Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016 15:41

Μετά από τρεις βδομάδες που έπαθα στη Νέα Υόρκη του '70, μια Πόλη στις φλόγες.

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Έντεκα, όσοι και οι βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου "Πόλη στις φλόγες", ήταν οι φωνούλες που άκουγα από μέσα μου τις τρεις βδομάδες που το διάβαζα, που πλανιόμουν στη Νέα Υόρκη. Φωνούλες, που δε μπορώ να απαντήσω με σιγουριά αν μου τις εμφύτευσε το βιβλίο ή τις ξύπνησε από τη χειμερία νάρκη τους. Ένα όμως είναι βέβαιο, πως με διέγειραν. Και πως με εξανάγκασαν να τις λάβω σοβαρά υπόψη μου.

Αυτό το βιβλίο τελικά κατάφερε το παράδοξο, να με βρω δηλαδή, στις σκέψεις στα αισθήματα και στις ενέργειες και των έντεκα πρωταγωνιστών του στα χρόνια της δεκαετίας του '70 και να "ζήσω" έτσι πολυπλόκαμος την Νέα Υόρκη και για την ακρίβεια το Μανχάταν, εκείνης της ανεπανάληπτης δεκαετίας. Να με βρω σε διαφορετικές ηλικίες, φύλα, ρόλους, ασχολίες, ταξικές θέσεις, ιδεολογικές φάσεις. Να με βρω με διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες και προπάντων μέσα από τις διαρκώς παιζόμενες σχέσεις, αλλά όλα αυτά ως μία φυσιολογική κατάσταση ενός κανονικού κατοίκου. Αν και συχνά οι σκέψεις του συγγραφέα ξεπερνούν τους ήρωές του, εν τούτοις δεν αισθανόμουν ότι με καπέλωναν. Πιο πολύ οξυγόνωναν τα κενά της ενδοχώρας μου. Αυτήν που την ενίσχυε επίσης η διακριτικότητα με την οποία χειρίστηκε τα κρίσιμα σημεία, αποδραματοποιώντας τα έτσι ώστε να μην μας προκαταβάλλουν οι επιλογές των ηρώων του, αλλά επιτρέποντάς μας, αν θέλουμε, να τις κρίνουμε εμείς.  

Όπως επίσης αυτή η εναλλαγή προσώπων και προοπτικών, αυτές οι νεογέννητες εναλλακτικές και συχνά ζοφερές πορείες ήταν που με έσπρωχναν να διαβάσω σε τρεις βδομάδες τις 1040 σελίδες αυτού του ολίγον φλύαρου βιβλίου, που όμως απολάμβανα το γεγονός πως γινόμουν μέσα από τις λέξεις του ένας φιλόδοξος βαβέλ θίασος εν δράση. Αυτόν που η μοναξιά μου επέτρεψε στο μυθιστόρημα να τον γεννήσει διασπώντας με τρυφερά και να εμφανιστώ πολυπρόσωπος στη σκηνή του. Και μετά επιστρέφοντας στην πραγματική ζωή ήταν αυτή που με επανασυνέθεσε, πιστεύω σε ένα ανώτερο επίπεδο. Με λίγα λόγια το μυθιστόρημα αυτό επιτέλεσε τον ευεργετικό ρόλο της λογοτεχνίας και μετά από όσα έπαθα νιώθω να επανήλθα  πιο πλούσιος από το ταξίδι Νέα Υόρκη του '70 - Δραπετσώνα του '16. 

Να σημειώσω πως υπάρχει και ένα ακόμα παράδοξο. Σχεδόν όλα τα πρόσωπα που μπλέκονται σ'αυτήν την ιστορία έχουν μια προβληματική οικογενειακή κατάσταση, και αυτό με έκανε να αναρωτηθώ. Αν δηλαδή στο βάθος κι εγώ μεγάλωσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, που όμως δεν τη βίωσα σαν τέτοια μιας κι από όσο μπορούσα να καταλάβω ήταν σχεδόν όπως όλες οι γύρω μου οικογένειες. 

Οι περισσότερες μαρτυρίες μιλάνε για μια Νέα Υόρκη που εκείνη τη δεκαετία στροβιλιζόταν με μια φυσικότητα, ως ουρά της έκρηξης του '60, ανάμεσα στην κόλασή της και τον παράδεισό της. Ήταν η εποχή που η πόλη αυτή εξέφρασε πιο πολύ από οποιαδήποτε άλλη το "sex, drugs rock 'n' roll". Ήταν η εποχή των καταχρήσεων, των ακροτήτων, η εποχή του υπερβαίνουμε τον εαυτό μας κι ας αποτύχουμε και ας μην βρούμε αυτό που ψάχνουμε και ας χαθούμε δια παντός από προσώπου γης. Μια δεκαετία που πέρα από τις μάσκες της το ασυνείδητο λάιτ μοτίβο της ήταν πως δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές γιατί τις καταργούμε μέσα από τις αισθήσεις και τις παραισθήσεις, μέσα από αναζητήσεις και εκρήξεις, μέσα από θυμούς και επιθυμίες που ζητούν την ικανοποίησή τους εδώ και τώρα.

Η εποχή που στα clubs και στους διάφορους αυτοσχέδιους συναυλιακούς χώρους, η ώριμη rock συνυπήρχε με τη νεανική punk και η funk προχωρούσε αγκαζέ με την disco. Τότε που η πόλη, μέσα της και έξω της, είχε παραδοθεί στις φλόγες. Και μέσα από τους καπνούς ξεπρόβαλαν οι εμπρηστές, πάμφωτοι και σκοτεινοί ταυτόχρονα. Καλλιτέχνες όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι, η Πάτι Σμίθ, ο Λου Ρήντ, οι Stooges,  οι Clash, οι New York Dolls, αλλά και οι απόηχοι από τους Ρόλινγκ Στόουνς και του Έλβις Πρίσλεϋ πυροδότησαν και πυροδοτήθηκαν από την φλογισμένη μαγεία της δεκαετίας αυτής. Ήταν αυτοί και το κοινό τους που προχώρησαν τα πράματα πέρα από ότι προϋπήρχε ως κατάκτηση των προηγούμενων δεκαετιών και οδηγήθηκαν σε μία αυτογνωσία που συμπεριλάμβανε και το αίτημα του αναστοχασμού των κινήσεων ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού καθώς συνειδητοποιούν πως η ικανοποίηση των επιθυμιών τους δεν συμβαίνει ποτέ δίχως κόστος. Έτσι μερικοί απ'αυτούς, οι κατά τα φαινόμενα πιο ευαίσθητοι, πιάστηκαν στο δίχτυ του τρίπτυχου Ελευθερία - Ευθύνη - Ενοχή, ένα τρίπτυχο που αν είσαι αδύναμη φύση δύσκολα δε θα σε καταβάλλει.  

Το βιβλίο το έγραψε ο 38χρονος Γκάρθ Ρισκ Χάλμπεργκ. Ο Χάλμπεργκ γεννήθηκε έναν χρόνο μετά από το μεγάλο μπλακ άουτ της Νέας Υόρκης που συνέβη στις 13 Ιουλίου του 1977 και η περιγραφή αυτού του οριακού συμβάντος καταλαμβάνει 150 περίπου σελίδες. Σ'αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας τριγυρίζει σε διάφορα σημεία του θεοσκότεινου Μανχάταν όπου βρίσκονται διασκορπισμένοι οι ήρωές του, και ενορχηστρώνει με μαεστρία την πορεία τους μέσα από πράξεις βίας, ληστειών, ταραχών και καταστροφών. Όλα αυτά υπάρχουν και την προηγούμενη περίοδο, αλλά τη μέρα εκείνη δίνουν τα ρέστα τους. Την ίδια μαεστρία επιδεικνύει και στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου όπου ο ΑμΕΑ αστυνόμος και ο έφηβος Τσάρλυ starman, αποσοβούν την μεγάλη έκρηξη, μια πράξη εκδίκησης του αρχηγού των μετανθρωπιστών Νίκι Χάος. 

Αυτό που αποτελεί σίγουρα επιτυχία του συγγραφέα, που θα πρέπει να δούλεψε εξαντλητικά και για να μαζέψει πληροφορίες και μαρτυρίες για την ζωή στην πόλη εκείνη την περίοδο, μια πόλη στην οποία δε μεγάλωσε και ήταν χρόνια ρευστά και τρικυμιώδη, είναι πόσο ωραία δένει τις περιπέτειες των ηρώων του με τις φάσεις τους και με τι δεξιοτεχνία, με ένα λόγο που ρέει, μας μεταγγίζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Αλλά αυτό είναι το κατ'εξοχήν θετικό στοιχείο των Αμερικανών συγγραφέων. Είναι μάστορες στο κέντημα της πλοκής και στην ακτινογραφία των καταστάσεων που ζουν στο παρόν οι ηρωές τους. Εν τούτοις ο Χάλμπεργκ προχωρά και λίγο παραπέρα. Έστω και διστακτικά αναδεικνύει στοιχεία από αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη κατάσταση και τη δοκιμάζει μέσα από τον "διάλογο" του εαυτού τους με τα βιώματά τους. Κι αυτό για Αμερικάνο είναι μία μικρή αλλά σημαντική κατάκτηση. 

Ποιοι πλέουν σ'αυτόν τον ποταμό που κάποιες φορές τα νερά του είναι ρηχά; Γόνοι πάμπλουτων οικογενειών που στα άκρα μπλέκονται μέσα από καλλιτεχνικές αναζητήσεις και γκρίζες οικονομικές δοσοληψίες με μια αναρχική ομάδα, που αυτοχαρακτηρίζεται "μετανθρωπιστική" και που εκτός από πάρτι για φτιαγμένους επιδίδεται και σε εμπρηστικές επιθέσεις σε διάφορα σημεία της πόλης για τα οποία ενδιαφέρεται μία real estate εταιρεία. Μ'αυτούς στο κέντρο προσθέτει σιγά σιγά και τους υπόλοιπους, μέσα από σχέσεις φιλικές κι ερωτικές κτίζοντας μέσα από μικρά κεφάλαια την καθημερινότητά τους. Μιλάμε για ανθρώπους που δοκιμάζουν εξόδους αντιπερισπασμούς και διαφυγές για να μην τους ρημάξει μια συγκρουσιακή καθημερινότητα όπου στο μικροκλίμα των σχέσεων η αδιαφορία, η απαξίωση και ένας επιθετικός ανταγωνισμός δίνουν τον τόνο. 

Και τι σώζει τον συγγραφέα από το να πέσει σε μια ιστορική προσέγγιση της δεκαετίας με τα πολλά σκάνδαλα, τις παρανομίες, τις κωλοκαταστάσεις, τον πόλεμο στο Βιετνάμ να πνέει τα λοίσθια και τη φθορά που η αντίστιξη τους είναι η πειστική ανάδειξη της δημιουργικής έκρηξης των κατοίκων; Μιλάμε για δημιουργία τόσο των εαυτών τους όσο και έργων παρέα με την ασυνείδητη παράδοση σε ένα γύρο του θανάτου κι ας κρέμεται η ζωή τους σε μια κλωστή. Η δύναμη της επιβίωσης παρόλη την απόγνωση, με αυτοσχέδια ζιγκ ζαγκ στο πεδίο μάχης του Μανχάταν, τότε που τον τόνο τον έδιναν οι επικίνδυνες συνοικίες με εμπόρους ναρκωτικών, συμμορίες χρήστες, πόρνες και κλέφτες, είναι ακριβώς αυτή που τον μαγεύει και εν τέλει καταφέρνει να μαγέψει κι εμάς. Μια επιθυμία για ζωή, αυτή που κτυπάει κόκκινο όταν περπατάς μέσα σε ένα ναρκοπέδιο, αισθάνθηκα να με γεμίζει αυτές τις τρεις βδομάδες. Επιθυμία για να σώσω όχι μόνο το σώμα μου αλλά και τα ξέφτια της ψυχής μου, όχι μόνο τα φτωχά πια όνειρά μου, αλλά και τις αναιμικές σχέσεις μου, όπως εξ άλλου τα κυνηγούν και οι ήρωες του βιβλίου. Ο καθείς με τα όπλα του.

Τώρα πια ξέρω για τις τζούρες της ζωής μου από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Θα ήθελα λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του '60 να ξέδινα στο Λονδίνο και προς τέλος αυτής της δεκαετίας να παραμυθιαζόμουν στο Παρίσι. Και στη δεκαετία του '70 πείστηκα ότι θα μου άρεσε να με ψάχνω εξιταρισμένος στο κέντρο του κόσμου. Που; Μα εκεί όπου ο Μέρσελ, ο μοναδικός μη Νεοϋορκυέζος πρωταγωνιστής, ο νεαρός αφροαμερικανός δάσκαλος και ερωτικός σύντροφος του Γουίλιαμ, του πλουσιόπαιδου που έχει απαρνηθεί τους δικούς του, "σκέφτεται" σε μια στιγμή ανάπαυλας τα εξής: Είδε τον Γουίλιαμ να κόβει κομματάκια από το ψωμάκι του χοτ ντόγκ και να το πετάει σε ένα περιστέρι. Είδε έναν φοιτητή που καθόταν δίπλα του, είκοσι ενός ή είκοσι δυο χρονών να την πέφτει σε μία μεγαλύτερη γυναίκα. Είδε τον ήλιο να βγαίνει πίσω από ένα σύννεφο και τα κλαδιά από τις φτέλιες να ορθώνονται σαν χέρια χορευτών με τα πράσινα ρούχα τους να ανεμίζουν. Δευτερεύοντα πράγματα, φυσικά, αλλά αυτό ακριβώς σου χάριζε αυτή η μεγάλη πόλη που τα μυθιστορήματα δεν μπορούσαν να σου το χαρίσουν: όχι αυτό που είχες ανάγκη για να ζήσεις, αλλά αυτό που έδινε αξία στη ζωή.   

Το διαφημιστικό βίντεο του βιβλίου  εδώ  

Η πλοκή του, με δυο λόγια:

Νέα Υόρκη, παραμονή πρωτοχρονιάς του 1977.

Σε μια πόλη που βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, καθώς πλησιάζουν μεσάνυχτα και τα πυροτεχνήματα φωτίζουν τον ουρανό, δύο απανωτοί πυροβολισμοί στο Σέντραλ Παρκ διαλύουν τη γιορταστική ατμόσφαιρα.

Ο Αφροαμερικανός καθηγητής Μέρσερ Γκούντμαν βρίσκει αιμόφυρτη μέσα στους θάμνους τη Σαμάνθα Τσιτσάρο, μια φοιτήτρια που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην τέχνη και στο πανκ-ροκ.

Καθώς ένας δημοσιογράφος και ένας αστυνομικός προσπαθούν να ανακαλύψουν τον ένοχο, διασταυρώνονται με ένα πλήθος χαρακτήρων, που οι ζωές τους ακολουθούν άλλοτε συγκλίνουσες και άλλοτε παράλληλες διαδρομές.

Το περίφημο μπλακ άουτ που θα βυθίσει στο σκοτάδι τη Νέα Υόρκη τον Ιούλιο του 1977 βρίσκει τους ήρωες σε αμηχανία, με τις ζωές τους να έχουν αλλάξει δραματικά…

Το έγραψε:

 

Ο Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ (Garth Risk Hallberg).
Ο Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ γεννήθηκε στη Λουιζιάνα το 1978 και μεγάλωσε στη Βόρεια Καρολίνα. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στο Prairie Schooner, στους New York Times, στο Best New American Voices 2008 και, συχνότερα, στοThe Millions. Το 2007 εκδόθηκε η νουβέλα του A Field Guide to the North American Family. Ζει στη Νέα Υόρκη με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους.

Το βιβλίο του Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις 13 Οκτωβρίου 2015 από τον Knopf, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο έγκριτα εκδοτικά συγκροτήματα, που απέκτησε τα δικαιώματα έκδοσης προσφέροντας την υψηλότερη προκαταβολή που δόθηκε ποτέ σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, και έφτασε τα 2.000.000 δολάρια. Το διεκδίκησαν επίμονα 10 εκδοτικοί οίκοι. 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 17 Απριλίου 2016 16:27
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση