Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016 15:30

- Γεια σου Γιάννη. - Κουκιά σπέρνω.

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Έχω καταλήξει οριστικά ότι εμείς οι Έλληνες τα τελευταία πολλά χρόνια πολύ σπάνια πλέον στολίζουμε τις κουβέντες μας με παροιμίες, ρητά, σχήματα λόγου και διάφορα άλλα καλαισθητικά, που κάνουν πιο ελκυστικές και εύληπτες τις σκέψεις μας.

Η γλώσσα μας όλο και πιο πολύ μοιάζει με τα λακωνικά τηλεγραφήματα που στέλναμε παλιότερα για έκτατους ή επείγοντες λόγους. Να ένα τέτοιο:

Χάσαμε τη θεία ΣΤΟΠ Κηδεία στο Τρίτο την Τρίτη στις τρεις ΣΤΟΠ Διαθήκη αργότερα.

 

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, λέω να αναστήσουμε μερικές παροιμίες παρακάτω και μέσω αυτών να τιμήσουμε το σύνολο των παροιμιών, των ρητών και λοιπών συγγενών που έπεσαν ηρωικά στον πολυετή και άνισο αγώνα κόντρα στην επέλαση του ηλεκτρονικού κουβεντολογιού και τον " λαίμαργο πολιτισμό των ματαιόδοξων Μεγάρων " που έλεγε και ο Γιάννης Ιωάννου, ο σκιτσογράφος, στο ξέσπασμά του στην "Εφημερίδα των Συντακτών" για το θάνατο του Γιάννη Καλαϊτζή.

 - Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας ειν' και μπαλωμένο.

- Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.

-Ο άδειος ο τενεκές κάνει τον μεγαλύτερο θόρυβο.

- Η βιάση ψήνει το ψωμί μα δεν το καλοψήνει.

- Γοργά-γοργά ας τον θάψουμε μη σηκωθεί η ψωλή του.

-Διώξαμε την αλεπού και μπήκε το λιοντάρι.

- Στη γειτονιά τριαντάφυλλο και μες στο σπίτι αγκάθι.

- Κι αν στόλισες το γάιδαρο γι' άλογο δεν περνιέται.

- Αμ πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουν χεσμένος;

Από τις εκατοντάδες σαν κι αυτές παροιμίες, που σε χρόνους αλλοτινούς έχω ακούσει κι έχω διαβάσει, που δεν θα βρεις πουθενά πάτημα για να αφαιρέσεις ούτε μια λέξη, ούτε ένα κόμμα, μονάχα για μία είχα την άποψη ότι χρειάζεται, λόγω αλλαγής συνθηκών, κάποια τροποποίηση, ένα μπαϊπάς. Είναι η πασίγνωστη:

" Δείξε μου ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΣΟΥ να σου πω ποιός είσαι."

Αντ' αυτής προτείνω λοιπόν την εξής ανανεωμένη και αποκαλυπτική:

" Δείξε μου ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ  να σου πω ποιος είσαι, τι καπνό φουμάρεις"

Διαμένεις ας πούμε στα προσφυγικά του " Συνοικισμού" στην Κοκκινιά, ζείτε δηλαδή εφτά νομά σ' ένα δωμά; Ε! ό,τι  και να λες εσύ ό,τι κι αν ψηφίζεις στο βάθος αριστερός είσαι, ορίτζιναλ. Πιο αριστερός δεν γίνεται.

Αν πάλι διαμένεις, από δική σου και μόνο επιλογή, σε σπιταρόνα εφτά δωμά για δυο νομά, με ιδιόκτητη θάλασσα μπροστά στην πόρτα σου, κατ' ευφημισμό πισίνα, ε! ό,τι και να λες εσύ, ό,τι κι αν ψηφίζεις, στο βάθος δεξιός είσαι, ορίτζιναλ. Ακόμα κι αν η μοίρα τα φέρει να γίνεις κάποτε, λέμε τώρα, υπουργός κάποιας αριστερής κυβέρνησης, δεξιός θα είσαι και πάλι, καραδεξιός.

Ουφ, πάει κι αυτό!

Σήμερα, στη θέση των εκτός μόδας πλέον παροιμιών, ρητών και λαϊκής σοφίας, μέρους δηλαδή του Λαϊκού μας πολιτισμού, εισβάλουν αναιδώς ευφυολογήματα, δήθεν ποιητικά, εμφανώς υπεροπτικά και με λέξεις διαλεγμένες προς επίδειξη βαθέων νοημάτων.

Ας κάνουμε μια γύρα.

Βρεθήκαμε μακριά εκτός Αθηνών και όταν ο φίλος μου ο Θοδωρής αντιλήφτηκε ότι δεν έδινα καμία σημασία  στο απέναντι κοντινό δάσος αλλά είχα πέσει με τα μούτρα στα θεσπέσια βερίκοκα της μπροστινής βερικοκιάς, μού είπε απαξιωτικά: βλέπεις το δέντρο και χάνεις το δάσος ρε αναίσθητε!

Γέλασα και του απάντησα ευπρεπώς: τι ήθελες να κάνω ρε μαλάκα, να βλέπω το δάσος και να χάσω το δέντρο; Πού θα ξαναβρώ εγώ τέτοια βερίκοκα και μάλιστα εντελώς δωρεάν; Δηλαδή και μέτρια να ήτανε πάλι σε παροιμία θα προστρέχαμε "Τζάμπα ξύδι, γλυκό σα μέλι."

"Βλέπεις το δέντρο και χάνεις το δάσος!" Φτάσαμε, κάθε πέντε λεπτά, κάποιος κάπου στην Ελλάδα για ψήλου πήδημα να ρητορεύει για το δέντρο και το δάσος.

Μέχρι κι ο κυρ Μήτσος ο ιχθυοπώλης όταν με θέρμη μού πρότεινε τις σαρδέλες ενώ εγώ επέμενα στον γαύρο, μου είπε με ύφος πέντε Βέλτσων: " Συμπάθα με κυρ Φάνη, αλλά βλέπεις το δέντρο και χάνεις το δάσος." Να μου ζήσεις κυρ Μήτσο!

Εκεί όμως που με πιάνει λόξυγκας διαρκείας είναι στο άκουσμα του βαρύγδουπου, "όταν επιθυμείς κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις".  Εγώ πάντως όταν επιθυμήσω κάτι πολύ, θα γίνει εύκολα και απλά, δεν θα απαιτηθεί καμιά συνωμοσία. Όπως ας πούμε μια συνάντηση με τους φίλους μου για ταβέρνα. Έμαθα όμως και κάτι απ' αυτό το βραζιλιάνικο ευφυολόγημα: ότι το σύμπαν σαν κοινός μπουκαδόρος, σαν διακεκριμένος παπατζής, είναι έτοιμο να κάνει κατεργαριές, να καταφύγει και σε υπόγεια κόλπα αν για παράδειγμα κάποιος κληρονομικά αρχομανής και φιλόδοξος πολιτικός, άξιος υιός αξίου πατρός, επιθυμήσει σφόδρα να πέσει γρήγορα η κυβέρνηση, να γίνουν γρήγορα  οι εκλογές, να τις κερδίσει με 51% και να κυβερνήσει τον τόπο. Τώρα σειρά του Θεού να βάλει το χέρι του!

Κάτι με τρώει, να πω ασεβώντας προς τον εισηγητή του ευφυολογήματος, ότι οι υπέρμετρες επιθυμίες είναι σχεδόν πάντα εκ του πονηρού.

 Εν τω μεταξύ μέχρι να ... πέσει η κυβέρνηση θα συνεχίσω στη ζωή σαν να μην τρέχει τίποτα,- Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι -Τρεις φορές τη μέρα θα ρίχνω μια ματιά στον φλεγόμενο πλανήτη, θα λέω λυτρωτικά: υπάρχουν και χειρότερα και καλά θα κάνω να μη γκρινιάζω. - Χαίρου τον καλό καιρό γιατί ο κακός δεν λείπει -.

 Κι όταν θα πέφτει το βράδυ, προτού κοιμηθώ θα εμψυχώνω τον εαυτό μου λέγοντας: κι αυτό θα περάσει, - Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια -.

 

Όσο θα μεγαλώνει η πελατεία του Μεγάρου, όσο θα λιγοστεύουν οι θαμώνες των κουτουκιών, όσο θα πληθαίνουν οι θεατές των μπουχτιστικών υπερθεαμάτων, όσο θα χάνονται οι θεατές του Καραγκιόζη και όσο θα οργιάζουν οι "ατάκες" ενώ θα σβήνουνε οι παροιμίες: Χέστα κι άστα.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016 14:12

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση