Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016 21:27

Στο μουσείο, του Κώστα Περούλη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ερχόντουσαν τα χαράματα μέσα από τα οικόπεδα, περνάγαν την πύλη και αρχίζαν μαζί με καμιά πενηνταριά  άλλους να μαζεύουν το κάρβουνο απ’ τους λόφους. Σκαρφαλώνανε με χέρια και με πόδια στους μαύρους σβόλους να βγούνε πάνω απ’ τις στέγες και το φράχτη στις κορφές να το στρώσουνε με τις τσουγκράνες. Από κει φαινόντουσαν τα αυτοκίνητα και τα τρόλεϊ που περνάγανε στην Πειραιώς. Μετά κατρακυλάγανε κάτω στους πρόποδες και ανοίγανε δρόμους να περνάνε τα βαγόνια που το παίρνανε στους φούρνους.

 

 

Σκοπός της φωτογραφίας που ’χανε βάλει τώρα να πιάνει όλο τον τοίχο σαν γιγαντοαφίσα, ήταν να σε κάνει να νιώσεις πόσο ήταν αυτοί οι λόφοι του κάρβουνου. Πηγαίνανε μισό χιλιόμετρο στην αυλή και άλλα δυο τρία χιλιόμετρα απέξω στα διπλανά οικόπεδα που τώρα ήταν τα μπαρ, οι σκαρφαλωμένοι φαίνονταν πάνω τους σα μικρά παιδιά. Τον είχε βάλει ο παππούς του λίγο πριν πεθάνει. Είχε βάλει μέσο και πήρανε τον πατέρα του, αλλά επειδή έπαθε αμέσως καρκίνο και πέθανε, η χούντα το σεβάστηκε και τον βάλανε στη θέση του πατέρα του αν και δεν είχε κλείσει τα δεκαοκτώ. Καθάριζε δέκα μήνες πίσσα στα πλυντήρια και μετά ζήτησε και πήγε στο σιδηρουργείο, αλλά μετά πέθανε και ο παππούς του και τον βάλανε κατευθείαν στη θέση του στους φούρνους. Πέσανε όλοι οι προσωρινοί να του φάνε τη θέση. Είχανε ξαναεπιτρέψει τις απεργίες και όσο και να ’δερνε ο Καραμανλής όλοι ξέρανε ότι θα ’ρθει το ΠΑΣΟΚ. Το σωματείο έφερε τελικά τον δικό του, οι θέσεις δεν ήταν κληρονομικές του είπανε, όπως στη χούντα. Τους απάντησε ότι ήτανε κληρονομικές τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια και περνάγανε από πατέρα που παθαίνει καρκίνο σε γιο. Δεκαεννιά χρονών ήταν και ένιωθε τους φούρνους τάφους. Και όλους τους εργάτες κακομοίρηδες, τους έβλεπε μεγάλους ανθρώπους να ζούνε εκεί μέσα στο Γκάζι σαράντα χρόνια χωρίς αύριο, με τη φιλοδοξία αν θα πάρουνε κανένα κατοστάρικο αύξηση ν’ ανέβουνε μετά κοπάδια στα καφενεία της Αθήνας. Επειδή τους έβλεπε μέσα στο σπίτι του κάθε μέρα που καθόντουσαν στο τραπέζι για να φάνε, είχε αποφασίσει ότι αυτός θα προοδεύσει στη ζωή του, θα ανέβει. Ο παππούς του που τον κορόιδευε κεφάλαιο έχεις, πτυχία έχεις, χωράφια έχεις, καμιά πλούσια κόρη απ’ τη βιοτεχνία υαλικών απέναντι, είχε έναν φίλο που τους μούτζωσε μια μέρα κι έφυγε και πήγε στο Πέραμα τεχνίτης συγκολλητής και αγόρασε σε πέντε χρόνια αυτοκίνητο. Όταν ζήτησε και μπήκε στο σιδηρουργείο οι συγκολλητές που κολλάγανε τις τρύπιες σωλήνες τον διώχνανε να μη βλέπει, αλλά αυτός που ’κανε ότι έξυνε τις πίσσες είχε ένα γυαλάκι και το ’βαζε καθρέφτη και κοίταζε πίσω πώς κολλάγανε. Όταν τον πήρανε χαμπάρι τον στείλανε έξω να κόβει τις σωλήνες στον τροχό. Χωνότανε όμως χωρίς να τον βλέπουνε στις αλλαγές κι έπαιρνε την τσιμπίδα, άναβε το ηλεκτρόδιο και κόλλαγε ό,τι πεταμένα έβρισκε. Χέρι είχε, είχε ταλέντο. Όταν τον βάλανε όμως στους φούρνους τα χέρια του καήκανε. Δεν κάνανε για λεπτοδουλειά γιατί χυνότανε οκτώ ώρες πάνω τους η φωτιά, έπρεπε να ξεσφραγίζουνε τις μπούκες, να λαμπαδιάζουνε τις αναθυμιάσεις και να σπρώχνουν τον εμβρυουλκό μέσα στα έγκατα των φούρνων τρία μέτρα βάθος στους χίλιους βαθμούς Κελσίου, για να τραβήξουνε να πέσουνε οι άνθρακες στα καρότσια μέχρι να αδειάσουν και να τους ξαναγεμίσουν οι θερμαστές με το φρέσκο κοκ που φέρναν τα βαγόνια. Θα έχανε τη θέση άμα δεν πήγαινε, γιατί έκανε πως συμβιβάστηκε το σωματείο να βάλει τον δικό του στο σιδηρουργείο κι αυτός να πάει στους φούρνους. Μάζεψε λεφτά και πήρε από πάνω στην Ερμού γυναικείες αλοιφές και έβαζε, και μόλις τέλειωνε η βάρδια ανέβαινε κι έπαιρνε τον ηλεκτρικό μέχρι το λιμάνι στον Πειραιά κι από κει το λεωφορείο για Σχιστό που ’τανε η γενική βιοτεχνία του Αγγελόπουλου όπου είχε μπει βοηθός τ’ απογεύματα να καρφώνει τελάρα για να βλέπει από δίπλα στους λέβητες τους συγκολλητές. Κάρφωνε γύρω στα πεντακόσια τελάρα το κατοστάρικο. Κρυβότανε στη μάντρα μόλις έπαιρνε το κατοστάρικο κι άμα κλείνανε έβγαινε κι άναβε το ηλεκτρόδιο και κολλούσε μέταλλα, να δει πώς λιώνανε, πώς δένανε, πού σκάγανε, ξαπλωμένος και όρθιος σε όλες τις στάσεις με διάφορα μήκη και πάχη ηλεκτρόδια και πάστες, μέχρι που ’φευγε από μια τρύπα και κατέβαινε να προλάβει πίσω τα τελευταία δρομολόγια. Όταν τον έπιασε ο Αγγελόπουλος μια νύχτα εντυπωσιάστηκε, και τον έστελνε για έναν χρόνο συγκολλητή, μόνο όρθιο χωρίς να τον μαθαίνει ξαπλωτό, με το μισθό για τα τελάρα.

 Μετά που κλείσανε το Γκάζι και όσοι δεν είχανε μέσο στο ΠΑΣΟΚ απολυθήκανε κι αρχίσανε να κατεβαίνουν την Πειραιώς, νοίκιασε στον Ταύρο στις εργατικές και τα πρωινά πέρναγε απέναντι μέσα στις μάντρες και κόλλαγε δυο τρία χρόνια σε ό,τι έβρισκε γιατί δεν ξανάμπαινε σε εργοστάσιο, ούτε νεκρός δεν ξανάμπαινε, στους καγκελάδες, στους σωληνάδες, στους αλουμινάδες, στους λέβητες, στις κατασκευές, και όταν τα έδιωξαν τα εργοστάσια κι από κει και κλείσανε και οι μάντρες που παίρνανε παραγγελίες και κατέβηκαν όλοι πιο κάτω, έμεινε στον Ρέντη γιατί βρήκε στου Μαλεβίτση κανονικός συγκολλητής. Ήταν ούτε τριάντα χρονών και έβγαζε όσο ο μόνιμος ανθρακέας στους φούρνους. Εκεί γνώρισε εργολάβους. Αγόρασε κάτι πέτσινα σακάκια και μετά τη δουλειά άλλαζε και ριχνόταν από δίπλα όταν σχολάγανε και πήγαινε για καφέδες μαζί τους για να κάνει γνωριμίες. Έφυγε από του Ρέντη στην πρώτη δουλειά σε πλοίο. Τον πήρε μ’ άλλους είκοσι ένας εργολάβος που ναυπηγούσε μια νησίδα για έναν εφοπλιστή, σημερινά λεφτά ενάμισι εκατομμύριο ευρώ εργολαβικό αντάλλαγμα. Εκεί έμαθε να δουλεύει ξαπλωτός κατευθείαν μέσα στις ανθρωποθυρίδες. Έβγαλε εκατόν πενήντα χιλιάδες δραχμές μέσα σ’ ένα μήνα, που ο πατέρας του έβγαζε ογδόντα πριν πεθάνει, γιατί οι περισσότερες θυρίδες στα παλιά τάνκερ είναι στα σαράντα εκατοστά ύψος και χώνεσαι από αμπάρι σε αμπάρι με το ηλεκτρόδιο σερνάμενος. Σ’ ένα λαδάδικο μια φορά είχε κατέβει και είχε συρθεί είκοσι μέτρα στη θυρίδα ανάμεσα στους πυθμένες για να βρι με το φακό μια σωλήνα. Δεν έφτανε ούτε φως ούτε αέρας. Δεν είχε ξαναμπεί άνθρωπος από τα ναυπηγείο, κόλλαγε στο σκοτάδι ανάσκελα κι ενώ ήτανε εν πλω στο Αιγαίο μήνα Αύγουστο. Όλο το πλοίο ήτανε φτιαγμένο από λιωμένο σκραπ και ξαναχυμένο μαζί με τη σκουριά του και οι λαμαρίνες ήτανε τσιγαρόχαρτα και σκίζανε εδώ κι εκεί. Ήτανε μια θεόκοντη θυρίδα, δεν χώραγε ούτε να βάλλει τη μάσκα, λύγισε την τσιμπίδα για να μη βρίσκει στην οροφή και κράτησε το ηλεκτρόδιο δέκα εκατοστά απ’ το μάτι του να στάζει η φλόγα στο τρύπιο φύλλο. Κόλλησε όλο το πλοίο έτσι μέσα σε τρία μερόνυχτα με πέντε μέτρα κύματα, έμπαινε και κόλλαγε μέσα στην τρικυμία άυπνος να προλάβει πριν πιάσουνε λιμάνι στην Τουρκία που ’χανε συμβόλαιο να το δώσουνε στον ναυλωτή. Είχε πάρει πενήντα χιλιάδες δραχμές σε τρεις μέρες. Τώρα δεν έπεφτε κάτω από τα τριάντα ευρώ την ώρα, τριακόσια ευρώ τη μέρα. Έκανε καριέρα και εκτός απ’ τα αυτοκίνητα είχε πάρει και ένα παραθαλάσσιο οικόπεδο κι είχε στην τράπεζα πενήντα χιλιάδες ευρώ. Και στη Δραπετσώνα που ’χε πάει μετά του Ρέντη, έφυγε κι αγόρασε οικόπεδο κι έχτισε τριώροφο για τα παιδιά στον Ασπρόπυργο για να ’ναι ανάμεσα Πέραμα Ελευσίνα, γιατί τον ζητάγανε στα ναυπηγούμενα με κλειστό συμβόλαιο οι εργολάβοι, να κάνει τις φάτσες που φαίνονται τα κολλήματα και είναι όλη η μόστρα του πλοίου. Τώρα που η Ζώνη πέθανε τρελαίνεται το κινητό του, οι εργολάβοι τον αφήνουνε αυτόν να διαλέγει, σε μια πεντακοσάρα δεξαμενή πήγε και πήρε ο ίδιος τριανταπέντε συγκολλητές, οι μισοί στην ηλικία του εξήντα χρονών, να συμπληρώσουνε, έπαιρνε κόσμο που είχε ανάγκη και λέγανε ο Πέτσινος μ’ έβγαλε στη σύνταξη. Ήταν το παρατσούκλι του επειδή φόραγε πάντα πέτσινα, μόλις σχολάγανε πήγαινε και άλλαζε στο αμάξι στο πάρκινγκ γιατί το χειρότερο είναι να τελειώνει τη δουλειά σου και να φεύγεις από τη Ζώνη και να μην έχει γίνει άλλος άνθρωπος.

 

Είχαν κάνει ένα πατάρι στην άκρη ψηλά στον τοίχο, ανέβηκε κάτι σκάλες που ’χαν βάλει και βγήκε πάνω απ’ τους φούρνους. Υπήρχε λίγος κόσμος, δεν τους είχε δει από κάτω. Ήταν ένα ζευγάρι στο βάθος, ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και μια κοπέλα που του διάβαζε μια επιγραφή για τις εκδρομές του σωματείου. Όλο το πατάρι, καμιά εικοσαριά τετραγωνικά μεταλλική κατασκευή, ήταν αφιερωμένο στους εργάτες που δούλευαν το εργοστάσιο, είχαν βιδώσει κάγκελα στην έξω πλευρά και είχαν βάλει φωτογραφίες τους από μέσα. Κοίταξε τον νεαρό, ήταν χοντρούλης με μούσια και είχε τυλιγμένο ένα φουλάρι στο λαιμό. Από κει ψηλά κοίταζε τις σωλήνες που βγάζανε πάνω απ’ τις σειρές τους φούρνους το αέριο προς τα ψυχραντήρια και έστριβε ένα τσιγάρο. Η κοπέλα γύρισε και κοίταξε απέξω από τις τζαμαρίες την αυλή που ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται για τη συναυλία. Είχαν βάλει παντού τα τζάμια στη θέση τους και είχαν ξύσει την κάπνα απ' τα πυρότουβλα, όταν δουλεύανε αυτοί τα σπάγανε επίτηδες για να μπαίνει αέρας και κρύο. Άρχισε απέξω να παίζει μουσική και πετάχτηκαν κι οι δυο τους. Γύρισαν αμέσως να φύγουν και τους τρόμαξε γιατί δεν τον είχαν καταλάβει. Προχώρησαν προς το μέρος του και τον προσπεράσανε, κατέβηκαν τα σκάλα και ξανάμεινε μόνος του. Κοίταξε λίγο τις φωτογραφίες, ασπρόμαυρες από κάτι εργάτες κουρελήδες του πενήντα. Και οι επιγραφές όλο για αρρώστιες, φτώχεια, απεργίες, πασχαλινά γλέντια μέσα στο εργοστάσιο. Γραφικότητες. Αυτοί στις μέρες του φοράγανε μπλε ολόσωμη φόρμα, χτυπάγαν κάρτα και είχαν τα μικρά τα bobcat να φορτώνουν τα βαγόνια. Ήταν καμιά τριανταριά στρέμματα όλη η μονάδα, καμιά εικοσαριά κτίρια και αεριοφυλάκια, και τους είχανε χώσει πέντε φωτογραφίες στο πατάρι.

Γύρισε και κατέβηκε τη σκάλα, πέρασε από τους φούρνους και βγήκε έξω στην αυλή. Οι νέοι έπιναν μπύρες στο γρασίδι και έπαιζε ένα συγκρότημα κάτι ροκαμπίλικα, δεν είχε ακόμα πολύ κόσμο. Θα ’παιζε ο Νταλάρας μετά. Δεν είχε όρεξη να κάτσει τελικά, ήθελε να φύγει, είχε δουλειά, έκανε κάτι σεμινάρια για μια πιστοποίηση γιατί παίρνανε συγκολλητές Κορέα και Κίνα που κάνανε ουρά οι εφοπλιστές για ναυπηγήσεις με σαράντα ευρώ την ώρα όλα πληρωμένα. Συρρέανε εκεί συγκολλητές απ’ όλο τον κόσμο, Ιταλοί, Ολλανδοί, Σκωτσέζοι, Αμερικάνοι, σου βάζανε και έναν Κινέζο από δίπλα να μαθαίνει, αλλά ήξερε την κρίσιμη στιγμή πως θα τον κάνει να μη δει. Βγήκε από την πύλη ανάμεσα στις καντίνες με τα χοτντόγκ και έστριψε στην Πειραιώς. Πέρασε απέναντι και ανέβηκε προς Θησείο. Μετά την Ιερά Οδό έκοψε μέσα στο στενάκι πάνω απ’ τα αρχαία με τους τάφους. Άνοιξε το βήμα του και βγήκε στην Ασωμάτων, πέρασε το εκκλησάκι και ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας στην πλατεία. Μπήκε στο Μεγαρίτικο τη στιγμή που ο οδηγός έβαζε μπρος τις μηχανές. Κάθισε και έβγαλε το πέτσινο. Κόσμο δεν είχε τέτοια ώρα, όσοι γυρίζουν από τις πρωινές δουλειές είχανε σχολάσει. Πλήρωσε το εισιτήριο. Έκλεισε τα μάτια καθώς το ΚΤΕΛ έστριψε μέσα στου Ψυρρή για να βγει Καβάλας. Είχε λαχανιάσει απ’ το τρέξιμο. Αλλιώς θα περίμενε μισή ώρα για το επόμενο. Είχε αφήσει το αμάξι στη μικρή και είχε κατέβει με το λεωφορείο για τη βόλτα. Έπρεπε να της πάρει και αυτής ένα τώρα που ’κλεισε τα δεκαοκτώ, κανένα σμαρτάκι μεταχειρισμένο. Δεν είχε κίνηση, το λεωφορείο βγήκε Χαϊδάρι. Έπαιζε σιγανά λαϊκή μουσική του οδηγού. Τον νανούριζε και οι εικόνες μπερδεύονταν στο μυαλό του. Τότε που είχαν ανέβει και καθάριζαν τις καμινάδες μια φορά ένας από το σιδηρουργείο έπεσε από τα είκοσι μέτρα και έσπασε στα δύο κάτω στην πέτρινη βάση. 

Πού τον θυμήθηκε; Ερχότανε συνέχεια μαστουρωμένος, δημιουργούσε προβλήματα. Μαγκάκι. Ξανάνοιξε κάποια στιγμή τα μάτια. Είδε στ’ αριστερά του τη θάλασσα. Φύσαγε και ήτανε λίγο πιο ταραγμένη. Πρέπει να ’χε κοιμηθεί ένα λεπτό πάνω στο τζάμι. Το ΚΤΕΛ έτρεχε αθόρυβα πάνω απ’ τον Σκαραμαγκά. Ήτανε σαν όνειρο όπου έδυε ο ήλιος. Τα ναυπηγεία με τους μπλε γερανούς πάνω από τα ελαφριά κύματα. Οι δεξαμενές της Ελίν μέσα στους ξερούς λόφους στην άλλη μεριά της εθνικής. Η Πετρογκάζ. Οι προκυμαίες που έμπαιναν στη θάλασσα, με τα μικρά γκαζάδικα που περίμεναν να φορτώσουν μπροστά απ’ τα διυλιστήρια στο λιμανάκι των ΕΛΠΕ. Σ’ αυτά τα μικρά οι θυρίδες δεν περνάγανε τα πέντε μέτρα και καμιά φορά έφτανε ο ήλιος και μπορούσε να τον βλέπει απ’ το βάθος της δεξαμενής. Άνοιγε τα καπάκια, σερνόταν και έμπαινε στους πυθμένες, έστρωνε το πανί και άναβε το ηλεκτρόδιο. Σήκωνε την τσιμπίδα και το έβλεπε να λιώνει και να χύνεται ο μαλακός χάλυβας του πυρήνα του μέσα στη ρωγμή, να ξεχειλίζει μαλακά μαλακά από πάνω η πάστα και να ψύχεται καθώς τραβούσε δύο εκατοστά την τσιμπίδα, κολλούσε χιλιοστό χιλιοστό σαν χειρούργος με το μάτι καρφωμένο στη συγκολλητική ουσία που καταναλωνότανε απ’ τη θερμότητα με ένα άσπρο εκτυφλωτικό φως, για δέκα ώρες χωρίς να σκέφτεται τίποτα, να μην περνάει τίποτα από το μυαλό του, κοιτάζοντας μόνο την μπλε ακτινοβολία που τρεμόπαιζε απ’ τους σπινθήρες πίσω απ’ τη μάσκα του, εντελώς μόνος εκεί μέσα χωρίς να χρειάζεται να πει καμιά κουβέντα με κανέναν, χωρίς ν’ ακούγεται ψυχή εκτός από τη γεννήτρια και την ηλεκτρική εκκένωση, με όλους τους μυς του τεντωμένους τσίτα, αλλά χωρίς μισή σκέψη, μέχρι να τελειώσει τη ρωγμή και να συρθεί μέσα απ’ τη θυρίδα στην επόμενη δεξαμενή.

Ξαφνικά με ένα γύρισμα η θάλασσα χάθηκε, γιατί ο δρόμος έμπαινε μέσα στον Ασπρόπυργο. Έπρεπε να πει στον εισπράκτορα για να κατέβει στη στάση. Ανεβήκανε τη γέφυρα στον κόμβο και φάνηκε για μια στιγμή πέρα όλη η πόλη σα φωτογραφία πίσω από τις μάντρες και τα εργοστάσια. Απ’ τη βεράντα του έβλεπε εδώ κάτω την εθνική. Ξανακατεβήκανε απότομα και βγήκανε στη Χαλυβουργία. Ο Μάνεσης την είχε κλείσει και είχε κρατήσει μόνο τη μονάδα στο Βόλο που δεχτήκανε τον μισό μισθό. Είχαν κρατήσει με περιφρούρηση την απεργία εννιά μήνες, τελικά τους καταδίκασαν τους πρωταίτιους τα δικαστήρια και τους συνέλαβαν τα ΜΑΤ. Μπορεί να την έκανε μουσείο ο μαλάκας να κόβει εισιτήρια. Ο υπόλοιπος Ασπρόπυργος όμως ήταν μηχανή, γεμάτος διυλιστήρια και μικρά και μεγάλα εργοστάσια, βρώμικα και με σπασμένα τζάμια αλλά ζωντανά, και ανάμεσα πολυκατοικίες, αποθήκες και σχολεία, γραφεία, βενζινάδικα, ζωή. Έπρεπε να κατέβει, αλλιώς βγαίνανε προς Ελευσίνα και στην επόμενη στάση θα περπάταγε μισή ώρα πίσω στην εθνική.

 

Το διήγημα αυτό είναι από τη συλλογή "Αυτόματα", σελ.123, εκδόσεις Αντίποδες. Όποιος έχει διαβάσει το "Κάτι θα γίνει, θα δεις" του Χρήστου Οικονόμου, γρήγορα θα αντιληφθεί ότι βρίσκεται στον αντίποδά του. Εκεί οι ήρωες είναι κολλημένοι που βράζουν στο ζουμί τους, μοιρολάτρες και ηττοπαθείς και το ενδιαφέρον είναι ότι μας κέρδιζαν συναισθηματικά. Εδώ κυριαρχεί μια μαχητική στάση ζωής ακόμα και όταν στο πεδίο της εντατικής δουλειάς είναι οριακά αυτοματοποιημένη. Οι ήρωες των διηγημάτων είναι άνθρωποι του μόχθου που το αυτονόητό τους είναι να εργάζονται. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που περιγράφει ο συγγραφέας την συγκεκριμένη κάθε φορά εργασία της οποίας τα μυστικά και το λεξιλόγιο φαίνεται ότι τα κατέχει. Και από δίπλα αναδεικνύει την ανταγωνιστικότητα και γενικά την παραγωγή που είναι από τα κυρίαρχα συστατικά της στην κοινωνία μας. Ο Περούλης αυτό που τονίζει ιδιαίτερα, είναι ο τρόπος που η εργασία γίνεται, δίχως να το πολυκαταλάβουμε παρά πιθανόν μόνο στο τέλος, στολίδι του εαυτού μας όταν ως εργαζόμενοι κάνουμε, ο καθένας για τους χι λόγους του, ότι καλύτερο μπορούμε. Το υλικό των διηγημάτων αυτών που ο συγγραφέας το ελέγχει μέσα από τις ιστορίες του και ως ύφος και ως ήθος, έχουν κάτι από το ρυθμό του ροκ, τα διατρέχει μια πνευματώδης ειρωνία και οι δουλεμένες αλλαγές πορείας προκύπτουν με μία φυσικότητα γι'αυτό και μας προκαλούν μια διεγερτική ευφορία.

Ο Περούλης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1974, σπούδασε νομικά και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία του Δικαίου και στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Συμμετείχε στην συγγραφή του σεναρίου της ταινίας Miss Violence και υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού "Λεύγα". 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016 20:02
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Σχόλια   

0 # Σκουπιδόγιαννος 25-05-2016 17:18
Ε, ναι λοιπόν...να ένας πολύ καλός νέος συγγραφέας....
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση