και το περιγελαστικό ύφος τους βγήκε πολύ γρήγορα αυτό που ονομάστηκε ροκ στην πληρέστερη μορφή του. Όχι πως δεν συνέβαλαν και άλλοι σ’ αυτή την ωρίμαση που συντελείτο ταυτόχρονα στην Αγγλία και την Αμερική, αλλά η τελειότερη συνισταμένη αυτών των ωριμάσεων έβγαινε μέσα από το μυαλό, τα δάχτυλα, τα χέρια και τα πόδια αυτών των νέων που αποτελούσαν το συγκρότημα. 

Ποιας προφορικής κουλτούρας παιδιά είναι άραγε, αυτοί οι Στόουνς; αναρωτιόμασταν καθώς μεγαλώναμε και θέταμε μεταξύ μας περισσότερα ερωτηματικά, προσπαθώντας να κατανοήσουμε τις ρίζες και τις συνιστώσες αυτού του μουσικοκοινωνικού φαινομένου. 

Ακούγοντας, λοιπόν, ξανά, το Sticky Fingers των Rolling Stones, εύρισκα εκ νέου τις απαντήσεις που δίναμε μελετώντας και εμβαθύνοντας στο αντικείμενο της προτίμησής μας στη μουσική. Σωστές αναλογίες, σκληρός ήχος που δεν ξεπερνάει ένα όριο, παρά μόνο ηθελημένα σε κάποια τραγούδια ή κάποια σημεία, χορευτικά και ακουστικά τραγούδια, λεπτές εμφυτεύσεις στοιχείων από τη μουσική της υπαίθρου, παρατεταμένα σολαρίσματα, άλλοτε με αγωνία, άλλοτε με θλίψη κι άλλοτε με εξάρσεις επιθετικότητας, από το κρύο στη ζέστη κι από τη ζέστη στο κρύο, χωρίς σημεία υποχώρησης και μετάνοιας. Όλο μπροστά, με το καλό και με το κακό. Με οργή ή με τρυφερότητα. 

Από ποια παράδοση αυτά τα παιδιά έφτασαν να γράφουν στίχους με σημασία και νόημα, με μια νέα ποιητική γλώσσα, που ο συλλογισμός της, απλός και κατανοητός, ολοκληρώνεται πριν περάσουν τρία λεπτά; 

Ίσως αυτή να είναι η πρώτη μεγάλη παγκοσμιοποίηση μεταπολεμικά, που το ροκ απλώθηκε, πριν ακόμα το συνειδητοποιήσει καλά-καλά η βιομηχανία, στα πέρατα του κόσμου, ενοποιώντας έναν μέχρι τότε κόσμο διάσπαρτο και κατακερματισμένο… 

Κάνε κάτι να χάσω το τρένο…


Αν θέλετε να διαβάσετε το υπόλοιπο μέρος του άρθρου πατήστε  e-dromos.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017 16:39
Οδυσσέας

Οδυσσέας

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση