Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016 10:33

Ανάσκελα στο κρεβάτι, της Μαρίας Γλύκα

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ανάσκελα στο κρεβάτι, μάτια προς το ταβάνι. Ταβάνι χαμηλό, πιο χαμηλό, όλο και πιο χαμηλό. Στροφή του σώματος αριστερά, μαύρες μαλακές παντόφλες. Όχι ρόμπα. Κατευθείαν ντύσιμο. Φόρμα γυμναστικής με επένδυση, γυμναστική όχι, μόνο φόρμα. Ζεστές εσωθερμικές κάλτσες, χειμώνα καλοκαίρι. Μακό λευκό, καμιά φορά μαύρο, πουκάμισο καρό χυλοπιτάκι και κολεγιακή. Κολέγιο όχι, μόνο μπλούζα.

 

 

Καφετέρια με γαλλικό καφέ, δυνατό. Καφές, ψωμί, τυρί, μια αμίτα, καμιά φορά αμίτα, όχι πάντα. Παπούτσια πάντα δίπλα στην πόρτα, γυρισμένα προς τον τοίχο. Κρεμασμένη, τσάντα μικρή υφασμάτινη, με φθαρμένο λουράκι. Με πολλές εξωτερικές θήκες, φερμουάρ διακοσμητικά. Αδιάβροχο μαυρισμένο στα άκρα και τους γιακάδες από λερωμένη βροχή. Βαλίτσα γυαλισμένη δερματίνη, γυρισμένη προς την έξοδο. Μεταλλικές γωνίες σε χρώμα μπρούτζου, τυλιγμένες με διάφανο πλαστικό, ετικέτα κιτρινισμένη. Πόρτα μπεζ κακοβαμένη, με λεπτό φιμέ τζάμι και σιδερένια λεπτή κορνίζα. Απέξω βαριά, ψεύτικη απομίμηση ξύλου, βαριά. Στον αέρα πανάλαφρη. Κλειδαριά σκουριασμένη θορυβώδης. Σκαλάκια, δυο τρία φαγωμένα. Γλιστερά μαρμάρινα τελειώματα, κι αυτά φαγωμένα από βαριά παπούτσια. Λαστιχένιο τακούνι από παιδικό σκαρπίνι πεταμένο στη γωνία. Χώμα και φύλλα ανακατωμένα. Συσκευασίες προϊόντων πετάμενες κάτω από τα φύλλα. Κατηφόρα απότομη προς το πάρκιν στον πίσω κήπο. Τάσι από ρόδα χιλιοπατημένο, σπασμένο. Πόρτα πάρκιν παλιά ξύλινη ξεκλείδωτη. Αυτοκίνητο παλιό, ξεκλείδωτο. Ταχύτητες στο χέρι. Καθρέφτης θολός, βρώμικος. Είδωλο θολό. Όχημα και οδηγός στην άκρη της στροφής, άναμμα μηχανής εν κινήσει. Ανύπαρκτος φράχτης πράσινα φυτά. Δεξιά πετρόχτηστη μάντρα.

Δεν αποφεύγεις αυτή τη διαδρομή, δεν μπορείς να πας από αλλού, σκέφτεσαι δυο ή τρεις εναλλακτικές λύσεις και μετά πάντα στρίβεις δεξιά, με δυσφορία και ανακούφιση ακολουθείς πάντα την ίδια ακριβώς διαδρομής, σε ευχαριστεί η διαδρομή, όχι η δυσμορφία, δεν εμπιστεύεσαι τα χέρια σου στο τιμόνι σε καμία άλλη διαδρομή, σκέφτεσαι πάντα τον εαυτό σου να τσουλάει, να κατρακυλάει την κατηφόρα και ποτέ να περπατάει, έτσι καταλήγεις να πιάνεις τον εαυτό σου πάντα να οδηγεί και ποτέ κάτι άλλο, διακρίνεις και την παραμικρή λεπτομέρεια στο εσωτερικό των σπιτιών που περνάς, λες ότι έχει κάτι το τρομακτικό, το αυτοκαταστροφικό, μιλάς δυνατά σαν να έχεις παρέα στο πίσω κάθισμα, ποτέ δε θα ήθελες να ζεις εκεί μέσα λες, όμως ίσως και να θέλεις τελικά, αυτό το παραδέχεσαι μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή του στο πλαϊνό του καθρέφτη, η παρουσία αυτή σου προκαλεί φόβο, σε παραλύει, πρώτα εσένα και μετά όλους όσοι έχουν την τύχη ή την ατυχία να βρίσκονται στο δρόμο σου, στέκεσαι μπροστά τους και τους αντιμετωπίζεις, τους λες όλη την αλήθεια, αν χρειαστεί λες ακόμα και ψέματα για την αλήθεια, δε θα σε προσέξει κανείς ότι στέκεσαι εκεί έτοιμη αλήθειες ή ψέματα, περισσότερο για αλήθειες, παρά για ψέματα.

Αυτοκίνητο με μυρωδιά υγρασίας. Καθίσματα νωπά με πετσέτες στην βάση. Παράθυρο μισο-κατεβασμένο, κολλημένο από τη σκόνη. Χέρια σφιχτά στο τιμόνι. Δάχτυλα ξερά, νύχια στενά, φαγωμένα βαθιά. Βλέμμα με συνοφρυωμένα φρύδια. Μάγουλα κόκκινα, μύτη φραγμένη. Μάτια ανοιχτά. Πολύ ανοιχτά. Πόδια στο φρένο. Πόδια στο γκάζι. Κίνηση αργή. Ραδιόφωνο σιγανό. Τοπικός σταθμός. Είδωλο φλουταρισμένο.

Λες ότι όλοι κάτι ξεκινούν, τότε τι κάνεις τέτοια ώρα, γιατί δεν βρίσκεσαι κάπου που να μπορείς κι εσύ κάτι να ξεκινήσεις, όμως ποτέ δεν καταφέρνεις να ξεκινήσεις κάτι, κάτι ουσιαστικό, ουσιαστικότερο από μισή βόλτα με το αυτοκίνητο, όπως μια συζήτηση κανονική με αρχή, μια σχέση κανονική με χαιρετισμό, ένα παιχνίδι κανονικό με κανόνες, μια διαφωνία κανονική με χειραψία, δεν ολοκληρώνεις ποτέ κάτι γιατί απλά δεν ξεκινάς ποτέ κάτι εκτός από μισές βόλτες, μισούς χαιρετισμούς, μισές σχέσεις, μισές διαφωνίες, όλο κάτι ανολοκλήρωτο, κάτι ανύπαρκτο, κάτι που απλά δεν υπάρχει, ούτε ως μισό ούτε ως ανεκπλήρωτο απλά δεν υπάρχει.

Χέρια στις τσέπες ιδρωμένα. Κλωστές ξηλωμένες με τρύπες εσωτερικά, Μερικά ψιλά εγκλωβισμένα στη φόδρα πολύ χαμηλά. Γιακάς κλειστός. Παλτό ανοικτό, τσάντα χιαστί. Βήμα αργό. Παπούτσια ζεστά με φθαρμένα κορδόνια. Πλάκες πεζοδρομίου από τσιμέντο τετράγωνες. Βήμα σταθερό πάνω στις γραμμές. Πλάκες ριγέ κίτρινες. Κατά μήκος της διαδρομής. Έδαφος ανώμαλο, ασταθές. Κεραμικά πλακάκια ορθογώνια με ρίγα ελαφρώς σκαμμένη, κόκκινα. Βήμα μικρό, παπούτσια μέσα στο σχήμα. Πόρτα διάφανη, αυτόματη. Γυάλινα σχήματα το ένα ακριβώς απέναντι από το άλλο. Αντανακλάσεις ανθρώπων και αντικειμένων. Εικόνα ζουμαρισμένη σε υψηλή ανάλυση. Ελληνικά τοπία με έντονο μπλε ουρανό. Λούκια με ακάθαρτο νερό. Πάτωμα καθαρό, γρανίτης γκρι, παγωμένη επιφάνεια, γυαλισμένη. Είδωλο στο τζάμι. Είδωλο στο πάτωμα. Διάφανο.

Τα χέρια σου στις τσέπες, παίζουν με τα κλειδιά και έχεις την αίσθηση ότι πεθαίνεις ακριβώς από αυτό το κάτι που δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ και πιστεύεις ότι μέσα σε βλέμματα αγνώστων εσύ δεν υπάρχεις και δεν θα υπάρξεις ποτέ και ξαναπιάνεις το υλικό των κλειδιών στην τσέπη σου και αναρωτιέσαι σε ποιον ανήκει αυτό το κλειδί αυτοκινήτου.

Χέρια στην τσέπη, κλειδί στη μίζα. Κάθισμα κρύο, βλέμμα αριστερά, βλέμμα δεξιά, θέση συνοδηγού κενή. Στροφή επιτόπου, ίδια φανάρια, ίδια αυτοκίνητα, ίδια σπίτια από άλλο παράθυρο. Μάτια κενά, πόδι στο γκάζι, στο φρένο. Αργά. Μουσική γνωστή, κασέτα φθαρμένη. Αναπνοή έκρυθμη, μετά ρυθμική, σιγά σιγά ελεγχόμενη. Είδωλο καθαρό, είδωλο ανύπαρκτο. Παπούτσια προς τον τοίχο. Ανάσκελα στο κρεβάτι, μάτια προς το ταβάνι. Ταβάνι χαμηλό, πιο χαμηλό, όλο και πιο χαμηλό.

Η Μαρία Γλύκα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και γραφιστική. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και τα έργα της έχουν βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς. Το διήγημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό the book's journal Ιουνίου, στη σελίδα Μικροϊστορίες, επιμέλειεας Μισέλ Φάις. 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016 12:48

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση