Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016 16:06

Μια παρουσίαση της Ευγενίας Φακίνου και του έργου της από την Βασιλική Κοκκίνου

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση που έκανε η κα. Βασιλική Κοκκίνου στην εκδήλωση που οργάνωσε η Δημοτική Βιβλιοθήκη Δραπετσώνας για το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου "Στο αυτί της αλεπούς", εκδόσεις Καστανιώτη, την Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2016. 

Η σημαντική συγγραφέας, η κυρία Ευγενία Φακίνου, που μας τιμά απόψε με την παρουσία της, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σύζυγός της είναι ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μιχάλης Φακίνος, στον οποίο, όπως έχει πει σε μια συνέντευξή της, οφείλει την στροφή της στη συγγραφή βιβλίων.

 

 

Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε γραφικές τέχνες, κουκλοθέατρο και ξεναγός, ένα επάγγελμα που ξεκίνησε από ανάγκη και αποδείχτηκε μεγάλο σχολείο, όπως λέει η ίδια. Εργάστηκε για μερικά χρόνια ως γραφίστρια και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία και το παιδικό θέατρο. Στα τέλη του 1975, δημιούργησε το αντικειμενοθέατρο ή κουκλοθέατρο Ντενεκεδούπολη, αρχικά στο Θέατρο Κεφαλληνίας στην Κυψέλη και στη συνέχεια στο Θέατρο Στοά στου Ζωγράφου, με κούκλες από ντενεκεδένια κουτιά παρουσιάζοντας έργα της σε μουσική του σπουδαίου μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου και του Χρήστου Λεοντή. Το 1982, η Ντενεκεδούπολη τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία της με το Μεγάλο ταξίδι του Μελένιου. Σήμερα τα ντενεκεδάκια και τα άλλα αντικείμενα των παραστάσεων εκτίθενται στο Θεατρικό Μουσείο. Έχει γράψει και έχει εικονογραφήσει επίσης πολλά βιβλία για παιδιά., καθώς και τα πρώτα πεντακόσια τεύχη του «Μίκυ Μάους» για τις Εκδόσεις Τερζόπουλος.

Την Αστραδενή, το πρώτο μυθιστόρημά της που κυκλοφόρησε το 1982 από τις εκδόσεις Κέδρος, ακολούθησαν άλλα 17, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυρίως, με τελευταίο αυτό για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα, και που φέρει τον τίτλο Στο αυτί της αλεπούς.  Έχει συμμετάσχει επίσης σε πολλά συλλογικά έργα. Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το 2005  τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και τον Σκάι 100,3 για το μυθιστόρημά της «Η Μέθοδος της Ορλεάνης» και το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων «Φιλοδοξίες κήπου». Η Ευγενία Φακίνου εξακολουθεί να ζει στην Αθήνα, στο Χαλάνδρι, για την ακρίβεια, αν και θεωρεί τον εαυτό της «παιδί της υπαίθρου».

Η Γυναίκα στην εργογραφία τής Ευγενίας Φακίνου έχει πάντα τον πρώτο ρόλο. Οι γυναίκες ενδιαφέρουν τη Ευγενία Φακίνου επειδή, όπως ισχυρίζεται «δεν βρίσκονται μέσα στην Ιστορία, αλλά δίπλα από αυτή. Δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε ‘μικρή ιστορία’.  Στα μυθιστορήματά της, πολυπρόσωπα συνήθως, μπορεί να  πρωταγωνιστούν μία ή περισσότερες γυναικείες μορφές+ γυναίκες της διπλανής πόρτας, αλλά επίσης γυναίκες ανήσυχες που ψάχνουν να βρουν τον δρόμο τους και τον προορισμό τους. Ανήσυχο πνεύμα η ίδια, βρίσκει διέξοδο στη φυγή. Αειφυγία την ονομάζει στα βιβλία της.

«Αειφυγία είναι το ταξίδι, εσωτερικό και εξωτερικό, είτε στον τόπο μας είτε μέσα μας, κι είναι από τις προσωπικές εμμονές μου», λέει η συγγραφέας μας. «Είμαι άνθρωπος που δεν ταξιδεύει πολύ, αλλά έχω σωθεί με τα νοερά μου ταξίδια».

Με γλώσσα φυσική, ρέουσα, φαινομενικά απλή, ένα προσόν που κατακτάται με σκληρή δουλειά, κατορθώνει να κερδίσει τον αναγνώστη. Τα βιβλία της σε ταξιδεύουν σε μέρη γνωστά ή άγνωστα, αλλά και στις συμπληγάδες της ψυχής από όπου, με λίγο ή πολύ ψάξιμο, αναδύεται ο πραγματικός εαυτός σου.  Σχολείο, τα βιβλία της κυρίας Φακίνου. Πάντα κάτι έχεις να κερδίσεις από την ανάγνωσή τους, έστω και απλή παραμυθία. Γιατί τα βιβλία της θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «παραμύθια» για μεγάλους. Μόνο έτσι μπορείς να πεις δύσκολα νοήματα με απλά, κατανοητά λόγια, που μπορούν  να καταλάβουν όλοι.

Το πρόσφατο έργο της, με τίτλο Στο αυτί της αλεπούς, θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε σ’ αυτά που περιέχουν περισσότερα βιογραφικά στοιχεία από τα άλλα. Ρεαλιστικά, τα αποκαλεί η ίδια, και  μεταξύ αυτών είναι  το Έρως, θέρος, πόλεμος, που είναι η ιστορία της μητέρας της, το Μόμπυ Ντικ, το Γάτα με πέταλα, το Έβδομο ρούχο.

Με τίτλο δανεισμένο από μια παλιά γαλλική παροιμία («όπου το αυτί της αλεπούς δηλώνεται ακατάλληλο για εξομολογήσεις), το βιβλίο αρχίζει με αναφορές στην ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων και στην εκμετάλλευση, το δουλεμπόριο θα λέγαμε, των σφουγγαράδων και τελειώνει με τις διαδηλώσεις του 2010 και την πυρπόληση της Μαρφίν.

«Η τραγωδία της Μαρφίν με έχει συγκλονίσει και ως πολίτη και ως συγγραφέα, αλλά η ελληνική κοινωνία την έχει αντιμετωπίσει με αξιοπρόσεχτη ανοχή…» σχολιάζει η κυρία Φακίνου. «Αφότου μπήκαμε στην κρίση, όσο κοίταζα προς τα πίσω, τόσο εντυπωσιαζόμουν με την περιοδικότητα των γεγονότων : φτάνουμε σε ένα σημείο, αισθανόμαστε σίγουροι, ονειρευόμαστε ένα καλύτερο μέλλον και μετά συμβαίνει κάτι που μας ξαναστέλνει στην κάτω μεριά του κύματος, Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να περάσω μυθιστορηματικά αυτό τον κυματισμό». Κι αυτό το επιτυγχάνει ακολουθώντας την πορεία της ζωής των ηρωίδων της, όσο εξελίσσονται τα γεγονότα του 20ου αιώνα.

Η Ύδρα, η Δραπετσώνα, η Κυψέλη, η Ναύπακτος, είναι το νησί και οι πόλεις όπου κινούνται οι ηρωίδες της. Γιατί πρωταγωνίστριες και σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι  τρεις γυναίκες. Η Αννέζω, η αποπλανημένη από τον Σταύρο το Θεριό, υπηρέτρια από την Ύδρα, η γυναίκα που συμφιλιώνεται με ό,τι βρίσκει μπροστά της, που βάζει το κεφάλι κάτω και κολυμπάει + η Άννα, η εγγονή της,  παιδί του γιου της, του Σταυρή, που χάνεται στη δίνη του Εμφυλίου, μια γυναίκα που επιχειρεί αλλαγές στη ζωή της, όσο στριμωγμένη κι αν είναι σε υπαρξιακά προβλήματα+ και η Αριάδνη, ένα βρέφος παρατημένο μέσα σε ένα αυτοκίνητο που βρίσκει η Άννα και αναλαμβάνει να το μεγαλώσει. Το βιβλίο τελειώνει με ένα μεγάλο ερωτηματικό για την πορεία αυτού το παιδιού,( την απάντηση καλείται να την δώσει ο αναγνώστης, όπως στα περισσότερα έργα της Φακίνου), και με την Άννα που απομένει πάλι μόνη με τον Κύριο Ντίκενς, μια ανδρική κούκλα με την οποία μιλάει, όποτε νιώθει την ανάγκη να επικοινωνήσει τα προβλήματα και τα παράπονά της. Έτσι, βλέποντας στην τηλεόραση τους καπνούς από την πυρπολημένη τράπεζα Marfin, τους υπαλλήλους στο μπαλκόνι να αγωνιούν και ακούγοντας τη θλιβερή είδηση για τους τρεις νεκρούς, η μία μάλιστα έγκυος, που δεν τα κατάφεραν, ρωτάει με απόγνωση :

«Πού πάμε, κύριε Ντίκενς;»

 

Η Άννα έχει αρκετά κοινά με την Ευγενία Φακίνου. Όχι ότι ήταν παιδί που το παράτησαν οι αριστεροί εξόριστοι γονείς του ούτε υιοθετήθηκε από εθνικόφρονα στρατιωτικό. Αλλά όπως η ηρωίδα της, έτσι κι εκείνη, τα πρωινά καθόταν πανέτοιμη μπροστά στο ρολόι – με το τικ-τακ «να γιγαντώνεται στην καταθλιπτική σιωπή» - και στις επτάμισι ακριβώς ξεκινούσε για το σχολείο, όπου έφτανε πάντα πρώτη. Όταν επέστρεφε, έστρωνε να φάει, έκανε τα μαθήματά της και το δείλι, όταν ο καιρός ήταν καλός , καθόταν στο μπαλκόνι και παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα γύρω της.

«Η λύτρωση ήρθε όταν έμαθα να διαβάζω» λέει η ίδια σε μια συνέντευξη. «Μέχρι τότε γέμιζα τις ώρες μου, παρατηρώντας τους άλλους κι επινοώντας ιστορίες που θα με διασκέδαζαν και θα με παρηγορούσαν. Κι όμως όλα μου φαίνονταν πολύ φυσιολογικά. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός, έλειπε, και η μητέρα μου, που ήταν νοσοκόμα κι έκανε ενέσεις στα σπίτια, δούλευε ασταμάτητα. Μεγαλώνοντας άρχισα να συνειδητοποιώ πως όσα ζούσα είχαν μυθιστορηματική χροιά. Με είχε μεγαλώσει όμως η Μαρία του «Έρως, θέρος, πόλεμος», η μητέρα μου, την οποία χαρακτήριζε η ικανότητα να μην μένει γονατισμένη, αλλά να το παλεύει».

 

Και η Ευγενία Φακίνου, ακολουθώντας το παράδειγμά της, ήταν, είναι και θα είναι μια πολεμίστρια της ζωής, μια εξαιρετική συγγραφέας που μέσα από τα κείμενά της, με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο, μας ταξιδεύει στον αρχαίο μύθο αλλά και στη λαϊκή μας κληρονομιά, στο όνειρο, αλλά και στην αναζήτηση των βαθύτερων στοιχείων του εαυτού μας. Να είναι πάντα καλά και δημιουργική.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016 02:39
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο έρωτας κατά Πλούταρχο Φερσέφασσα »

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση